RSS

23-25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1953. Το ταξίδι του Παπάγου στην Ιταλία

01 Feb

Αριστερά: Επιστολή με έκδηλα προσωπικό χαρακτήρα που απηύθυνε ο Παπάγος (φωτογραφία κάτω) στον έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Α. Αργυρόπουλο, με την οποία εκφράζει την επιθυμία του να επισκεφθεί την Ιταλία μετά τις προγραμματισμένες για τον Μάιο του ιδίου έτους εκλογές στη γείτονα χώρα. Δεξιά: Ιδιόχειρη επιστολή με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1953 του διευθυντή Εθιμοτυπίας της Ιταλικής Προεδρίας, μαρκησίου Μικέλε Σκαμάκκα ντελ Μούργκο προς τον Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Α. Αργυρόπουλο. «Αλίμονο! Συχνά οι καλλιτέχνες έχουν περίεργες ιδέες» γράφει μεταξύ άλλων ο Ιταλός ευγενής αναφερόμενος σε μάλλον άκομψη επιστολή του Ντε Κίρικο που, προσκληθείς σε δείπνο προς τιμήν του Παπάγου στην πρεσβευτική κατοικία, έγραψε στον Αργυρόπουλο: «Το να καλεί κάποιος έναν άνδρα νυμφευμένο σε δείπνο άνευ συζύγου, δεν δικαιολογείται από άγνοια για την οικογενειακή του κατάσταση. Είναι θέμα στοιχειώδους παιδείας όταν κάποιος δεν γνωρίζει, να ρωτά»

Οταν η Ρώμη είχε τον νου της στην Τεργέστη και η Αθήνα στο Κυπριακό

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΟΜΑΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009


ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ συχνά, στην πατρίδα μας ίσως περισσότερο, κάποια γεγονότα να αποτιμώνται διαφορετικά με τη μεσολάβηση του χρόνου. Ενα από αυτά υπήρξε και η επίσκεψη του στρατάρχη Παπάγου στη γείτονα Ιταλία, 56 χρόνια πριν. Μπορεί η εφημερίδα «Το Βήμα» να τη χαρακτήρισε τότε «ιστορικόν σταθμόν από απόψεως τιμών διά τον Ελληνα Πρωθυπουργόν και την συνοδείαν του», στο βάθος όμως των συνομιλιών εκείνων που οδήγησαν σε προσέγγιση τις δύο χώρες, οικονομικού και μορφωτικού περιεχομένου, υπερίπτατο το φάντασμα της Τεργέστης και του Κυπριακού που μόλις ανεδύετο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ποιο ήταν το πιο περίεργο; Οτι και για τα δύο η Ελλάδα βρισκόταν στη γωνία με την απειλή ανακινήσεως του «μακεδονικού». Από τον Τίτο, αν συμφωνούσε για παραχώρηση της ζώνης Α της Τεργέστης στην Ιταλία, και από τους Βρετανούς, αν τολμούσε να φέρει το θέμα της Κύπρου στον ΟΗΕ…

Η διετία 1953-54 ήταν μια περίοδος γεμάτη επισκέψεις στο εξωτερικό ελλήνων επισήμων, μελών της κυβέρνησης του Ελληνικού Συναγερμού υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο, που είχαν αναδείξει οι εκλογές της 19ης Νοεμβρίου 1952 με πλειοψηφικό, αλλά και του βασιλικού ζεύγους Παύλου- Φρειδερίκης. Ηταν μια δύσκολη περίοδος. Η χώρα εξερχόταν βαθιά τραυματισμένη από τον εμφύλιο, που της είχε στοιχίσει ακριβά όχι μόνο σε αίμα αλλά και επειδή δεν είχε καταφέρει την οικονομική ανάκαμψη που πέτυχαν με το Σχέδιο Μάρσαλ οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο. Ηταν κοινός τόπος ότι, όπου οι συνθήκες ειρήνης απέτυχαν, αυτό οφειλόταν κατά κανόνα στην απώλεια του αγώνα στο οικονομικό επίπεδο. Χρειαζόταν για αυτό κατεπειγόντως μια νέα οικονομική πολιτική, που κλήθηκε να εφαρμόσει ο υπερδραστήριος υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Παπάγου Σπύρος Μαρκεζίνης. Η νέα πολιτική του Μαρκεζίνη στηρίχθηκε στην ιστορική αναπροσαρμογή της δραχμής της 9ης Απριλίου 1953 και στις λεγόμενες ευρωπαϊκές πιστώσεις σε Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία για τη χρηματοδότηση του προγράμματος οικονομικής αναπτύξεως της χώρας με ξένο συνάλλαγμα. Στη συνέχεια ψηφίστηκε και ο σχετικός νόμος για προσέλκυση ξένων κεφαλαίων στη χώρα.

Ως το 1954 που παραιτήθηκε από την κυβέρνηση ο Μαρκεζίνης- δυσαρεστημένος γιατί δεν του ανατέθηκε, όπως του είχε υποσχεθεί ο Παπάγος μετά την επιτυχημένη θητεία του στο Συντονισμού, το υπουργείο Εξωτερικών ο θηραίος πολιτικός είχε «αλωνίσει» με ταξίδια του την Ευρώπη, αλλού κλείνοντας οικονομικές συμφωνίες ο ίδιος και αλλού προετοιμάζοντας το κατάλληλο έδαφος για συνομιλίες του Έλληνα πρωθυπουργού. Στο πλαίσιο αυτό εντασσόταν και η επίσκεψη του Παπάγου και της συζύγου του στην Ιταλία, που επιπλέον είχε τον χαρακτήρα ανταποδόσεως προηγουμένης επισκέψεως στην Αθήνα του προέδρου της γείτονος Ντε Γκάσπερι.

Η επίσκεψη διήρκεσε δύο ημέρες και περιελάμβανε, πλην της πολιτικής ηγεσίας βεβαίως, συνάντηση με τον Πάπα Πίο ΙΒ Δ , καθαρά εθιμοτυπικού χαρακτήρα, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη συμπαράσταση και βοήθεια των σεισμοπαθών του Ιονίου τον Αύγουστο του ιδίου έτους.

Την τρίτη ημέρα, 26 Σεπτεμβρίου, το πρωί, όταν η επίσημη επίσκεψη είχε λήξει, ο Παπάγος με τη γυναίκα του, ο έλληνας πρέσβης Α.Αργυρόπουλος, επίσης με τη γυναίκα του, και ο στρατηγός Καρατζένης αναχώρησαν σιδηροδρομικώς για Φλωρεντία. Μετά τριήμερη παραμονή εκεί, ξανά σιδηροδρομικώς για τη Γένοβα, απ΄ όπου αυθημερόν απέπλευσαν επί του ατμοπλοίου «Γριμάνι» για Πειραιά.

Η επίσκεψη, που πραγματοποιήθηκε με εξαιρετικές τιμές, πρωτοφανείς για το τηρούμενο ως τότε ιταλικό πρωτόκολλο, προκάλεσε δυσανάλογα μεγάλο- σχετικά με τα επισήμως ανακοινωθέντα αποτελέσματα στον οικονομικό και μορφωτικό τομέα, όπως θα δούμε παρακάτω- ενδιαφέρον του διε θνούς Τύπου, και πάντως τη δυσαρέσκεια του Τίτο. Εγραφε «Το Βήμα» στις 7 Οκτωβρίου 1953: «Διά να φανή ευχάριστος εις τον Στρατάρχην η Κυβέρνησις Πέλλα,απεφάσισε να τον περιποιηθή εντελώς ιδιαιτέρως και ξεχωριστά από οποιανδήποτε άλλην τιμήν της οποίας είχε τύχει άλλος ξένος επίσημος έως τότε (…) ανέσυρεν από τους βαθείς πέπλους της ιστορίας που το είχαν περιβάλει το θρυλικόν Καστέλλο Σαντ Αντζελο,το οποίον εκτίσθη τον δεύτερον αιώνα διά Μαυσωλείον των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, και κατόπιν επεξετάθη και εχρησίμευσε διά κατοικίαν των Παπών.Εκεί εδόθη το πρώτον γεύμα της Ιταλικής Κυβερνήσεως προς τιμήν επισήμου ξένου, και τούτο ήτο προς τιμήν του Στρατάρχου Παπάγου. Η Κυανόλευκος μετά της Ιταλικής εκυμάτιζαν το βράδυ εκείνο επί των πύργων του Καστέλλο».

Ωστόσο, αν λάβει κανείς υπόψη του τη διεθνή κατάσταση εκείνη την εποχή, με τον αγγλοαμερικανικό ανταγωνισμό στον χώρο της Μ. Ανατολής και της Ανατ. Μεσογείου να χτυπάει κόκκινο, απειλώντας τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας στην περιοχή, η επίσκεψη Παπάγου στην Ιταλία είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία από την απλή διαπίστωση βελτίωσης των διμερών σχέσεων στον οικονομικό και μορφωτικό τομέα.

Ας σημειωθεί ότι στη διάρκεια εκείνης της επίσκεψης δόθηκε πράσινο φως στην ίδρυση του Βυζαντινού Ινστιτούτου της Βενετίας και δραστηριοποίησης της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα.

Ειδικότερα, οι δύο μεσογειακές χώρες είχαν η καθεμία τα δικά της προβλήματα, που στη διαμάχη Ανατολής – Δύσης αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία. Αυτά ήσαν: η Τεργέστη για την Ιταλία και το Κυπριακό για την Ελλάδα. Σε ό,τι αφορούσε το ζήτημα της Τεργέστης, η προσεκτική διατύπωση θέσεων της ελληνικής πλευράς λειτούργησε κατευναστικά για την ιταλική ηγεσία, που, ενώ εκθύμως είχε συνηγορήσει στην είσοδο της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, είδε με ανησυχία να υπογράφεται το τριμερές Βαλκανικό Σύμφωνο της Αγκυρας τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας. «Η ιταλική αντίδρασις διά το Βαλκανικόν Σύμφωνον θα ημπορούσε να στοιχίση ακριβά, επιφέρουσα πλήρη σύγχυσιν και θέτουσα το δίλημμα προ των Ατλαντικών Συμμάχων: Ιταλία ή Γιουγκοσλαβία;» σχολίαζε ο Τύπος της εποχής, που αναγνώριζε την αξία της επίσκεψης Παπάγου και των ισορροπιών που ο ίδιος ετήρησε παρ΄ ότι είχε κάθε λόγο να ρίξει όλο του το βάρος προς τη μεριά της Ιταλίας μετά τις ασχημίες στις οποίες την ίδια εποχή είχε καταφύγει η γιουγκοσλαβική προπαγάνδα «εμφανίζοντας την Ελληνικήν Μακεδονίαν με πρωτεύουσαν την Θεσσαλονίκην ως υπόδουλον Γιουγκοσλαβικόν τμήμα».

Ετσι, στις επίσημες ανακοινώσεις ενώπιον του Τύπου ο μεν ιταλός πρωθυπουργός αναγνώρισε «το Βαλκανικόν Σύμφωνον ως τεχνικόν μέσον (formule) διά του οποίου θα συμπεριληφθούν τα Βαλκάνια εντός του συστήματος της Δυτικής Αμύνης (…) ουδεμίαν έχον αιχμήν εναντίον της Ιταλίας αλλά και ότι τούτο (το Σύμφωνον) δεν θα κλονισθή από την αντίδρασιν των Ιταλών επί του ζητήματος της Τεργέστης», ο δε έλληνας πρωθυπουργός περιορίστηκε να τηρήσει ψύχραιμη στάση όσον αφορά τη γιουγκοσλαβική προπαγάνδα, γνωρίζοντας ότι πίσω της κρυβόταν βρετανικός δάκτυλος.

Πράγματι, στη διάρκεια σύντομης παραμονής του βρετανού ΥΠΕΞ Ηντεν, που βρισκόταν για ανάρρωση στην Κρήτη μετά από σοβαρή εγχείρηση στην οποία είχε υποβληθεί, ο Παπάγος είχε υποστεί προσωπική προσβολή όταν, τολμώντας να θέσει σε απλή συζήτηση το θέμα της Κύπρου, ο Ηντεν τού γύρισε την πλάτη μέσα στη βρετανική πρεσβεία απειλώντας τον ότι αν τολμήσει να θίξει το ζήτημα όχι μόνο θα φρόντιζε να κάνει την όρεξη των Τούρκων να ανοίξει για τη Μεγαλόνησο (ως τότε οι Τούρκοι δεν έδειχναν ενδιαφέρον, καθώς είχαν παραιτηθεί κάθε αξίωσης για το ζήτημα με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης), αλλά και θα ζητούσε από τον Τίτο… να ανακινήσει το «μακεδονικό». «Φαντάζεται κανείς τι θα συνέβαινεν αν η Ελληνική Κυβέρνησις χάνουσα την ψυχραιμίαν της προς στιγμήν εμιμείτο το ιταλικόν παράδειγμα (σ.σ.:. η Ιταλία είχε συγκεντρώσει στρατό στα σύνορα γύρω από την Τεργέστη). Τότε, οι φίλοι Γιουγκοσλάβοι θα αντελαμβάνοντο ότι δεν είναι εύκολον να παίζη κανείς. Οι Ατλαντικοί Σύμμαχοι θα εκαλούντο να εκλέξουν: Ιταλίαν και Ελλάδαν ή Γιουγκοσλαβίαν; Η πλάστιγξ ασφαλώς θα έκλινεν υπέρ των πρώτων…» έγραφε «Το Βήμα».

Την έντονη κινητικότητα της ελληνικής διπλωματίας εκείνης της περιόδου ακολούθησε και η κυβέρνηση Καραμανλή δύο χρόνια μετά.

Κατά τα άλλα η επίσκεψη εκείνη, που πραγματοποιήθηκε με αεροσκάφος το οποίο παρεχώρησε η ιταλική κυβέρνηση στον Παπάγο, κόστισε 400.151 λιρέτες στο ελληνικό Δημόσιο για διάφορα γεύματα, αγορά στεφάνου κτλ. Αγνωστο αν σε αυτές περιλαμβάνονταν και οι 50.000 λιρέτες που ο Παπάγος άφησε ως φιλοδώρημα στους αστυνομικούς οι οποίοι τον συνόδευσαν στη Φλωρεντία. Τον Παπάγο συνόδευαν σε εκείνη την επίσκεψη η σύζυγός του, ο ΥΠΕΞ Στ.Στεφανόπουλος, ο διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, πρεσβευτής Γ.Κούστας, ο γενικός διευθυντής της Προεδρίας στρατηγός Χ.Καρατζένης και ο Ι. Σωσσίδης, διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του έλληνα ΥΠΕΞ.

  • image2Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.
Advertisements
 
 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: