Οταν εκδηλώθηκε η «επανάσταση», ο Αλέκος Παναγούλης, γιος και αδελφός αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, υπηρετούσε τη θητεία του στη Βέροια. Ξαφνικά, άρχισε να παριστάνει τον παράφρονα. «Γιατί δεν κάθεσαι Παναγούλη;» τον ρωτούσαν οι ανώτεροί του. «Γιατί είμαι ο Ακάθιστος Υμνος» απαντούσε. Μετήχθη στη Θεσσαλονίκη για ψυχιατρική εξέταση, όπου «επείσθη» τελικά να καθήσει. Κατά την επιστροφή του στη μονάδα του λιποτάκτησε, αδίκημα που λόγω της ισχύος του στρατιωτικού νόμου ετιμωρείτο με θάνατο. Γνωστός για τους δημοκρατικούς του αγώνες πριν από τη δικτατορία, δραπέτευσε κυνηγημένος για την Κύπρο και στη συνέχεια, με τη βοήθεια της κυβέρνησης Μακαρίου, κατάφερε να διαφύγει στην Ευρώπη. Οταν επέστρεψε -κρυφά φυσικά- στην Ελλάδα οργάνωσε με τους συντρόφους του απόπειρα δολοφονίας του επικεφαλής της χούντας, Γεωργίου Παπαδόπουλου.
Ο Παναγούλης, ακολουθώντας το κλασικό παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, θεωρούσε ότι ο «αποκεφαλισμός» του καθεστώτος πριν προλάβει να εδραιώσει την κυριαρχία του θα οδηγούσε στην κατάρρευσή του. Στις 13 Αυγούστου 1968 έστησε ενέδρα με εκρηκτικό μηχανισμό στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθηνών – Σουνίου (Βάρκιζα), περιμένοντας την αυτοκινητοπομπή του Παπαδόπουλου. Για τεχνικούς λόγους όμως, η έκρηξη δεν σκοτώνει τον δικτάτορα. Ο Παναγούλης συλλαμβάνεται επί τόπου και η ενέργειά του αποδοκιμάζεται από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο της εποχής, εκτός του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος την επικροτεί (παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο ανδρών ήταν και παρέμειναν τεταμένες, αν όχι ψυχρές). Read the rest of this entry »
