RSS

Monthly Archives: February 2009

Εμφύλιος πόλεμος, στρατηγική ή τυχοδιωκτισμός;

Δεν μπορώ να φαντασθώ ποια ερωτήματα μπορούν να τεθούν στο «κοινό» από μια δημοσκόπηση για να αποκαλυφθεί πώς και με ποια μορφή πέρασε στην «κοινή αντίληψη» ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, όπως είναι ο «εμφύλιος πόλεμος» ή η «ανταρσία», όρος που προσωπικά προτιμώ και νομίζω ότι είναι ορθότερος. Πολύ περισσότερο όταν έχουν περάσει εξήντα χρόνια από τότε και δεν ζει σχεδόν κανένας από τους πρωταγωνιστές του, ελάχιστοι από εκείνους που έλαβαν μέρος και εκείνοι που απλώς τον θυμούνται από την παιδική ή εφηβική ηλικία αποτελούν μικρό μέρος του πληθυσμού. Θα μου πείτε ότι σκοπός της δημοσκόπησης δεν είναι να αποκαλύψει το ίδιο το γεγονός. Ούτως ή άλλως, ένας εμφύλιος πόλεμος είναι σύνθετο και περίπλοκο γεγονός, δύσκολα αποκαλύπτει τα μυστικά του ακόμα και στους εξειδικευμένους επιστήμονες που το ερευνούν και το μελετούν με ειδικές μεθόδους. Το πολύ πολύ εκείνο που μπορούμε να περιμένουμε από μια δημοσκόπηση είναι το πολύ γενικό και συχνά αφελές περίγραμμα του γεγονότος, που και αυτό διαστρεβλωμένο κατάφερε να επιβιώσει και να αποτελεί «άποψη» των νεότερων γενεών γι’ αυτό. Με δυο λόγια πιστεύω ότι η έρευνα αυτών των γεγονότων, αλλά και του πώς πέρασαν στη «συλλογική συνείδηση», είναι δουλειά ειδικών ερευνητών, κυρίως των ιστορικών, και αυτοί, όπως γενικά η διανόηση, είναι οι φυσικοί «μεσάζοντες» μεταξύ του γεγονότος και του κοινού. Αλλος δρόμος δεν νομίζω ότι υπάρχει και οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να μας λύσουν όλα τα προβλήματα.

Από τις απαντήσεις που έδωσε το κοινό στη δημοσκόπηση που διενεργήθηκε κατά παραγγελία της «Κ» για τον εμφύλιο πόλεμο, εκείνη που προσωπικά απεκόμισα ως γενική πεποίθηση των νεότερων γενεών ήταν ότι ο εμφύλιος πόλεμος διεξήχθη μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς και ότι νίκησε η Δεξιά. Περίπου έτσι θυμόμαστε και ένα ποδοσφαιρικό ματς! Η απάντηση δεν αναβιώνει την τότε Δεξιά και την τότε Αριστερά ούτε τη νίκη της πρώτης επί της δεύτερης. Ενδεχομένως, όμως, ενσωματώνει τη γνώμη του ερωτώμενου για τη σημερινή Δεξιά και Αριστερά και αναλόγως να κρίνει και τη νίκη της μιας επί της άλλης.

Αναζήτησα την αφορμή για την παραγγελία αυτής της δημοσκόπησης, επετειακή ή άλλη πιο ουσιαστική. Ουσιαστική δεν βρήκα και οι μόνες επετειακές που υπάρχουν, λίγο μετά ή λίγο πριν, είναι η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας (Ιανουάριος 1945) και οι πρώτες εκλογές (5 Μαρτίου 1946). Και οι δύο αυτές ημερομηνίες αποτελούν κομβικά σημεία για τη διολίσθηση της χώρας στον εμφύλιο πόλεμο. Οπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω πρόκειται μάλλον για διολίσθηση παρά για αναπότρεπτη εξέλιξη. Τα πράγματα δεν οδηγούσαν αναπότρεπτα στον Εμφύλιο. Χρειάσθηκαν συγκεκριμένες ενέργειες και αποφάσεις των δύο αντιμαχόμενων πλευρών για να φτάσουμε ώς εκεί και πιστεύω χωρίς συνείδηση ότι οδηγούμαστε εκεί. Μικρές ή μεγάλες κινήσεις πολιτικής τακτικής των αντιμαχόμενων πλευρών, ακριβέστερα μικροί ή μεγάλοι πολιτικοί εκβιασμοί, οδήγησαν τελικά στον Εμφύλιο. Πιστεύω ότι τον Εμφύλιο δεν τον σχεδίασε και δεν τον αποφάσισε ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά. Αν θα πρέπει να αναζητήσουμε κάποιο αρχικό κεντρικό σχέδιο αναγκαστικά θα περιπέσουμε στη σκοτεινή σφαίρα της συνωμοσιολογίας, που ανεξάρτητα από τις αλήθειες που μπορεί να κρύβει, δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία συλλογισμών και εκτιμήσεων.

Στις 5 Μαρτίου του 1946 διενεργήθηκαν οι πρώτες γενικές εκλογές ύστερα από δέκα θυελλώδη χρόνια. Είχαν μεσολαβήσει η δικτατορία Μεταξά, ο πόλεμος, η Κατοχή και η Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και η Συμφωνία της Βάρκιζας. Το κράτος είχε αποκατασταθεί στοιχειωδώς, υπήρχαν στρατός, αστυνομία και δικαστήρια (τα δυναμικά όργανα της κρατικής καταπίεσης). Ηταν αναμφισβήτητα κράτος της Δεξιάς και για λόγαριασμό της ασκούσε την καταπίεση.

Το ΕΑΜ (η μετωπική έκφραση του ΚΚΕ) είχε πάρει την απόφαση να μην πάρει μέρος στις εκλογές. Ακριβώς την παραμονή των εκλογών σημειώθηκε η πρώτη ανταρτική σοβαρή επίθεση στο Λιτόχωρο του Ολύμπου, από ομάδα ενόπλων καταδιωκομένων αριστερών. Και τα δύο γεγονότα, η αποχή του ΕΑΜ από τις εκλογές και η ένοπλη επίθεση στο Λιτόχωρο, θεωρούνται ως αρχή του εμφυλίου πολέμου. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ εκείνη τη στιγμή είχαν σχέδιο και απόφαση εμφυλίου πολέμου. Πίεση και πολιτικό εκβιασμό ασκούσαν.

Και τα δύο γεγονότα όμως, η αποχή από τις εκλογές και η ένοπλη επίθεση στο Λιτόχωρο (το πρώτο ουσιαστικά και το δεύτερο περισσότερο συμβολικά) όρισαν τις βασικές συντεταγμένες του μελλοντικού εμφυλίου πολέμου, τον οποίο καμιά από τις δύο πλευρές δεν είχε σχεδιάσει και δεν είχε αποφασίσει.

Η αποχή από τις εκλογές όρισε τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, με την ανταρσία στη νομιμότητα, ουσιαστικά αυτό οριζόταν ως η μια παράταξη. Ολες οι άλλες πολιτικές δυνάμεις που πήραν μέρος στις εκλογές συγκροτούσαν τη νόμιμη κρατική παράταξη. Η βία και νοθεία που αναμφισβήτητα ασκήθηκε στις εκλογές δεν αφαίρεσε τίποτα από τη «νομιμότητα» αυτής της παράταξης. Συνεπώς, ο εμφύλιος πόλεμος δεν διεξήχθη μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, όπως σταθερά απαντούν σήμερα, έπειτα από εξήντα χρόνια, οι ερωτώμενοι από τη δημοσκόπηση. Διεξήχθη ανάμεσα στο νόμιμο κράτος, στο οποίο η Δεξιά ήταν η κύρια δύναμη, αλλά σε συμμαχία και με άλλες δυνάμεις, και στην ανταρσία του ΚΚΕ, ουσιαστικά στην ανταρσία από τη νομιμότητα. Το δεύτερο γεγονός, η επίθεση στο Λιτόχωρο προδιέγραφε (και ταυτόχρονα απειλούσε) τη μορφή που πιθανόν θα έπαιρνε η πολιτική αντιπαράθεση στο μέλλον. Και τα δύο γεγονότα μαζί προδιέγραφαν τις παρατάξεις που θα συγκρουσθούν και το πεδίο της σύγκρουσης. Ηταν η πρώτη μεγάλη και αποφασιστική μάχη που έχασε το ΚΚΕ.

Επειδή εξαντλείται ο χώρος, βιάζομαι να γράψω το συμπέρασμα στο οποίο προσωπικά έχω καταλήξει, και αν χρειασθεί θα επανέλθω: Ο εμφύλιος πόλεμος (και ο Δεκέμβρης του 1944 που προηγήθηκε) ήταν ένας μεγάλος πολιτικός τυχοδιωκτισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ και προσωπικά του Νίκου Ζαχαριάδη, που αιματοκύλισε και κατέστρεψε τη χώρα και οδήγησε ένα ρωμαλέο και νεανικό κίνημα, την Αριστερά, στη σφαγή και στην ταπείνωση της ήττας. Σε αυτό το συμπέρασμα δεν καταλήγει κανείς με δημοσκοπήσεις.

Κάποτε συζητούσα με τον Χαρίλαο Φλωράκη και μου μιλούσε για την κατάληψη του Καρπενησιού από τους αντάρτες. Ηταν διοικητής της επιχείρησης. Περιέγραφε στρατιωτικά ανδραγαθήματα και ηρωισμούς, που ούτε σήμερα τα αμφισβητώ. Στον πόλεμο υπάρχουν και από τις δύο πλευρές. Καθώς άκουγα την αφήγηση, μου γεννήθηκε μια απορία και του την είπα: Καλά όλα αυτά που μου λες και δεν τα αμφισβητώ. Στρατηγική νίκης είχατε και ποια; Δεν έλαβα απάντηση.

Πώς κατέληξε η ηγεσία του ΚΚΕ σε αυτόν τον μεγάλο τυχοδιωκτισμό είναι πραγματικά αντικείμενο σοβαρής έρευνας. Χρήσιμης, γιατί και σήμερα παρατηρώ τα τυχοδιωκτικά φαινόμενα, που πιστεύω ότι ανάγονται στις ίδιες βαθύτερες αιτίες.

  • Γραφει ο Aντωνης Kαρκαγιαννης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/02/299
 
Leave a comment

Posted by on February 15, 2009 in Ελληνικός Εμφύλιος

 

Tags:

12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1945: Η συμφωνία της Βάρκιζας και ο ρόλος του Τσιριμώκου

12 Φλεβάρη 1945. Οι αντιπροσωπείες του ΕΑΜ και της κυβρνησης αμσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας

12 Φλεβάρη 1945. Οι αντιπροσωπείες του ΕΑΜ και της κυβέρνησης αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας

  • Η συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 ανάμεσα στην ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ από τη μια πλευρά και την κυβέρνηση Πλαστήρα από την άλλη, αποτέλεσε το πρώτο επίσημο κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στον αστικό πολιτικό κόσμο και τις μη αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα για μια ομαλή, ειρηνική, δημοκρατική εξέλιξη της πολιτικής ζωής του τόπου στον μεταπολεμικό κόσμο.

Αλλά στο βάθος δεν υπήρχε πραγματική διάθεση για συμβιβασμό. Το αστικό κράτος και ο μηχανισμός του, όπως και οι Αγγλοι, έψαχναν για κάποια «παράλειψη», μια «τρύπα» για να περιορίσουν ή να υποτάξουν τις δυνάμεις της Αριστεράς, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε να κρύψει το καλύτερο μέρος του οπλισμού του ΕΛΑΣ για μελλοντική πιθανή χρησιμοποίησή του.

Η δυσπιστία ήταν έκδηλη και από τις δύο πλευρές, και μόνο μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 φάνηκε η διάθεση των δύο πλευρών να τηρήσουν σιωπηρά -χωρίς γραπτή δέσμευση, όπως συνέβη στη Βάρκιζα- τους όρους εκείνης της συμφωνίας.

Στις διαθέσεις των Αγγλων και του κρατικού ελληνικού μηχανισμού προστέθηκε ο περίεργος αν όχι και σκοτεινός ρόλος ενός κεντρικού αντιπροσώπου της αριστερής αντιπροσωπείας στη Βάρκιζα: του Ηλία Τσιριμώκου, ηγέτη του μικρού κόμματος της Ενωσης Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) που συμμετείχε στο ΕΑΜ.

Το φθινόπωρο του 1944 ο Τσιριμώκος, ως αντιπρόσωπος του ΕΑΜ, είχε αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ πρόβαλλε ιδιαίτερα τον Τσιριμώκο, που είχε αποτελέσει μεταξύ άλλων μέλος της αριστερής αντιπροσωπείας στη Μέση Ανατολή το καλοκαίρι του 1943 και είχε μάλιστα συνυπογράψει το κοινό κείμενο για τη μη επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β’ στην Ελλάδα πριν από τη διεξαγωγή ενός γνήσιου δημοψηφίσματος περί το Πολιτειακό, πλάι στους Π. Κανελλόπουλο, Γ. Εξηντάρη, Κ. Πυρομάγλου, Π. Ρούσο και Α. Τζήμα.1 Τουλάχιστον από το τέλος της Κατοχής ο Τσιριμώκος είχε αρχίσει να ελίσσεται μυστικά και περίεργα. Ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας συνεργαζόταν με τον Γεώργιο Παπανδρέου σε μια εποχή που οι Αγγλοι επιδίωκαν την απομόνωση του ΚΚΕ από τις άλλες αριστερές δυνάμεις που ανήκαν στο ΕΑΜ.

Στις αρχές Νοεμβρίου 1944 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα ρώτησε τον Γ. Παπανδρέου αν είχε επιτύχει κάτι προς την κατεύθυνση του αποχωρισμού των μετριοπαθών στοιχείων από το ΕΑΜ. Ο Παπανδρέου απάντησε ότι «η διαδικασία είχε αρχίσει. Για παράδειγμα ο κ. Τσιριμώκος μού είχε πει εμπιστευτικά ότι περίμενε τη στιγμή για να φύγει».2

Στις 8 Ιανουαρίου 1945 ο πρεσβευτής Λίπερ πληροφορήθηκε από το Βρετανό υπολοχαγό των υπηρεσιών πληροφοριών Ρόντνεϊ Μποντ, ότι το κόμμα του Τσιριμώκου, «η ΕΛΔ είχε αποφασίσει με δική της πρωτοβουλία να πραγματοποιήσει την τελική ρήξη με το ΕΑΜ».3

Ο Τσιριμώκος προωθούσε τις επαφές του, ενώ το ΕΑΜ επιθυμούσε να διατηρήσει την ενότητά του και γι’ αυτό να προβάλλει ιδιαίτερα τον αρχηγό της ΕΛΔ. Η Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου ήταν μια ενδιαφέρουσα και «σκοτεινή» μέρα. Η αριστερή αντιπροσωπεία είχε φτάσει στην πολυτελή έπαυλη Κανελλοπούλου, στην περιοχή της Βάρκιζας, αποτελούμενη από τους Γιώργη Σιάντο, Δημήτρη Παρτσαλίδη και Ηλία Τσιριμώκο.

Στη βίλα Κανελλοπούλου, όπου θα διεξάγονταν οι τελικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης Πλαστήρα και της αριστερής αντιπροσωπείας, ο Τσιριμώκος είχε ιδιαίτερες επαφές με τον εκπρόσωπο της βρετανικής πρεσβείας Ντέιβιντ Μπάλφουρ και τον ιδιαίτερο γραμματέα του αντιβασιλέα αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, δικηγόρο Ιωάννη Γεωργάκη, αργότερα ιδιαίτερο συνεργάτη του Αριστοτέλη Ωνάση, που ήταν παρών σε όλη τη διάρκεια της διάσκεψης.

Ο Τσιριμώκος εκδήλωσε την επιθυμία να έχει μια μυστική ιδιαίτερη συνάντηση με τον αρχιεπίσκοπο – αντιβασιλέα. Ετσι, καταστρώθηκε ένα έξυπνο σχέδιο. Ο Τσιριμώκος ζήτησε να φύγει προσωρινά για να πάει στην Αθήνα «και να επισκεφθεί την ηλικιωμένη γιαγιά του». Οι Βρετανοί στρατιωτικοί που παρευρίσκονταν στην έπαυλη Κανελλοπούλου «μετά από μια μεγάλη επίδειξη αντιρρήσεων, που σκοπό είχαν ν’ αφοπλίσουν τις κομμουνιστικές υποψίες» συγκατατέθηκαν τελικά. Ο Τσιριμώκος με συνοδεία οδηγήθηκε στην οικία του και από εκεί μεταφέρθηκε «μυστικά στον τόπο διαμονής του αρχιεπισκόπου», στο Χαλάνδρι, όπου είχε μια καρποφόρα συνομιλία με τον Δαμασκηνό. Ο Τσιριμώκος «έδωσε οριστική υπόσχεση στον αντιβασιλέα ότι θ’ αντιταχθεί στα κομμουνιστικά αιτήματα».

Μια νέα συνάντηση μεταξύ Δαμασκηνού και Τσιριμώκου έγινε την επόμενη μέρα. Οι Βρετανοί αδημονούσαν να μάθουν αποτελέσματα των επαφών των δύο συνομιλητών. Ο Δαμασκηνός ενημέρωσε τη βρετανική πλευρά ότι «ο Τσιριμώκος ήταν ένα μεγάλο πλεονέκτημα για μας, αφού μας είχε δώσει πληροφορίες από τα πριν για τη γραμμή που -ο Σιάντος και ο Παρτσαλίδης- θ’ ακολουθούσαν και ήταν διατεθειμένος την κατάλληλη στιγμή να τους προδώσει».4

Η βρετανική ηγεσία, που στο μεταξύ είχε φτάσει στη Γιάλτα για τη διάσκεψη (Τσόρτσιλ, Στάλιν, Ρούζβελτ), ενημερωνόταν σχετικά με τη διάσκεψη της Βάρκιζας και τις κινήσεις του Τσιριμώκου και συμφωνούσε ότι δεν έπρεπε να δοθεί γενική αμνηστία για τα γεγονότα της εξέγερσης του Δεκέμβρη 1944. Αλλά ο Σιάντος και ο Παρτσαλίδης επέμεναν για τη χορήγηση γενικής αμνηστίας. Καθώς η διάσκεψη κινδύνευε να βρεθεί σε αδιέξοδο, αναζητήθηκε εκ νέου ο Τσιριμώκος, και ο Δαμασκηνός συνομίλησε μαζί του. Ο αρχιεπίσκοπος εξήγησε στους Βρετανούς μετά το τέλος της συνάντησης ότι ο συνομιλητής του «τώρα φαίνεται έτοιμος να εγκαταλείψει τους συνεργάτες του στο ζήτημα της αμνηστίας».

Ενώ συνεχίζονταν οι συνομιλίες της Βάρκιζας, ο Σάββας Παπαπολίτης, στενός συνεργάτης του Τσιριμώκου, συναντήθηκε με τον Λίπερ.

Παράδοση μρους του οπλισμού των Ελασιτών.

Παράδοση μέρους του οπλισμού των Ελασιτών.

Ο Τσιριμώκος είχε ζητήσει από τον Παπαπολίτη να συναντηθεί με το Βρετανό πρεσβευτή, με σκοπό να εξηγήσει τα ακόλουθα: «Από μια σειρά αναποδιές ο Τσιριμώκος βρέθηκε ακόμα μια φορά στο στρατόπεδο του ΚΚΕ μετά το τέλος της μάχης της Αθήνας. Εντάχθηκε στην αντιπροσωπεία όχι με σκοπό να βοηθήσει τον Σιάντο, αλλά με στόχο να εξασφαλίσει μια συμφωνία που θα αδυνατίσει το ΚΚΕ». Ο Παπαπολίτης ήταν εξουσιοδοτημένος να πληροφορήσει τον Λίπερ ότι η απόφαση του Τσιριμώκου ήταν «να συνενώσει όλες τις σοσιαλιστικές ομάδες για να υποστηρίξουν ανοιχτά» τη βρετανική δράση στην Ελλάδα «και να καταδικάσει το ΚΚΕ για την αντιβρετανική του στάση».5

Ενώ οι εργασίες της διάσκεψης στη Βάρκιζα συνεχίζονταν, μια επιστολή στάλθηκε προς τη βρετανική ηγεσία, υπογεγραμμένη από τους Σιάντο, Παρτσαλίδη και Τσιριμώκο: «Δεχόμαστε να λυθεί -τόνιζαν οι συντάκτες της επιστολής- το ζήτημα των διώξεων με βάση την αρχή που έθεσε η κυβερνητική αντιπροσωπεία».

12/2/1945 Οι Ηλίας Τσιριμώκος - Γιώργης Σιάντος και Μήτσος Παρτσαλίδης υπογράφουν τη συμφωνία της Βάρκιζας.

12/2/1945 Οι Ηλίας Τσιριμώκος - Γιώργης Σιάντος και Μήτσος Παρτσαλίδης υπογράφουν τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Η υποχώρηση της αριστερής αντιπροσωπείας στο θέμα της γενικής αμνηστίας πρόσφερε τη «μαύρη τρύπα» που θα έδινε την ευκαιρία να διωχτούν χιλιάδες οπαδοί της Αριστεράς, συχνά με κατηγορίες για φανταστικά αδικήματα.

Ο περίεργος και σκοτεινός ρόλος του Τσιριμώκου στις διαπραγματεύσεις της Βάρκιζας, ίσως να μας διευκολύνει να κατανοήσουμε καλύτερα την ξαφνική του αποστασία από τον Γεώργιο Παπανδρέου και την Ε.Κ., τον Αύγουστο του 1965, και την ανάθεση από τον Κωνσταντίνο της εντολής να σχηματίσει κυβέρνηση. Η πρωτοβουλία Τσιριμώκου απέτυχε τελικά. Ομως στη συνέχεια ο Ελληνας πολιτικός πρωτοστάτησε παρασκηνιακά στη δημιουργία της κυβέρνησης των αποστατών υπό τον Στ. Στεφανόπουλο. Στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ο Τσιριμώκος χρημάτισε αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών, οπότε και πραγματοποίησε σημαντικές συνομιλίες με τους Αμερικανούς και τους Αγγλους περί το Κυπριακό κ.ά.


1. Βλ. το πρωτότυπο κείμενο της κοινής δήλωσης στο φωτογραφικό ένθετο, «Οι προστάτες», εκδ. «Ιωλκός», 2008
2. Αρχεία Φ.Ο., FO 371/43695, R 18257
3. Αρχεία Φ.Ο., FO 371/48245, R 654/G
4. Ημερολόγιο Μακμίλαν, σ. 672
5. Αρχεία Φ.Ο., FO 371/48254, R2714/G
Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/02/2009
 

Καιρός να ξαναθυμηθούμε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, κυρίως μεταξύ των Ρώσων επαναστατών, πολιτικών προσφύγων στη Δυτική Ευρώπη, κυκλοφορούσε το εξής, ευφυές και χαριτωμένο ανέκδοτο για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Βλαδίμηρο Λένιν. Πολύ πιο γνωστή τότε η πρώτη από τον δεύτερο…

Η Ρόζα είχε, λέει, μια χαριτωμένη και έξυπνη γάτα, όπως μόνο οι γάτες ξέρουν να είναι. Την αγαπούσε πολύ και της είχε τυφλή εμπιστοσύνη. Οποιον επισκέπτη του σπιτιού της συμπαθούσε η γάτα της, τον συμπαθούσε και η ίδια. Τη μόνη φορά που η γάτα της έκανε λάθος ήταν όταν ο Λένιν την επισκέφθηκε στο Βερολίνο. Παραδόξως, τον συμπάθησε.

Πράγματι, ο τραγικός θάνατος της Ρόζας από τους προδρόμους των ναζί, τον Ιανουάριο του 1919 (ενενηκοστή επέτειος από τότε) εμπόδισε ή μάλλον διέκοψε την ανάπτυξη ευρείας πολεμικής με τον Λένιν, ώστε σήμερα να έχουμε σαφή εικόνα των μεταξύ τους ιδεολογικών διαφορών. Το νεοσυσταθέν τότε σοβιετικό καθεστώς ζούσε στον αέρα του θριάμβου που ορθά αποδίδονταν στον Λένιν και αντιμετώπιζε τη νεκρή πλέον Ρόζα Λούξεμπουργκ με υπεροπτική συγκατάβαση. Δεν μπορούσε να αρνηθεί την τραγική θυσία της. Τη δολοφόνησαν μαζί με τον Καρλ Λίμπκνεχτ, ηγέτες και οι δύο των «Σπαρτακιστών» και του επαναστατικού κινήματος στη Γερμανία. Την πέταξαν σε ένα κανάλι του Βερολίνου και τη βρήκαν ύστερα από μέρες, φρικτά κακοποιημένη. Αυτή ήταν η θυσία στην Επανάσταση που σεβάστηκαν. Χωρίς καμιά αναφορά στη σκέψη της και κυρίως στην κριτική της για τον ίδιο τον Λένιν και το επιχειρούμενο τότε επαναστατικό πείραμα. Ολοι άλλωστε πίστευαν ότι ζούσαν τις μέρες που θα άλλαζαν τον κόσμο…

Η σκέψη της Λούξεμπουργκ βρισκόταν ακριβώς στον αντίποδα του Λένιν και της πρακτικής που ακολουθούσε η επανάσταση των μπολσεβίκων. Παραθέτω το γνωστό απόσπασμα από τα γραπτά της, το δανείστηκα από άρθρο του Ανδρέα Παππά στο «Βήμα» της περασμένης Τρίτης.

«Είναι φανερό ότι ο σοσιαλισμός, από την ίδια του τη φύση, δεν μπορεί να παραχωρηθεί, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με ουκάζια […]. Πνίγοντας την πολιτική ζωή σε όλη τη χώρα, είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα περισσότερο η ζωή σε αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο […]».

«Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος –όσο πολυάριθμα κι αν είναι αυτά– δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντοτε ως ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά».

Από όσα γνωρίζουμε σήμερα για τα έργα και τις ημέρες του σοβιετικού καθεστώτος στα εβδομήντα και πλέον χρόνια της ζωής του, μας εντυπωσιάζει η ακρίβεια των προβλέψεων της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Πράγματι, η Επανάσταση δεν συντελείται με ουκάζια, με διατάγματα. Είναι μια αδιάπτωτη και απρόβλεπτη διαδικασία πολιτικών συγκρούσεων με επίσης απρόβλεπτα αποτελέσματα. Ο Ανατόλ Φρανς, εμβριθής μελετητής της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και διακεκριμένος λογοτέχνης, έλεγε ότι κανείς ποτέ δεν σχεδίασε μια επανάσταση και κανείς δεν προδιέγραψε το αποτέλεσμά της. Ο Λένιν και τη «σχεδίασε» και προδιέγραψε το αποτέλεσμά της, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Γι’ αυτό ίσως μέχρι σήμερα συζητάμε αν ήταν επανάσταση ή πραξικόπημα και τι τελικά είναι ο σοσιαλισμός, αφού δεν είναι αυτός ο βιασμός της κοινωνίας που γνωρίσαμε στη Σοβιετική Ενωση.

Το πρώτο μέλημα του Λένιν και των διαδόχων του ήταν να «πνίξουν την πολιτική ζωή», καταργώντας την κίνηση των ιδεών, τις πολιτικές διαφορές, την ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών, καταργώντας εν τέλει τη Δημοκρατία. Πώς να αναπτυχθεί και πώς να ολοκληρωθεί μια επανάσταση και πώς να φτάσει στο έτσι ή αλλιώς απρόβλεπτο αποτέλεσμά της χωρίς δημοκρατία και ελευθερία. Επνιξαν την πολιτική ζωή και εκείνο που τελικά απέμεινε ως «πολιτικό όργανο» ήταν η παραλυτική γραφειοκρατία και η αυθαίρετη και καταπιεστική αστυνομία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, Πολωνίδα εβραϊκής καταγωγής, αν κρίνουμε από την τολμηρότητα των ιδεών της, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ανήκε στην άκρα Αριστερά της εποχής της. Παρά ταύτα, ο Ανδρέας Παππάς γράφει στο «Βήμα» ότι ήταν πολύ διστακτική για την ένοπλη εξέγερση του προλεταριάτου του Βερολίνου το 1919, που κατέληξε στην αιματηρή συντριβή του, δημιουργώντας ταυτόχρονα τις πρώτες προϋποθέσεις της μετέπειτα ναζιστικής πλημμυρίδας. Προσπάθησε να μεταπείσει τον παρορμητικό και ενθουσιώδη Καρλ Λίμπκνεχτ, αλλά μάταια. Τον ακολούθησε ώς τη συντριβή και τον θάνατο.

Το πρόβλημα της Δημοκρατίας, αυτής της «τυπικής» «αστικής» Δημοκρατίας ταλαιπωρεί πολλές δεκαετίες τη εγχώρια Αριστερά, σε ολόκληρη τη ζωή της. Την ταλαιπωρεί και σήμερα, γι’ αυτό και τόσο συχνά μικρές οργανωμένες μειοψηφίες προχωρούν σε θορυβώδη επίδειξη αυθαίρετων βιαιοτήτων, ακόμη και εναντίον της περιουσίας και της ζωής των πολιτών. Τα λόγια της Ρόζας Λούξεμπουργκ δεν είναι μόνο προφητικά. Είναι και διδακτικά. Καμιά επανάσταση, καμιά εξέγερση, κανένα όραμα δεν έχουν νόημα και προοπτική όταν ξεκινούν από την καταπάτηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, από την κατάργηση της Δημοκρατίας. Αυτής της Δημοκρατίας (δεν υπάρχει άλλη) που θεμελίωσε ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση και διαμόρφωσαν δύο αιματηροί παγκόσμιοι πόλεμοι.

Η τόλμη των ιδεών ποτέ δεν έβλαψε. Ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός εν ονόματί τους, συνήθως οδηγεί στην καταστροφή.

Η «αστική», η «τυπική» Δημοκρατία, οι ελευθερίες και τα πολιτικά δικαιώματα, αξίες πάνω στις οποίες αναπτύσσεται η δημοκρατική νομιμότητα, αποτελούν λαϊκές κατακτήσεις εσαεί, βάση και προϋπόθεση κάθε μελλοντικής κοινωνικής κατάκτησης. Ολα τα άλλα είναι ψευτοεπαναστατισμός και ψευτοαριστεροσύνη, όταν δεν είναι απροκάλυπτος πολιτικός τυχοδιωκτισμός.

  • Γραφει ο Aντωνης Kαρκαγιαννης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/02/2009
 
Leave a comment

Posted by on February 3, 2009 in Λούξεμπουργκ Ρόζα

 

Tags:

23-25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1953. Το ταξίδι του Παπάγου στην Ιταλία

Αριστερά: Επιστολή με έκδηλα προσωπικό χαρακτήρα που απηύθυνε ο Παπάγος (φωτογραφία κάτω) στον έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Α. Αργυρόπουλο, με την οποία εκφράζει την επιθυμία του να επισκεφθεί την Ιταλία μετά τις προγραμματισμένες για τον Μάιο του ιδίου έτους εκλογές στη γείτονα χώρα. Δεξιά: Ιδιόχειρη επιστολή με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1953 του διευθυντή Εθιμοτυπίας της Ιταλικής Προεδρίας, μαρκησίου Μικέλε Σκαμάκκα ντελ Μούργκο προς τον Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Α. Αργυρόπουλο. «Αλίμονο! Συχνά οι καλλιτέχνες έχουν περίεργες ιδέες» γράφει μεταξύ άλλων ο Ιταλός ευγενής αναφερόμενος σε μάλλον άκομψη επιστολή του Ντε Κίρικο που, προσκληθείς σε δείπνο προς τιμήν του Παπάγου στην πρεσβευτική κατοικία, έγραψε στον Αργυρόπουλο: «Το να καλεί κάποιος έναν άνδρα νυμφευμένο σε δείπνο άνευ συζύγου, δεν δικαιολογείται από άγνοια για την οικογενειακή του κατάσταση. Είναι θέμα στοιχειώδους παιδείας όταν κάποιος δεν γνωρίζει, να ρωτά»

Οταν η Ρώμη είχε τον νου της στην Τεργέστη και η Αθήνα στο Κυπριακό

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΟΜΑΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009


ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ συχνά, στην πατρίδα μας ίσως περισσότερο, κάποια γεγονότα να αποτιμώνται διαφορετικά με τη μεσολάβηση του χρόνου. Ενα από αυτά υπήρξε και η επίσκεψη του στρατάρχη Παπάγου στη γείτονα Ιταλία, 56 χρόνια πριν. Μπορεί η εφημερίδα «Το Βήμα» να τη χαρακτήρισε τότε «ιστορικόν σταθμόν από απόψεως τιμών διά τον Ελληνα Πρωθυπουργόν και την συνοδείαν του», στο βάθος όμως των συνομιλιών εκείνων που οδήγησαν σε προσέγγιση τις δύο χώρες, οικονομικού και μορφωτικού περιεχομένου, υπερίπτατο το φάντασμα της Τεργέστης και του Κυπριακού που μόλις ανεδύετο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ποιο ήταν το πιο περίεργο; Οτι και για τα δύο η Ελλάδα βρισκόταν στη γωνία με την απειλή ανακινήσεως του «μακεδονικού». Από τον Τίτο, αν συμφωνούσε για παραχώρηση της ζώνης Α της Τεργέστης στην Ιταλία, και από τους Βρετανούς, αν τολμούσε να φέρει το θέμα της Κύπρου στον ΟΗΕ…

Η διετία 1953-54 ήταν μια περίοδος γεμάτη επισκέψεις στο εξωτερικό ελλήνων επισήμων, μελών της κυβέρνησης του Ελληνικού Συναγερμού υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο, που είχαν αναδείξει οι εκλογές της 19ης Νοεμβρίου 1952 με πλειοψηφικό, αλλά και του βασιλικού ζεύγους Παύλου- Φρειδερίκης. Ηταν μια δύσκολη περίοδος. Η χώρα εξερχόταν βαθιά τραυματισμένη από τον εμφύλιο, που της είχε στοιχίσει ακριβά όχι μόνο σε αίμα αλλά και επειδή δεν είχε καταφέρει την οικονομική ανάκαμψη που πέτυχαν με το Σχέδιο Μάρσαλ οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο. Ηταν κοινός τόπος ότι, όπου οι συνθήκες ειρήνης απέτυχαν, αυτό οφειλόταν κατά κανόνα στην απώλεια του αγώνα στο οικονομικό επίπεδο. Χρειαζόταν για αυτό κατεπειγόντως μια νέα οικονομική πολιτική, που κλήθηκε να εφαρμόσει ο υπερδραστήριος υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Παπάγου Σπύρος Μαρκεζίνης. Η νέα πολιτική του Μαρκεζίνη στηρίχθηκε στην ιστορική αναπροσαρμογή της δραχμής της 9ης Απριλίου 1953 και στις λεγόμενες ευρωπαϊκές πιστώσεις σε Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία για τη χρηματοδότηση του προγράμματος οικονομικής αναπτύξεως της χώρας με ξένο συνάλλαγμα. Στη συνέχεια ψηφίστηκε και ο σχετικός νόμος για προσέλκυση ξένων κεφαλαίων στη χώρα.

Ως το 1954 που παραιτήθηκε από την κυβέρνηση ο Μαρκεζίνης- δυσαρεστημένος γιατί δεν του ανατέθηκε, όπως του είχε υποσχεθεί ο Παπάγος μετά την επιτυχημένη θητεία του στο Συντονισμού, το υπουργείο Εξωτερικών ο θηραίος πολιτικός είχε «αλωνίσει» με ταξίδια του την Ευρώπη, αλλού κλείνοντας οικονομικές συμφωνίες ο ίδιος και αλλού προετοιμάζοντας το κατάλληλο έδαφος για συνομιλίες του Έλληνα πρωθυπουργού. Στο πλαίσιο αυτό εντασσόταν και η επίσκεψη του Παπάγου και της συζύγου του στην Ιταλία, που επιπλέον είχε τον χαρακτήρα ανταποδόσεως προηγουμένης επισκέψεως στην Αθήνα του προέδρου της γείτονος Ντε Γκάσπερι.

Η επίσκεψη διήρκεσε δύο ημέρες και περιελάμβανε, πλην της πολιτικής ηγεσίας βεβαίως, συνάντηση με τον Πάπα Πίο ΙΒ Δ , καθαρά εθιμοτυπικού χαρακτήρα, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη συμπαράσταση και βοήθεια των σεισμοπαθών του Ιονίου τον Αύγουστο του ιδίου έτους.

Την τρίτη ημέρα, 26 Σεπτεμβρίου, το πρωί, όταν η επίσημη επίσκεψη είχε λήξει, ο Παπάγος με τη γυναίκα του, ο έλληνας πρέσβης Α.Αργυρόπουλος, επίσης με τη γυναίκα του, και ο στρατηγός Καρατζένης αναχώρησαν σιδηροδρομικώς για Φλωρεντία. Μετά τριήμερη παραμονή εκεί, ξανά σιδηροδρομικώς για τη Γένοβα, απ΄ όπου αυθημερόν απέπλευσαν επί του ατμοπλοίου «Γριμάνι» για Πειραιά.

Η επίσκεψη, που πραγματοποιήθηκε με εξαιρετικές τιμές, πρωτοφανείς για το τηρούμενο ως τότε ιταλικό πρωτόκολλο, προκάλεσε δυσανάλογα μεγάλο- σχετικά με τα επισήμως ανακοινωθέντα αποτελέσματα στον οικονομικό και μορφωτικό τομέα, όπως θα δούμε παρακάτω- ενδιαφέρον του διε θνούς Τύπου, και πάντως τη δυσαρέσκεια του Τίτο. Εγραφε «Το Βήμα» στις 7 Οκτωβρίου 1953: «Διά να φανή ευχάριστος εις τον Στρατάρχην η Κυβέρνησις Πέλλα,απεφάσισε να τον περιποιηθή εντελώς ιδιαιτέρως και ξεχωριστά από οποιανδήποτε άλλην τιμήν της οποίας είχε τύχει άλλος ξένος επίσημος έως τότε (…) ανέσυρεν από τους βαθείς πέπλους της ιστορίας που το είχαν περιβάλει το θρυλικόν Καστέλλο Σαντ Αντζελο,το οποίον εκτίσθη τον δεύτερον αιώνα διά Μαυσωλείον των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, και κατόπιν επεξετάθη και εχρησίμευσε διά κατοικίαν των Παπών.Εκεί εδόθη το πρώτον γεύμα της Ιταλικής Κυβερνήσεως προς τιμήν επισήμου ξένου, και τούτο ήτο προς τιμήν του Στρατάρχου Παπάγου. Η Κυανόλευκος μετά της Ιταλικής εκυμάτιζαν το βράδυ εκείνο επί των πύργων του Καστέλλο».

Ωστόσο, αν λάβει κανείς υπόψη του τη διεθνή κατάσταση εκείνη την εποχή, με τον αγγλοαμερικανικό ανταγωνισμό στον χώρο της Μ. Ανατολής και της Ανατ. Μεσογείου να χτυπάει κόκκινο, απειλώντας τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας στην περιοχή, η επίσκεψη Παπάγου στην Ιταλία είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία από την απλή διαπίστωση βελτίωσης των διμερών σχέσεων στον οικονομικό και μορφωτικό τομέα.

Ας σημειωθεί ότι στη διάρκεια εκείνης της επίσκεψης δόθηκε πράσινο φως στην ίδρυση του Βυζαντινού Ινστιτούτου της Βενετίας και δραστηριοποίησης της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα.

Ειδικότερα, οι δύο μεσογειακές χώρες είχαν η καθεμία τα δικά της προβλήματα, που στη διαμάχη Ανατολής – Δύσης αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία. Αυτά ήσαν: η Τεργέστη για την Ιταλία και το Κυπριακό για την Ελλάδα. Σε ό,τι αφορούσε το ζήτημα της Τεργέστης, η προσεκτική διατύπωση θέσεων της ελληνικής πλευράς λειτούργησε κατευναστικά για την ιταλική ηγεσία, που, ενώ εκθύμως είχε συνηγορήσει στην είσοδο της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, είδε με ανησυχία να υπογράφεται το τριμερές Βαλκανικό Σύμφωνο της Αγκυρας τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας. «Η ιταλική αντίδρασις διά το Βαλκανικόν Σύμφωνον θα ημπορούσε να στοιχίση ακριβά, επιφέρουσα πλήρη σύγχυσιν και θέτουσα το δίλημμα προ των Ατλαντικών Συμμάχων: Ιταλία ή Γιουγκοσλαβία;» σχολίαζε ο Τύπος της εποχής, που αναγνώριζε την αξία της επίσκεψης Παπάγου και των ισορροπιών που ο ίδιος ετήρησε παρ΄ ότι είχε κάθε λόγο να ρίξει όλο του το βάρος προς τη μεριά της Ιταλίας μετά τις ασχημίες στις οποίες την ίδια εποχή είχε καταφύγει η γιουγκοσλαβική προπαγάνδα «εμφανίζοντας την Ελληνικήν Μακεδονίαν με πρωτεύουσαν την Θεσσαλονίκην ως υπόδουλον Γιουγκοσλαβικόν τμήμα».

Ετσι, στις επίσημες ανακοινώσεις ενώπιον του Τύπου ο μεν ιταλός πρωθυπουργός αναγνώρισε «το Βαλκανικόν Σύμφωνον ως τεχνικόν μέσον (formule) διά του οποίου θα συμπεριληφθούν τα Βαλκάνια εντός του συστήματος της Δυτικής Αμύνης (…) ουδεμίαν έχον αιχμήν εναντίον της Ιταλίας αλλά και ότι τούτο (το Σύμφωνον) δεν θα κλονισθή από την αντίδρασιν των Ιταλών επί του ζητήματος της Τεργέστης», ο δε έλληνας πρωθυπουργός περιορίστηκε να τηρήσει ψύχραιμη στάση όσον αφορά τη γιουγκοσλαβική προπαγάνδα, γνωρίζοντας ότι πίσω της κρυβόταν βρετανικός δάκτυλος.

Πράγματι, στη διάρκεια σύντομης παραμονής του βρετανού ΥΠΕΞ Ηντεν, που βρισκόταν για ανάρρωση στην Κρήτη μετά από σοβαρή εγχείρηση στην οποία είχε υποβληθεί, ο Παπάγος είχε υποστεί προσωπική προσβολή όταν, τολμώντας να θέσει σε απλή συζήτηση το θέμα της Κύπρου, ο Ηντεν τού γύρισε την πλάτη μέσα στη βρετανική πρεσβεία απειλώντας τον ότι αν τολμήσει να θίξει το ζήτημα όχι μόνο θα φρόντιζε να κάνει την όρεξη των Τούρκων να ανοίξει για τη Μεγαλόνησο (ως τότε οι Τούρκοι δεν έδειχναν ενδιαφέρον, καθώς είχαν παραιτηθεί κάθε αξίωσης για το ζήτημα με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης), αλλά και θα ζητούσε από τον Τίτο… να ανακινήσει το «μακεδονικό». «Φαντάζεται κανείς τι θα συνέβαινεν αν η Ελληνική Κυβέρνησις χάνουσα την ψυχραιμίαν της προς στιγμήν εμιμείτο το ιταλικόν παράδειγμα (σ.σ.:. η Ιταλία είχε συγκεντρώσει στρατό στα σύνορα γύρω από την Τεργέστη). Τότε, οι φίλοι Γιουγκοσλάβοι θα αντελαμβάνοντο ότι δεν είναι εύκολον να παίζη κανείς. Οι Ατλαντικοί Σύμμαχοι θα εκαλούντο να εκλέξουν: Ιταλίαν και Ελλάδαν ή Γιουγκοσλαβίαν; Η πλάστιγξ ασφαλώς θα έκλινεν υπέρ των πρώτων…» έγραφε «Το Βήμα».

Την έντονη κινητικότητα της ελληνικής διπλωματίας εκείνης της περιόδου ακολούθησε και η κυβέρνηση Καραμανλή δύο χρόνια μετά.

Κατά τα άλλα η επίσκεψη εκείνη, που πραγματοποιήθηκε με αεροσκάφος το οποίο παρεχώρησε η ιταλική κυβέρνηση στον Παπάγο, κόστισε 400.151 λιρέτες στο ελληνικό Δημόσιο για διάφορα γεύματα, αγορά στεφάνου κτλ. Αγνωστο αν σε αυτές περιλαμβάνονταν και οι 50.000 λιρέτες που ο Παπάγος άφησε ως φιλοδώρημα στους αστυνομικούς οι οποίοι τον συνόδευσαν στη Φλωρεντία. Τον Παπάγο συνόδευαν σε εκείνη την επίσκεψη η σύζυγός του, ο ΥΠΕΞ Στ.Στεφανόπουλος, ο διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, πρεσβευτής Γ.Κούστας, ο γενικός διευθυντής της Προεδρίας στρατηγός Χ.Καρατζένης και ο Ι. Σωσσίδης, διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του έλληνα ΥΠΕΞ.

  • image2Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.