RSS

Monthly Archives: March 2009

Κατορθώματα και ανθρώπινες στιγμές των ηρώων του ’21. Τα προτερήματα αλλά και τα ελαττώματα των γενναίων της Επανάστασης

«Γύφτο, γύφτο», έγραφε στον Καραϊσκάκη ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιανουαρίου 1827. «Στοχάσου γιατί έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο». Και εννοούσε το δικό του το σόι, το κολοκοτρωναίικο

«Γύφτο, γύφτο», έγραφε στον Καραϊσκάκη ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιανουαρίου 1827. «Στοχάσου γιατί έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο». Και εννοούσε το δικό του το σόι, το κολοκοτρωναίικο

  • Η έκρηξη της Επανάστασης, τον Μάρτιο του 1821, αποτελεί το ξεκίνημα του αγώνα για την ανεξαρτησία που διεξήγαγε ο υπόδουλος Ελληνισμός κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο αγώνας αυτός κατέληξε στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους από την Πύλη, με τη συνθήκη του Μαΐου του 1832.

Στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο είχαν ξεσπάσει πολλά επαναστατικά κινήματα εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Η επανάσταση του 1821 ήταν η μόνη που οργανώθηκε προσεκτικά αρκετά χρόνια πριν από την έκρηξή της. Οταν έγινε βουλευτής ο Κολοκοτρώνης, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα. «Οχι δεν θέλω», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της»

Οταν έγινε βουλευτής ο Κολοκοτρώνης, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα. «Οχι δεν θέλω», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της»

Η εκδήλωση αυτού του απελευθερωτικού κινήματος ήρθε στον απόηχο μεγάλων γεγονότων, που συγκλόνισαν την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο, όπως η Γαλλική Επανάσταση του 1789 και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι ή η Αμερικανική Επανάσταση του 1776. Πρόκειται για γεγονότα που είχαν τον αντίκτυπό τους στις οπισθοδρομικές δομές του αχανούς κράτους που κυβερνούσε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’. Τα παλικάρια, που έγραψαν την ιστορία του εικοσιένα, παρουσιάζονται συχνά ως μυθικοί ήρωες, με εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά, ατρόμητοι, ψυχικά καλλιεργημένοι, ηθικοί αδάμαντες. Στην πραγματικότητα ήταν απλοί άνθρωποι με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα που διαθέτει ο κοινός θνητός. Απλώς τους είχε ατσαλώσει ο πόλεμος. Στις δύσκολες στιγμές της ζωής αυτό συμβαίνει συνήθως. Αλλοι ατσαλώνονται κι άλλοι εξοντώνονται.

  • ΟΙ ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ
  • Η αθυροστομία και τα αστεία του Καραϊσκάκη
  • Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φημιζόταν για την αθυροστομία και τα χωρατά του. Μια φορά ήταν άρρωστος στο στρατόπεδο του Πειραιά. Φώναξε κάποιον κομπογιαννίτη να τον κοιτάξει. Βάζει ένα παλικάρι κάτω από τα σκεπάσματα και μόλις μπαίνει ο γιατρός, δίνει με τρόπο όχι το δικό του χέρι, μα του παλικαριού. Το πιάνει εκείνος σοβαρά και κάνει να μετρήσει το σφυγμό του. «Οι δυνάμεις σου, στρατηγέ μου, πέσανε πολύ», του λέει. Με μια κίνηση πετά ο Καραϊσκάκης πέρα τα σκεπάσματα και μένει ξερός ο γιατρός με τον ξένο καρπό στο χέρι. «Ο π…ος μου έπεσε, ωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!», του λέει.
  • Ο Καραϊσκάκης, όταν οργιζόταν, έβριζε σκληρά όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και οπλαρχηγούς και στρατηγούς ακόμα. Οι ηπιότερες από τις βρισιές του ήταν σαπιοκοιλιά και παλιογελάδα. Αλλά αυτό δεν το έκανε από μοχθηρία. Επειτα από λίγο μετάνιωνε και με δάκρυα στα μάτια απευθυνόταν στους αγανακτισμένους στρατιώτες του για να πει: «Τι θυμώνετε, ωρέ! Κι εγώ είμαι… είμαι ο γιος της καλογριάς». Ο Καραϊσκάκης ήταν εντελώς αγράμματος. Την υπογραφή του έμαθε να τη βάζει μόλις το 1825. Κι αυτή την έβαζε ανορθόγραφα: «Καραησκάκης».
  • ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
  • Η ανδρεία των μελλοθανάτων στη σφαγή της Χίου
  • Ο Γιάννης Βλαχογιάννης αποθησαύρισε δύο διηγήσεις από τη σφαγή της Χίου. Ο ίδιος σημειώνει πως αν είναι αληθινά, τότε «οι Χιώτες ήταν θαυμαστά γενναίοι με τον τρόπο τους τον ήρεμο και ταπεινό». Στη Χίο, όταν έγιναν οι σφαγές, στα 1822, είχαν κλείσει οι Τούρκοι πολλούς από τους επίσημους στη μητρόπολη και τους έβγαζαν έναν έναν και τους έκοβαν το κεφάλι. Οι μελλοθάνατοι δεν λησμονούσαν ούτε τότε τα κοινωνικά πρωτεία τους. «Ορίστε μεσιέ Τζαννή, περάστε πρώτος…», έλεγαν. Αλλος Χιώτης είπε καθώς τον πήγαιναν για θάνατο: «Σωπάστε, μη θυμώσει ο αγάς και πάθουμε χειρότερα».
  • ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
  • Το Παλαμήδι και η πείνα των Τούρκων
  • Απ όλα τα κάστρα του Μοριά το Παλαμήδι ήταν εκείνο που περισσότερο παίδεψε τους Ελληνες. Τέλειωνε ο Νοέμβρης του 1822 κι ακόμα αντιστέκονταν οι Τούρκοι, που ήταν κλεισμένοι στο φρούριο. Ομως η πείνα είναι ανίκητη. Μια μέρα βγήκε από το πίσω μέρος του Παλαμηδιού μια Αράπισσα, κατά την ορολογία του Αινιάνα. Με πρόφαση ότι μάζευε χόρτα, ξεμάκρυνε και πλησίασε τους Ελληνες πολιορκητές. Τη συλλαμβάνουν και την πάνε στον Στάικο Σταϊκόπουλο, επικεφαλής των πολιορκητών. «Πείνα!», του λέει η γυναίκα.
  • Εκείνος διέταξε να της δώσουν φαγητό και να την αφήσουν ελεύθερη. Ετσι κι έγινε. Μερικές μέρες αργότερα ξαναβγαίνει έξω από το φρούριο, αυτήν τη φορά για να δώσει μια σοβαρή πληροφορία: Οι πολιορκούμενοι Τούρκοι κατέβηκαν στο Ναύπλιο και άφησαν το κάστρο αφύλαχτο. Ηταν νύχτα της 29ης Νοεμβρίου 1822 και έβρεχε καταρρακτωδώς, όταν ο Μοσχονησιώτης έστησε τη σκάλα για να ανεβεί στον φοβερό προμαχώνα. Τον βοήθησαν ο Πορτοκάλης και ένας Αθωνίτης καλόγερος, ο Παφνούτιος. Ξυπόλητος και με το σπαθί ρίχτηκε μέσα χωρίς να βρει αντίσταση.
  • ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ
  • Τα όνειρα του Κολοκοτρώνη
  • Ο Κολοκοτρώνης είχε κάποιες δεισιδαιμονίες, όπως όλοι σχεδόν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Διηγούνταν πολλά θαύματα της πλατομαντείας και πίστευε κάποτε στα όνειρα. Οταν ονειρευόταν συνοδεία γάμου, εξηγούσε το όνειρο ότι είναι Τούρκοι. Και αν μεν προχωρούσαν, δεν έμελλε να πολεμήσουν. Αν όμως έστεκαν και χόρευε μαζί τους, τότε σήμαινε ότι θα είχε πόλεμο. Και άρχιζε τις προετοιμασίες.
  • ΤΑ ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ
  • Τουρκοπελέκας ο Νικηταράς, γερο-Τσεκούρας ο Καρατάσος
  • Οι μεγάλοι καπεταναίοι της επανάστασης είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον έλεγαν οι φίλοι του Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα ξαφνιάσματά του. Γέροντα λέγανε τον Γκούρα για τη φρονιμάδα του. Τον Κολοκοτρώνη τον φώναζαν «γύφτο» για το μαυριδερό χρώμα του. «Γύφτο» λέγανε και τον Καραϊσκάκη. «Γύφτο, γύφτο», έγραφε στον Καραϊσκάκη ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιανουαρίου 1827. «Στοχάσου γιατί έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο». Και εννοούσε το δικό του το σόι, το κολοκοτρωναίικο.
  • Γερο-Τσεκούρας ήταν ο γερο-Καρατάσος για τη σκληρότητά του. Τον Νικηταρά, μετά τη μάχη στα Δερβενάκια και την καταστροφή του Δράμαλη, τα παλικάρια τον φώναζαν Τουρκοπελέκα. Το έξυπνο αυτό παρατσούκλι θυμίζει το πατρικό όνομα του αγωνιστή, που καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκκα. Τον Κολοκοτρώνη ο λαός τον φώναζε Γέρο και Γέρο του Μοριά. Αυτό από αγάπη και σεβασμό για την εξυπνάδα του. Ο Κίτσος Τζαβέλας, μετά την αποτυχία του στην εξέγερση της Ηπείρου το 1854, καταλήφθηκε από μελαγχολία και άρχισε να πίνει λίγο ρακί περισσότερο. Οι σκληροί εχθροί του τον ονομάτισαν Κίτσο-Παγούρα. Ο στρατηγός Τζορτζ, αν και διορισμένος αρχιστράτηγος, δεν έβγαινε να πολεμήσει κατά την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών. Ηταν κλεισμένος σε μια γολέτα στον Πειραιά. Τα παλικάρια του Καραϊσκάκη τού κόλλησαν το παρατσούκλι Καπετάν Γολέτας.
  • Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
  • Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει
  • Ο Κολοκοτρώνης, πολύ έμπειρος και φιλοσοφημένος άνθρωπος, περίμενε τους κατατρεγμούς του από το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Ο ίδιος διηγούνταν στον Τερτσέτη: Πήγαινα στην τέντα μου και έτρωγα λίγο ψωμί. Κάποιος φίλος μου, ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, μου λέει: «Αϊντε, Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου και η πατρίδα σου θα σε ανταμείψει».Εγώ του αποκρίθηκα: «Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει». Η τύχη το έφερε και επαληθεύτηκε. Στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο της επανάστασης τον φυλακίσανε σε μοναστήρι στην Υδρα. Επί αντιβασιλείας, το 1833, καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Αργότερα, όταν έγινε βουλευτής, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα. «Οχι δεν θέλω!», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της!».
  • ΖΑΚΥΝΘΟΣ
  • «Χιλίω χρονώνε λαγός» ήταν η καμήλα
  • Πολλά ήταν τα λάφυρα που οι Ελληνες αποκόμισαν με την άλωση της Τριπολιτσάς. Ανάμεσα στους Τούρκους που βγήκαν από την πόλη και πήγανε στον Κολοκοτρώνη για να παραδοθούν ήταν και ένας Εβραίος, ο πλουσιότερος της χώρας. Φορούσε στη μέση ένα ζευγάρι πιστόλες χρυσές και διαμαντοστόλιστες. Το μάτι του Κολοκοτρώνη έπεσε πάνω τους. Γέλασε και είπε: «Μπα! Εβραίος και αρματωμένος δεν γίνεται!». Πήρε τα πιστόλια και τα έχωσε στο σαλάχι του. Από τη λαφυραγώγηση των ηττημένων του Δράμαλη έστειλαν μια καμήλα στη Ζάκυνθο. Μαζεύτηκε κόσμος στο μουράγιο και δεν ήξερε τι ζωντανό ήταν αυτό. Τότε ένας Ζακυνθινός πολύξερος, που τον ρώτησαν, αποκρίθηκε. «Είναι χιλίω χρονώνε λαγός».
  • Ατάραχος στη φουρτούνα ο ναύαρχος Μιαούλης
  • Ο ναύαρχος Μιαούλης ήταν θαλασσοδαρμένος και ατρόμητος ναυτικός. Κάποτε έπεσε σε μεγάλη φουρτούνα. Ατάραχος επέβλεπε τον πλου του καραβιού. Ομως το πλήρωμα είχε τρομοκρατηθεί. Οι ναύτες πήραν μια εικόνα της Θεομήτορος και τη βύθιζαν στα θαλασσινά νερά, που είχαν κατακλύσει το σκάφος. Με δάκρυα στα μάτια επικαλούνταν τη θεία αντίληψη. Οταν τους είδε ο Μιαούλης, έφριξε. Είπε: «Αν ήμουν εγώ Παναγία θα τους καταπόντιζα όλους αυτούς τους άθλιους. Εχουν όλα τα μέσα για να σωθούν, άρμενα και πηδάλιο. Αλλά δεν κάνουν τίποτα, μόνο ασεβούν και ατιμάζουν την εικόνα της Θεοτόκου και επικαλούνται επί ματαίω το όνομα του Θεού». Είπε στον υποπλοίαρχο να διατάξει στους ναύτες να βάλουν την εικόνα στη θέση της και να ακούσουν τα προστάγματά του, γιατί αυτός είναι που φροντίζει για τη σωτηρία τους.
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΝΤΟΣ
  • Εδωσε για τον αγώνα όλη του την περιουσία
  • Ο Ανδρέας Λόντος ξόδεψε όλα τα αγαθά του στον αγώνα και έπειτα το σπίτι του δυστύχησε. Η γενναιοδωρία του και η αυτοθυσία του ήταν παροιμιώδεις. Κάποτε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βλέποντας αυτή την αρχοντική απλοχεριά του Λόντου, του είπε: «Λόντο, Λόντο, κράτα και παραπίσω τα χρήματά σου, να μην ψωμοζητήσει το σπίτι σου». Ο Λόντος απάντησε: «Πλούτη μου είναι η πατρίδα. Χωράφια μου η Ελλάδα». Πείνασε ο Λόντος, αλλά δεν ψωμοζήτησε. Οπως πείνασαν σχεδόν όλοι οι προύχοντες του Μοριά και της Ρούμελης, αλλά δεν ψωμοζήτησαν. Ο Λόντος όμως προτίμησε τον θάνατο στο τέλος, μην υποφέροντας την ταπείνωση της φτώχειας. Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του σημειώνει για την περίσταση: «Επεσε εις μεγάλο χρέος, ότι δεν έβαζε ποτέ πήχη στα πράματά του. Από αυτό ήτο, από άλλο – μια αυγή ευρέθη σκοτωμένος., όλο το κεφάλι του σκόρπιο και η πιστόλα του άδεια. Αυτό μόνο ο Θεός το ξέρει – άλλος τον εσκότωσε, μόνος του σκοτώθη».
  • ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 24/03/2009
 
Leave a comment

Posted by on March 27, 2009 in Uncategorized

 

Κρυφό σχολειό: μια ολοφάνερη πλάνη. Οι εύκολες ιδέες στηρίζουν ισχυρά συστήματα εξουσίας

  • ΤΗΣ ΜΑΡΘΑΣ ΠΥΛΙΑ, Η ΑΥΓΗ, Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Κάθε φορά που επανέρχεται η συζήτηση για το κρυφό σχολειό, η λογική επιχειρηματολογία φαίνεται πως παραβιάζει ανοιχτές θύρες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία από τις πιο δημοφιλείς ιδεολογικές κατασκευές, που αντιστέκεται όσες φορές και αν η λογική την καταλύσει. «Είναι μύθος ζωντανός, άρα αξιοσέβαστος», όπως σημειώνει ο Τάκης Καγιαλής, για έναν άλλο, υπέρτατο μύθο, τον Μακρυγιάννη, «Η εικόνα […] καθιερώθηκε στη συλλογική συνείδηση, ‘δοκίμασε να την αλλάξεις δεν μπορείς’», (Μοντερνισμός και Ελληνικότητα, Ηράκλειο 1997, σ. 33)

Η επιστημονική προσέγγιση, στηριγμένη στις μαρτυρίες των πηγών, έχει κατηγορηματικά αποκλείσει την απαγόρευση εκπαίδευσης των χριστιανών από την οθωμανική εξουσία: καμία διαταγή, καμία συγχρονική περιγραφή, καμία συγχρονική έκθεση, κανένα απομνημόνευμα δεν αναφέρεται σε απαγόρευση.

Ο Άλκης Αγγέλου, στο εξαιρετικό δοκίμιό του για Το κρυφό σχολειό, (Αθήνα, 1η έκδ. 1997) και ο Αλέξης Πολίτης σε σχετικό κείμενο στο βιβλίο του Το Μυθολογικό Κενό, (Αθήνα 2000, σ. 25-39), διαγράφουν τη διαδρομή και αποκαλύπτουν τους λόγους και τις μεθόδους που, λίγα μόλις χρόνια μετά την επανάσταση, δρομολογούν την παγίωση του μύθου. Η Μεγάλη Ιδέα, ο ρομαντισμός, η ενοχή της αμάθειας, η προσμονή αποδοχής και αρωγής από τη φωτισμένη Δύση, ήταν αιτίες αρκετές για να θεμελιώσουν μια πολιτικά και ψυχολογικά χρήσιμη πλάνη.

Κι ενώ η οθωμανική απαγόρευση προβλήθηκε ως η αποκλειστική αιτία για την αγραμματοσύνη των «φτωχών ραγιάδων», ως η «ανελεήμων μάστιξ» που εμπόδιζε τη «φυσική των Ελλήνων και αναλλοίωτον προς την μάθησιν κλήσιν», το 1870, σαράντα περίπου χρόνια μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η Στατιστική της Ελλάδος καταγράφει συντριπτικά ποσοστά αναλφαβητισμού: 92,60% για τις γυναίκες και 67% για τους άνδρες.

Εκκλησιαστικοί κύκλοι πρωτοστάτησαν και πρωτοστατούν στην οικοδόμηση και ενίσχυση του μύθου, επιλεκτικά αποσιωπώντας τις σχετικές πληροφορίες, καθώς και το γεγονός ότι η διαδικασία εθνικής χειραφέτησης πέρασε από την οδό της αμφισβήτησης κάθε πολιτικής και θρησκευτικής αυθεντίας. Είναι εντυπωσιακό ότι οι πιο καίριες μελέτες, που καταρρίπτουν εκ των έσω το μύθο, προέρχονται από τον Μανουήλ Γεδεών, ακούραστο αρχειοδίφη, «Μέγα Χαρτοφύλακα και Χρονογράφο της Μεγάλης Εκκλησίας». Και δεν είναι καθόλου παράδοξο, που η μηχανισμός οικοδόμησης και διάδοσης του μύθου επιδεικτικά τον αγνοεί.

Στην έκδοση που επιμελήθηκαν ο Άλκης Αγγέλου και ο Φίλιππος Ηλιού: Μανουήλ Γεδεών, Η Πνευματική Κίνησης του Γένους κατά τον ΙΗ’ και ΙΘ’ αιώνα, (Αθήνα 1976), εκτεταμένα κείμενα πραγματεύονται τα σχολεία, τα βιβλία, το σύστημα διδασκαλίας και την εν γένει πνευματική κίνηση των χριστιανών τον ΙΗ’ και ΙΘ’ αιώνα. Ενώ, στην Ιστορία των του Χριστού Πενήτων (Αθήνα, 1939), ο Γεδεών εκθέτει, χωρίς περιστροφές, την οθωμανική λογική απέναντι στην «εκπαίδευση του Γένους»:

«Η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίγνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγιγνώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγιγνωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Και, επιπλέον, «μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζίρην, ή αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν…» (τχ. 2, σ. 179,180).

Στο πλαίσιο της οθωμανικής ανοχής, εξελίσσεται από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα η σχετική διάδοση της εκπαίδευσης και η ανάπτυξη των σχολείων, όπως εντυπωσιακά αποτυπώνεται «στο σύστημα διδασκαλίας του επιφανούς διδασκάλου της Θεσσαλίας, Ιωάννου Πεζάρου του εν Τυρνάβω διδάξαντος από του 1782 μέχρι των αρχών του αιώνος», που παραθέτει ο Μανουήλ Γεδεών από τον Κωνσταντίνο Κούμα:

«Εδιαίρει τους μαθητάς εις πολλάς κλάσεις, προβαινούσας εκ των μικροτέρων εις τα μεγαλείτερα μαθήματα. Η κλάσις την οποίαν εγύμναζεν εις την τεχνολογίαν των οκτώ του λόγου μερών, ήτο η κατωτάτη· δευτέρα, ήτις ήρχιζε να αναλύη την σύνταξιν του λόγου· τρίτη, ήτις εσύντασσε θέματα· τετάρτη, ήτις εγυμνάζετο εις τους επιστολικούς χαρακτήρας κατά τον Κορυδαλλέα· η πέμπτη εκατεγίνετο εις τους ποιητάς· η έκτη, εγεωμέτρει και εφιλοσόφει, ήτις πολλάκις εδιαιρείτο εις δύο. Γραμματικήν δεν ηθέλησε ποτέ άλλην παρά την του Λασκάρεως. Ελληνικά μαθήματα παρέδιδε τας γνώμας του Χρυσολωρά, τους μύθους του Αισώπου, τον Λουκιανόν, όσα περιείχεν η Εγκυκλοπαιδεία του Πατούσα, πολλούς λόγους του Δημοσθένους, την ιστορίαν του Ηρωδιανού, τας επιστολάς του Συνεσίου, τον Όμηρον και τους σκηνικούς ποιητάς. Θέματα υπηγόρευεν αυτοσχεδίως δις της εβδομάδος, πρώτον κατά τα είδη των ρημάτων, και έπειτα καθ’ όλα τα είδη, χωρίς να εμποδίζη αυτόν από την παράδοσιν των άλλων μαθημάτων η διόρθωσις των θεμάτων. Εις την φιλοσοφίαν ήρχιζε συγχρόνως την εισαγωγήν της λογικής του Σουγδουρή, και τα στοιχεία της γεωμετρίας του Ευκλείδου, μετέβαινεν εις την λογικήν του Ευγενίου, και εις την αριθμητικήν, εις την μεταφυσικήν του Γενουηνσίου, και εις το κατά Γέσνερον μαθηματικόν του Ευγενίου, εις την φυσικήν του Θεοτοκίου, και τέλος επέθετε το θεολογικόν του Ευγενίου. Παρέδιδεν αδιακόπτως όλον τον ενιαυτόν». (Η Πνευματική Κίνηση του Γένους σ. 12, 13).

Παρά την κατηγορηματικότητα των πηγών, μοιάζει ακατόρθωτο να αντιμετωπίσει κανείς έναν τόσο έωλο αλλά και τόσο σφιχταγκαλιασμένο με τη νεοελληνική ταυτότητα μύθο, που υποστηρίζεται και επανέρχεται δριμύτερος με ολοένα περισσότερες και περισσότερο αυθαίρετες «αποδεικτικές» αναπαραστάσεις. Καλλιτεχνικά προϊόντα, όπως ο πίνακας του Νικολάου Γύζη και το ομώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, και υποπροϊόντα, όπως τα εκθέματα του μουσείου Βρέλλη, οι σχολικές παραστάσεις και οι νεόκοπες κρύπτες στα υπόγεια μονών και εκκλησιών, προβάλλουν βάναυσα στο παρελθόν τις ιδεολογικές και συναισθηματικές ανάγκες του παρόντος.

Με το «μαράζι των αποδεικτικών στοιχείων του ερευνητή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Άλκης Αγγέλου, και με την αδυναμία μιας πραγματικότητας που δεν «προνόησε» να στοιχειοθετήσει επακριβώς την απάντηση στην κατοπινή παραποίησή της, παρουσιάζουμε εδώ δύο ανέκδοτες προεπαναστατικές επιστολές δραγουμάνων του πασά του Μοριά. Πρόκειται για τον Θεοδόση Μιχαλόπουλο και τον Γεώργιο Ουαλεριανό αντίστοιχα, που συνεπικουρούμενοι με τις υπογραφές κοτζαμπάσηδων της κεντρικής Πελοποννήσου, απευθύνονται σε εκείνους του Άργους για να τους συστήσουν τη διευθέτηση οικονομικών διαφορών στις οποίες ενέχονται δάσκαλοι της σχολής του Ναυπλίου. [ΙΕΕΕ, Αρχείο Περρούκα, Έγγραφα: (03.09.1813) 47367 & (17.01.1819) 47459].

Σύμφωνα με τον Τρύφωνα Ευαγγελίδη, η σχολή του Ναυπλίου λειτουργούσε από το 1715, δηλαδή αμέσως μετά την αποχώρηση των Βενετών από το Μοριά, και «κατωχυρώθη τω 1765 δια σιγιλλίου του πατριάρχου Σαμουήλ του Χατζερή», (Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας. Τ. Α’, σ. 295). Η εκπαίδευση των χριστιανών λειτουργούσε λοιπόν υπό την ελεύθερη επίβλεψη της εκκλησίας και των κοινοτήτων. Άλλωστε, τα κοινοτικά κατάστιχα καταγράφουν επανειλημμένα τα έξοδα των σχολείων και τους μισθούς των δασκάλων. Και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σημειώνουν φανερά, απαγορευμένες και γι’ αυτό κολάσιμες δραστηριότητες∙ επειδή συμμετέχοντες και συνεργούντες θα κινδύνευαν έτσι να βρεθούν εκτεθειμένοι εις «τας καταγγελίας χριστιανού τινός, απεριτμήτου τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς», όπως σημειώνει ο Μανουήλ Γεδεών (τχ. 2, σ. 180, Αθήνα 1939).

Αλλά και οι δραγουμάνοι του Μοριά, κατά κύριο λόγο φαναριώτες, που διατηρούσαν διαμερίσματα στο εσωτερικό των ανακτόρων του πασά, για να εξυπηρετούν τη μεσολάβηση ανάμεσα στην οθωμανική διοίκηση και τους κοινοτικούς άρχοντες, δεν θα εξέθεταν τους εαυτούς τους στο θανατηφόρο κίνδυνο της παράβασης.

Στις επιστολές που δημοσιεύουμε, επανέρχεται το πάγιο πρόβλημα της αδυναμίας των πληρωμών που μάστιζε τις κοινότητες και τους υπηκόους της οθωμανικής επικράτειας: Οι αυξανόμενες ανάγκες της κεντρικής και της τοπικής διοίκησης πολλαπλασίαζαν ολοένα και περισσότερο τις δημόσιες χρηματικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα κοινότητες και φορολογούμενοι να βυθίζονται σε μια διαρκώς πιο ασφυκτική καταχρέωση. Στη δίνη των εν λόγω συνθηκών, αλλά σε διαφορετική θέση, βρίσκονται και οι δάσκαλοι που συναντάμε. Στην πρώτη (1813) ο «διδάσκαλος» Ησαΐας, ως δανειστής της κοινότητας Άργους, απαιτεί να εισπράξει το ποσό των 2000 γροσίων που του οφείλουν, και ο δραγουμάνος προτείνει να ενσωματωθεί η οφειλή σε συμπληρωματικό φόρο (τάνσα). Στη δεύτερη επιστολή (1817), ο δραγουμάνος ζητά από τους άρχοντες του Άργους διευθέτηση, επειδή ο διδάσκαλος Νικηφόρος δια «την εννοχήν της εγγυήσεως» ενός χρέους που μήτε αυτός μήτε ο χρεώστης μπορούσε να επιστρέψει, «εκών και άκων […] ταλαιπωρείται σωματικώς και με έξοδα άνω και κάτω περιφερόμενος» και μάλιστα «κινδυνεύει να χάση την εκ του σχολείου του κυβέρνησιν».

Η ευκρίνεια των πληροφοριών και των ιστορικών αναλύσεων δεν έχει κατορθώσει ακόμη να ανατρέψει τη σχετική με το «κρυφό» σχολειό νεοελληνική πίστη. Δεν είναι παράδοξο οι εικόνες των πηγών να προσλαμβάνονται μέσα από τους χρωματισμούς που τους προσδίδει η εκάστοτε εποχή που τις διαβάζει. Όμως, η συνειδητή και συστηματική παραχάραξη του παρελθόντος συνιστά μια εύχρηστη απάτη, που μηχανεύονται οι γνωστοί κύκλοι ελέγχου των ιδεών: Ακριβώς εκείνοι που υπερμαχούν για να κρατούν ζωντανούς τους μύθους και να καπηλεύονται εικονικές δήθεν βεβαιότητες της αναπαράστασης του παρελθόντος. Διάσπαρτοι επιμέρους μηχανισμοί στην εκπαίδευση, την εκκλησία, κεντρικοί και περιφερειακοί λόγιοι, διατεταγμένοι υπάλληλοι, υπερήφανοι εθνικοί κήρυκες, ερήμην ή και δια μέσου της παράφρασης των πηγών, επιμένουν θερμοκέφαλα στη συντήρηση της δικής τους εύληπτης «αλήθειας»: Εύκολες ιδέες στηρίζουν, μαζικά, ισχυρά συστήματα εξουσίας.

Το ζήτημα, καίρια πολιτικό, επαναφέρει τα θολωμένα, μέσα στην τελετουργία και την παραποίηση της αναπαράστασης, νεωτερικά αιτήματα του παρελθόντος. Αιτήματα τα οποία με σαφήνεια και ακρίβεια καταγράφονται στα θεμελιώδη κείμενα της εθνικής αφύπνισης. Αντιγράφω από την Ελληνική Νομαρχία:

«Εις την ελευθέραν ζωήν η αξιότης τιμάται, έκαστος συμπολίτης ευρίσκει το καλόν του εις το καλόν των άλλων […] Εκεί η τιμή αξιοτίμητος, ο κριτής απροσωπόληπτος, ο κρινόμενος μόνος, νόμοι διαυθεντευταί, νόμοι δικασταί, η αθωότης απτόητος, η τιμωρία δικαία, η αντάμειψις κοινή […] Ποίος οποιασδήποτε καταστάσεως, δεν θέλει γνωρίσει το μέγα όφελος της ελευθέρας ζωής; Εις αυτήν ο πραγματευτής ευρίσκει ασφάλειαν εις το έχειν του∙ ο τεχνίτης έπαινον εις τα έργα του∙ ο υπανδρευόμενος βεβαιότητα εις την τιμήν του∙ ο νέος ευρύχωρον οδόν εις το να διευθύνει την κλίσιν του, και να δείξει την αγχίνοιάν του».

Σήμερα, πού τοποθετείται άραγε, σε σχέση με το αίτημα της προσωπικής και κοινωνικής ελευθερίας, η νεοελληνική μας αυταρέσκεια και πώς αντιμετωπίζει τα αντιφατικά «προτάγματα» που προσδιορίζουν αδιαφοροποίητα ένα συνονθύλευμα στάσεων και ιδεών: Τον ατομικισμό και τη δημοκρατία, το λαϊκισμό και τον εκσυγχρονισμό, τον ηρωισμό και την πονηριά, τη θρησκοληψία και την παιδεία, το ελληνικό «δαιμόνιο» και το «δε βαριέσαι».

  • Η Μάρθα Πύλια διδάσκει Οθωμανική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θράκης
  • Δύο ανέκδοτες επιστολές δραγουμένων του πασά του Μοριά για οικονομικές υποθέσεις Ελλήνων διδασκάλων (1813 και 1819)

»την ευγενείαν σας ηδεώς προσαγορεύομεν:-

»διά του παρόντος μοι ερωτώντες τα της υγίειας σας δηλοποιούμεν, ότι γνωστά σας τα γρόσια δύω χι/λιάδαις, τα οποία με ομολογίαν σας χρεωστείτε τω διδασκάλω κυρ ησαΐα, και μ’ όλον οπού/ πολλάκις σας τα εξήτησε, κατά το χρέος σας δεν επροθυμοποιήθητε δια την αποπλήρωσιν/ αυτών. ελθόντος ενταύθα του κυρ νικολή, δεν ελείψαμεν από του να τον ομιλήσωμεν ως/ έδει περί τούτων, όστις μοι επρότεινεν, ότι είπε τη ευγενεία σας να κάμετε τάνσον να του/ τα δώσετε, και έπειτα από το ταχσήλι των χωρίων να τα λάβητε, και ουδόλως το ευχαρι/στήθητε, και αν είναι δίκαιον και εύλογον να φέρεσθε ούτω, στοχασθήτε οι ίδιοι. όθεν/ επίτηδες σας γράφομεν το παρόν μοι, και σας συμβουλεύομεν αδελφικώς, ότι άμα του/ λαβείν αυτό, φιλοτιμούμενοι να κάμετε κάθε τρόπον. και εκ τάνσου να οικονομήσητε/ τουλάχιστον τα γρόσια χίλια πεντακόσια,και έως το ερχόμενον σάββατον να τα απο/στείλητε εδώ διά να τα λάβη, και να πηγαίνη εις την δουλειάν του. αν δε παραβλέψητε/ την αδελφικήν συμβουλήν μοι, μη θέλοντες να εξακολουθήσητε ως άνωθεν, η σοφολογιό/της του βιασμένος από τας χρείας του και από το δίκαιόν του, θέλει φερθή αλλεοτρόπως, και στοχα/σθείτε εν είναι καλόν, ούτε μομφή μένει πλέον εις την σοφολογιότητά του, καθότι πολλα/χώς έκαμε το χρέος του διά να λάβη το δίκαιόν του. Αναμένομεν απόκρισιν εν/ τη αποστολή των ρηθέντων γροσίων. ταύτα και μένομεν: 1813:-σεπτεμβρίου: -3:- τριπολιτζά

πρόθυμοι και εδικοί σας: ο δραγουμάνος Θεοδόσιος Αλεξίογλους, οικονόμος γιανης, παπας γιανοπουλος, αναγνώστης παπάζογλης, Σωτήρος Κουγιάς

την ευγενείαν της αδελφικώς ασπαζόμενοι, ακριβώς προσαγορεύομεν:-/

»μετά την έρευναν της περιποθήτου ημίν αγαθής υγιείας της δηλοποιούμεν, ότι είναι γνωστόν της διά/ τα γρόσια, οπού ο παπά κυρ γεώργιος κοσμίτης χρεωστεί τω ενταύθα κυρ αρβάλη, ότι περί τούτων /εννέχετε εις την εγγύησιν παρά τη τιμιότητί του ο παρών διδάσκαλος κυρ νικηφόρος. ο κυρ αρ:/βάλης προ πολλού ζητών αυτά τα άσπρα του, ως οίδε και η ευγενεία της, ηθέλησε να κινηθή διά/ μέσου της πόρτας επί τω λαβείν αυτά. ημείς δε ηξεύροντες το, τε άπορον και την της αιδεσιμό/τος του δυστυχίαν, εκκωλύομεν το τοιούτον κίνημα, διαφόρως δε σωπούντες τον. τέλος πάντων έ/φερεν ενταύθα και την αιδεσιμότητά του, και τον παρόντα διδάσκαλον επί σκοπώ και αποφάσει του, ταν/ ή επί ταν, ωσάν οπού τον βιάζουσιν ου μόνον το δίκαιόν του, αλλά και αι χρείαις του, και με το να μην ή/τον άλλος ο τρόπος της πληρωμής αυτού του χρέους κονδά εις την αιδεσιμότητά του, αναγκαίως απεφασίσθη/ να προστρέξη εις τα αυτούσε, και να γένη Οικονομία εξ’ ων έχει (ως λέγει) λαμβάνειν. περί τού/των με το να έρχεται ήδη εις τα αυτούσε, η αιδεσιμότης του, φέρει γράμμαν προς την ευγενείαν της πα/ρά των μεγαλοπρεπεστάτων μπέ’εφένδηδων, εκ του οποίου θέλει πληροφορηθή. κατά ανάγκην τοι/αύτην έρχετε και ο παρών διδάσκαλος εκών και άκων, διότι τι να κάμη πλέον, οπού ευρέθη εις την/ εννοχήν της εγγυήσεως. και αγκαλά οίδαμεν, ότι και η σοφολογιότης του και η αιδεσιμότης του επίσης/ και αγαπώνται και πονούνται από την ευγενείαν της, με όλον τούτο την παρακαλούμεν και ημείς αδελ/φικώς, να δείξη επάνω εις αυτήν την υπόθεσιν και την προθυμίαν της και την δυνατήν οικονομίαν,/ επειδή εξ’ αυτής ου μόνον ταλαιπωρείται σωματικώς και με έξοδα ο διδάσκαλος άνω και κάτω περιφε/ρόμενος, και κινδυνεύει να χάση την εκ του σχολείου του κυβέρνησιν, αλλά και ο παπάς βλέπομεν/ φανερά, ότι θέλει πέσει εξ’ άπαντος εις άφευκτα βάσανα, εάν δεν ήθελεν οικονομηθή αυτούσε/ η υπόθεσίς του. ταύτα και μένομεν:-

1819: Ιανουαρίου: 17: τριπολιτζά

της ευγενείας της

Όλως πρόθυμοι αδελφοί-

Γεώργιος Ουαλεριανός

αλεξίογλους οικονόμος

παναγής ζαριφόπουλος

[Στη μεταγραφή διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου]

 

Tags:

Ο πίνακας του Νίκου Εγγονόπουλου “Ο όρκος των Φιλικών”

  • H επιδίωξη της ελευθερίας είναι αφετηρία και κίνητρο για κάθε επαναστατική πράξη, όχι μόνο στο χώρο της ιστορίας αλλά και στο χώρο της τέχνης

Libertà vo cantando, ch’è si cara

Come sa chi per lei vita rifiuta.

DANTE

(motto στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού)

  • ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΘΗ, Η ΑΥΓΗ, Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Όλα τα επαναστατικά κινήματα (εθνικά, κοινωνικά, πολιτικά ή καλλιτεχνικά) έθεταν ως στόχο την κατάκτηση ή τη διεύρυνση των ορίων της ελευθερίας. Σταθερά ζητούμενα, σε κάθε περίπτωση, υπήρξαν η διεκδίκησή της, η απαλλαγή από κάθε μορφή υποδούλωσης, η αποτίναξη των δεσμεύσεων, η ρήξη, η ανατροπή μιας κατεστημένης τάξης και δημιουργία μιας καινούργιας πραγματικότητας. Μέσα από αυτή την καθαρά επαναστατική οπτική (την κατάκτηση της ελευθερίας ως διαρκές αίτημα) προσεγγίζει την έννοια της ιστορίας ο υπερρεαλιστής ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος. Ο Εγγονόπουλος μιλάει για το παρόν, σκύβοντας και αντλώντας στοιχεία από το πρόσφατο αλλά και το απώτερο παρελθόν. Τα ιστορικά πρόσωπα στο έργο του, τα πρόσωπα που πρωτοστάτησαν και ενσάρκωσαν επαναστατικούς ρόλους, γίνονται προσωπεία που υποστασιοποιούν το δικό του, επαναστατικό, υπερρεαλιστικό όραμα. Η συνωμοτική σύμπραξη, η μύηση στο όραμα της επανάστασης του ’21, για παράδειγμα, βρίσκουν αντιστοιχίες με τη δική του πορεία, την αισθητική, την ιδεολογία και τη στράτευση στο κίνημα του υπερρεαλισμού.

Σημαντικός αριθμός ζωγραφικών έργων του Εγγονόπουλου αναφέρεται στην Επανάσταση του ’21 και περιλαμβάνει προσωπογραφίες αγωνιστών ή ευρύτερες συνθέσεις. Από τα έργα αυτά ξεχωρίζουν, για λόγους εικαστικούς και ιστορικούς, δύο πίνακες, οι οποίοι αναπαριστούν μια τελετή μύησης στη Φιλική Εταιρία. Ο πρώτος έχει τίτλο Ο όρκος (των Φιλικών) (1952) ή Οι συνωμότες) και είναι ελαιογραφία σε μουσαμά.

Έχει ενδιαφέρον να σχολιάσουμε ορισμένες σχεδιαστικές λεπτομέρειες. Αρχικά, θα παρατηρήσουμε ότι πρόκειται για μια τελετή μύησης σε κάποια μυστική οργάνωση (Φιλική Εταιρία), η οποία έχει ήδη περατωθεί. Στον πίνακα παριστάνονται έξι μορφές, τρεις άντρες γυμνοί και τρεις ενδεδυμένοι. Στην αριστερή πλευρά κυριαρχεί η φιγούρα γυμνού άνδρα, που παρίσταται καθισμένος, δαφνοστεφής, φέρων επί στήθους και εγκαρσίως γαλάζια κορδέλα που συγκρατεί γυμνό σπαθί, η θήκη του οποίου βρίσκεται στο ξύλινο δάπεδο και κάτω από το σταυρωμένο του πόδι. Η καθισμένη στάση του άνδρα συμβολίζει και την ιδιαίτερη θέση που κατέχει στην ιεραρχία της μυστικής οργάνωσης. Όρθιος μπροστά του βρίσκεται ο μυούμενος, ο προσήλυτος, νέος με μακριά κόμη, γυμνός και αυτός, ο οποίος τείνει σε χειραψία το δεξί του χέρι σε άλλο άνδρα, ενδεδυμένο με στρατιωτική στολή, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατά ευμεγέθη, μονής αιχμής και μινωικού τύπου πέλεκυ, ιερό σύμβολο ιερής θυσίας, δύναμης και δικαιοσύνης. Δίπλα ακριβώς στο νεαρό άνδρα βρίσκεται η τρίτη γυμνή μορφή με δυτικίζον καπέλο (απ’ αυτά με τα οποία ο Εγγονόπουλος συνήθιζε να παριστάνει σε άλλες συνθέσεις το θεό Ερμή) και περιδέραιο, ενώ με το δεξί χέρι κρατά τη λαβή ενός ξίφους και με το αριστερό τη θήκη του. Η κίνηση του χεριού είναι κίνηση επαναφοράς του ξίφους στη θήκη του, λεπτομέρεια που αποκαλύπτει τη συμβολική χρήση του στη διαδικασία της μύησης.

Από τους ενδεδυμένους ξεχωρίζει η μορφή που φέρει στρατιωτική στολή αξιωματικού του αγγλικού στρατού, πιθανόν Έλληνα στρατιωτικού, από την περίοδο της Aγγλοκρατίας στα Επτάνησα. Η δεύτερη ενδεδυμένη μορφή, ακριβώς δίπλα στην προηγούμενη, φέρει στολή οπλαρχηγού της ελληνικής επανάστασης. Στην πίσω δεξιά πλευρά του πίνακα βρίσκεται η τρίτη ενδεδυμένη μορφή, ο ιερέας. Ο ιερέας μαζί με την οπλαρχηγό έχουν υψωμένο το δεξί χέρι προς τον ουρανό, δείχνοντας προς τον Θεό, και με το δείκτη τεταμένο στο σχήμα του όρκου. Πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι ο καθισμένος άνδρας έχει και αυτός το δεξί του χέρι τεταμένο σε οριζόντια θέση και με το δείκτη να δείχνει προς το στήθος, την καρδιά του νεαρού άνδρα. Στην κάτω αριστερή γωνία του πίνακα βρίσκονται δύο αγγεία, τα «αγγεία του μυστηρίου», που χρησιμοποιήθηκαν στην τελετή της μύησης. Το πρώτο ως στάμνα ή αρχαία ελληνική υδρία για το νερό και το άλλο ως φιάλη για το λάδι, τα δύο υλικά δηλαδή που χρησιμοποιήθηκαν στη βάπτιση-μύηση του νεαρού άνδρα. Οι ενδείξεις δεν είναι αρκετές για να ταυτίσουμε τις μορφές του πίνακα με συγκεκριμένα πρόσωπα της επανάστασης. Τέλος, πρέπει να προσθέσουμε ότι η τελετή πραγματοποιείται επί σκηνής, με το χώρο να τέμνεται σε δύο επίπεδα, ένα εσωτερικό, το χώρο της μύησης, και ένα εξωτερικό, από το οποίο προβάλλει ελληνικό τοπίο (λόφος πάνω στον οποίο δεσπόζει αρχαίος ναός). Η τομή παριστάνεται με χαμηλό τοίχο, από την αριστερή πλευρά προς το κέντρο του πίνακα, και κόκκινη κουρτίνα στη δεξιά. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια, με πολλούς όμως συμβολισμούς, αποτελεί και το γαλάζιο δαχτυλίδι που φέρουν στο δεξί τους χέρι και οι έξι μορφές, το οποίο προφανώς συμβολίζει τον ιερό δεσμό τους.

Ο δεύτερος πίνακας έχει τίτλο Όρκος Φιλικού (1960-1970) και αναπαριστά επίσης μια τελετή μύησης στη Φιλική Εταιρία. Στον πίνακα (προσχέδιο) δεσπόζουν δύο όρθιες μορφές, ο μυητής ιερέας και ο μυούμενος. Ο πρώτος κρατά με τα δυο του χέρια το «εφοδιαστικόν», το πιστοποιητικό της μύησης στη Φιλική Εταιρία. Στο κέντρο του παριστάνεται σταυροειδές σχήμα (σταυρός με τριγωνικές αιχμές) εγγεγραμμένο σε κύκλο. Στην κορυφή του κύκλου αριστερά και δεξιά βρίσκονται δύο λογχοφόρες σημαίες, με τα ακροτελεύτια ΉΕΛ η μία και ΉΘΣ η άλλη, δηλαδή το σύνθημα (Ή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ). Κάτω από τον κύκλο και το σταυρό βρίσκεται το πλαίσιο με τον ιερό δεσμό, με δύο διαγωνίως τεμνόμενες σπαθοειδείς στήλες. Στη δεξιά πλευρά του πίνακα βλέπουμε τον μυούμενο να ορκίζεται έχοντας ακουμπισμένο το δεξί του χέρι στο Ευαγγέλιο, ενώ το αριστερό είναι υψωμένο με τον δείκτη τεταμένο προς τον ουρανό και στο σχήμα του όρκου. Ο μυούμενος είναι ενδεδυμένος με δυτική ή φαναριώτικη ενδυμασία. Ο μυητής είναι ντυμένος με ελληνική, μάλλον ναυτική ενδυμασία. Στο πάτωμα είναι τοποθετημένα δύο γεωμετρικά σχήματα, ένας κώνος και ένας κύκλος, γνωστά ελευθεροτεκτονικά σύμβολα. Από το μικρό παράθυρο (εν είδει φεγγίτη) καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται και χώρο κλειστό, απομονωμένο, μυστικό, προσαρμοσμένο στο πνεύμα του συνωμοτισμού. Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι ο Εγγονόπουλος γοητεύοταν ιδιαίτερα από το συνωμοτισμό και τη μυστικότητα που διέκρινε την επαναστατική της δράση της Φιλικής Εταιρίας. Είναι γνωστό ότι ο εταιρισμός της Φιλικής προέκυπτε από εμπειρίες εξωοθωμανικές, με μεγάλες επιρροές και διασυνδέσεις από τον ευρωπαϊκό τεκτονισμό και τον ιταλικό καρμποναρισμό.

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον ο Εγγονόπουλος είναι κοντά στην ιστορική αλήθεια. Αν ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία (Τάσος Βουρνάς, Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν), θα διαπιστώσουμε ότι ο Εγγονόπουλος είχε αρκετές γνώσεις για το τελετουργικό της μύησης στη Φιλική Εταιρία, στους πίνακες όμως κινείται με μια σχετική ελευθερία. Όπως μας πληροφορούν οι παραπάνω συγγραφείς, η οργανωτική διάρθρωση της Φιλικής στηριζόταν πάνω στα πρότυπα του ευρωπαϊκού εταιριστικού συνωμοτισμού, που εκπροσωπούνταν από τους Καρμπονάρους και τους Τέκτονες. Κύρια όργανα της Φιλικής ήταν τα μεσαία στελέχη, που στη συνθηματική γλώσσα της οργάνωσης ονομάζονταν Ιερείς. Αυτοί είχαν δικαίωμα να κατηχούν στους σκοπούς της οργάνωσης Έλληνες πατριώτες και να τους δίνουν το βαθμό των Αδελφοποιητών ή Βλάμηδων (όσοι ήταν αγράμματοι) και των Συστημένων (εκείνοι που γνώριζαν γράμματα). Τον ανώτερο βαθμό του Ποιμένα μόνο η «Αόρατος Αρχή» της Εταιρίας μπορούσε να τον απονείμει, και σε ανθρώπους μάλιστα με εξαιρετικά πνευματικά, διοικητικά και οργανωτικά προσόντα. Τα «εφοδιαστικά» των Φιλικών ήταν είδος μυστικής ταυτότητας των μελών της Φιλικής Εταιρίας, όπου καταγράφονταν με κρυπτογραφικό τρόπο τα στοιχεία, ο βαθμός του μέλους και η χρονολογία μύησης. Η ορκωμοσία γινόταν στο Ευαγγέλιο. Ο δόκιμος, γονυπετής στο ένα πόδι, κρατούσε ένα μικρό κερί με το ένα χέρι και ορκιζόταν με το άλλο. Ύστερα, πρόσφερε ένα χρηματικό ποσό με το αφιερωτικό του γράμμα, που έφερε επάνω όλα τα κρυπτογραφικά του στοιχεία, με τα οποία στο εξής θα αναγνωριζόταν και θα επικοινωνούσε με την Αρχή. Στη συνέχεια, ο κατηχητής έδινε στο νέο Φιλικό το «εφοδιαστικό». Για την πρώτη βαθμίδα, τους Αδελφοποιητούς, το «εφοδιαστικό» ήταν ένα χαρτί που είχε σχεδιασμένο ένα σταυρό, και για τους Συστημένους ένα σταυρό μέσα σε κλάδους δάφνης πάνω σε ανεστραμμένη ημισέληνο. Για τους Ιερείς, την ανώτερη βαθμίδα, το «εφοδιαστικό» έφερε παράσταση με σταυρό ανάμεσα σε κλάδους ελαίας, τον ιερό δεσμό με τις 16 στήλες (όσα και τα μέλη της διοικούσας αρχής της Εταιρίας μετά το 1820) και τις δύο λογχοφόρες σημαίες με τα ακροτελεύτια γράμματα ΉΕΛ-ΉΘΣ. Το σύνολο από τις δεκαέξι ενωμένες στήλες στηρίζεται χιαστί, γεγονός που παραπέμπει στον «ιερό δεσμό» της Εταιρίας. Από τις τελευταίες λεπτομέρειες συμπεραίνουμε ότι το «εφοδιαστικό» που ζωγραφίζει ο Εγγονόπουλος ανήκει στη βαθμίδα των Ιερέων.

Το θέμα των πινάκων που παρουσιάσαμε ήταν ο όρκος μύησης στη Φιλική Εταιρία. Ο όρκος, όμως, με τον επαναστατικό του συμβολισμό, και όλο το κλίμα του εταιρισμού και συνωμοτισμού, πιστεύουμε ότι υπάρχει και στην ποιητική σύνθεση του Εγγονόπουλου Μπολιβάρ. Στο δεύτερο μέρος του ποιήματος, με την «στροφή», την «αντιστροφή» και την «επωδό», ο ποιητής υμνεί τις επαναστατικές ιδέες που ενέπνευσαν όλους εκείνους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία της Eλλάδας το 1821 και τις τοποθετεί σε ένα συγχρονικό πλαίσιο γραφής (Κατοχή και Αντίσταση). Oι στίχοι, κατά τη γνώμη μας στο σύνολό τους, εκφράζουν μια αισιόδοξη επαναστατική προοπτική και διαγράφουν ταυτόχρονα την ιδεολογική και αισθητική αντίληψη για την ελευθερία του ποιητή Nίκου Eγγονόπουλου:

α ν τ ι σ τ ρ ο φ ή

(t h e l o v e o f l i b e r t y b r o u g h t u s h e r e)

τ’ άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες

κι’ ο ήλιος

που λαμπρός ανατέλλει

σε τρόπαι’ ανάμεσα

και πουλιά

και κοντάρια

θ’ αναγγείλη ως εκεί που κυλάει το δάκρυ

και το παίρνει ο αέρας στης

θαλάσσης

τα βάθη

τον φριχτότατον όρκο

το φρικτότερο σκότος

το φριχτό παραμύθι:

Liberdad

Στις Σημειώσεις που βρίσκονται στο τέλος του ποιήματος ο Εγγονόπουλος μας πληροφορεί ότι η «αντιστροφή» είναι μια λεπτομερής περιγραφή του Θυρεού της Λιβερίας, μιας χώρας που ιδρύθηκε το δέκατο ένατο αιώνα από απελεύθερους σκλάβους προερχόμενους από τις ΗΠΑ. Αρχικά, θα παρατηρήσουμε ότι η επιλογή του ονόματος της Λιβερίας δεν είναι τυχαία: LIBERIA σημαίνει ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και προέρχεται από το λατινικό Libero> Liber>Liberty, Libertad. Στο κάτω μέρος του Θυρεού, και γραμμένο πάνω σε περγαμηνή, βρίσκεται το εθνικό ρητό της χώρας: “ t h e l o v e o f l i b e r t y b r o u g h t u s h e r e”, δηλαδή, “Η αγάπη για την ελευθερία μας έφερε στο μέρος αυτό”. Ο Εγγονόπουλος πιστεύουμε ότι δανείζεται τη φράση αυτή και την τοποθετεί σ’ ένα παρεμφερές, όχι όμως αυτούσιο νοηματικό πλαίσιο. Η φράση θα μπορούσε να ακουστεί σε κάποια μυστική συνάντηση μιας εταιριστικής, συνωμοτικής οργάνωσης που μάχονταν για την ελευθερία (ΕΑΜ-Κατοχή ή Φιλική Εταιρία-Επανάσταση του ’21). Με αυτή την έννοια, και ο όρκος στην “αντιστροφή” συνδέεται με τον ιερό όρκο των Φιλικών. Είναι ο «φριχτότατος όρκος» που έδιναν οι μυημένοι αγωνιστές για την ελευθερία της πατρίδας. Στο τελευταίο μέρος του όρκου των Φιλικών αναφέρονται τα εξής:

«Ορκίζομαι εις σε, ω ιερά (πλην τρισαθλία) πατρίς μου! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους σου… Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επί της κεφαλής μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των, και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Tέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, διά να μη μολύνω την αγιότητα της Εταιρίας με την συμμετοχήν μου».

Ο «φριχτός» όρκος στον Μπολιβάρ πιθανόν να έχει και μυθική καταγωγή (Ησίοδος, Θεογονία, στ. 388-403). Είναι ο γνωστός μύθος για τον όρκο που έδωσαν οι θεοί μπροστά στα φοβερά «στύγεια ύδατα», όταν τους κάλεσε ο Δίας να αγωνιστούν μαζί του εναντίον των Τιτάνων. Εκεί, πάνω στα ύδατα της μυθικής Ωκεανίδας, οι θεοί έδωσαν τον φοβερότερο όρκο τους. Αν τον παρέβαιναν, φρικτή δεκάχρονη τιμωρία περίμενε τον επίορκο.

Η παρουσία της Ελευθερίας, προς την οποία ορκίζονταν οι συνωμότες-αγωνιστές, όλοι εκείνοι που συμμετείχαν σε μυστικές οργανώσεις, είτε στην προεπαναστατική Ελλάδα είτε κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της Αντίστασης, λανθάνει στους τελευταίους στίχους της «αντιστροφής»: «τον φριχτότατον όρκο/ το φρικτότερο σκότος/ το φρικτό παραμύθι». Η κρυπτικότητα της γραφής στην περίπτωση αυτή εξυπηρετεί τις ποιητικές προθέσεις, καθώς οι λέξεις, με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται, παράγουν έναν άλλο λόγο, δίνουν στα συμφραζόμενα τη διάσταση που έχει στο νου του ο ίδιος ο ποιητής. Ο Δ. Μπαγέρης παρατηρεί: “Ας ξανασκεφτούμε πως το ποίημα Μπολιβάρ γράφεται κατά τη διάρκεια της Κατοχής και ας διαβάσουμε την ‘αντιστροφή’ με την ομόηχο αγγλική λέξη ‘free’ εις αντικατάστασιν της ελληνικής συλλαβής ‘φρι’”. Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, αυτό το κρυπτογραφικό παιχνίδι ήταν κι ένας τρόπος να μιλήσει ο ποιητής για έννοιες υψηλές, για ιδανικά υψηλά και επικίνδυνα. Τη σύνδεση, τέλος, της «αντιστροφής» με το συνωμοτικό πνεύμα του ευρωπαϊκού και ελληνικού εταιρισμού του δέκατου ένατου αιώνα, υποδεικνύει και το δοξαστικό πνεύμα της «Ε π ω δ ο ύ» που ψάλλεται από χ ο ρ ό  ε λ ε υ θ ε ρ ο τ ε κ τ ό ν ω ν

  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Επιλογή)
  • Τάσος Βουρνάς, Φιλική Εταιρία, Εκδόσεις «20ός αιώνας», Αθήνα 1959.
  • Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, Η Φιλική Εταιρία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα 2007.
  • Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Η εμφάνιση της σύγχρονης πολιτικής σκέψης στη Νεότερη Ελλάδα, Τα Ιστορικά, Ιούνιος 1989.
  • Iωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Iστορικόν περί της Φιλικής Eταιρίας, Nαύπλιον 1834.
  • Δημήτρης Βλαχοδήμος, Διαβάζοντας το παρελθόν στον Εγγονόπουλο, Αθήνα, Ίνδικτος 2006.
  • Δημήτρης Παγέρης, «Ο Freeχτότατος όρκος του Νίκου Εγγονόπουλου. Η αγάπη για την ελευθερία μας έφερε εδώ», Προθήκη 28, Μάιος 2005.
  • Ο Μιχάλης Κ. Άνθης είναι διδάκτωρ Φιλολογίας και διδάσκει στην Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά
 

Tags:

1821. Διαδρομές εθνικού προσδιορισμού

  • ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1838 ΤΕΛΕΤΗΣ, ΕΠΕΤΕΙΟΝ ΗΜΕΡΑΝ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΑΓΩΝΟΣ.

1. ΤΗΝ 25 Μαρτίου (6 Απριλ.) κατά την ανατολήν του ηλίου θέλουν ριφθή 25 κανονοβολισμοί, εις δε την πόλιν θέλει παίξει η στρατιωτική μουσική εωθινά άσματα.

2. Περί την 8 ώραν το πρωί θέλουν μεταβή όλα τα στρατεύματα της φρουράς ένοπλα εις τας προσδιορισθησομένας επί τούτω θέσεις.

3. Την 9 ώραν θέλουν παρευρεθή εις τον Ναόν της Αγίας Ειρήνης, όπου θέλει ψαλή δοξολογία:

α. Αι Α.Α. Μ.Μ. ο Βασιλεύς και η Βασίλισσα.

β. Οι Γραμματείς της Επικρατείας.

γ. Το Συμβούλιον της Επικρατείας.

δ. Η Ιερά Σύνοδος.

ε. Ο Άρειος Πάγος.

ς. Το Ελεγκτικόν Συνέδριον.

ζ. Ο Πρύτανις και οι Καθηγηταί του Πανεπιστημίου.

η. Ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελεύς και τα μέλη των εν Αθήναις Εφετών.

θ. Ο Γενικός Ταμίας.

ι. Ο Διοικητής Αττικής.

ια. Ο Ανώτερος Φρούραρχος Αθηνών, και οι εν τη πρωτευούση ευρισκόμενοι ανώτεροι αξιωματικοί ξηράς και θαλάσσης.

ιβ. Οι Υπουργικοί Σύμβουλοι, Πάρεδροι και λοιποί υπάλληλοι των Γραμματειών.

ιγ. Ο πρόεδρος, ο Εισαγγελεύς και τα μέλη των εν Αθήναις Πρωτοδικών.

ιδ. Ο Πρόεδρος της επιτροπής του Εκκλησιαστικού Ταμείου, και ο Εκκλησιαστικός Ταμίας.

ιε. Ο Γενικός Διευθυντής των Ταχυδρομείων.

ις. Ο Διευθυντής της Βασιλ. Τυπογραφίας και Λιθογραφίας.

ιζ. Ο Δήμαρχος Αθηνών μετά του Προέδρου και των μελών του Δημοτικού Συμβουλίου.

4. Τα στρατεύματα θέλουν παραταχθή κατά διπλήν σειράν περί τον Ναόν.

5. Τελουμένης της δοξολογίας θέλουν ριφθή 25 κανονοβολισμοί.

6. Περί την μεσημβρίαν τα εν τω λιμένι Πειραιώς ευρισκόμενα Βασιλικά πλοία έχοντα αναπετταμένες τας σημαίας των θέλουν χαιρετήσει με κανονοβολισμούς.

7. Εις την δύσιν του ηλίου θέλουν ριφθή 25 κανονοβολισμοί.

8. Το εσπέρας θέλει παίξει εις την πόλιν η στρατιωτική μουσική.

  • επιμέλεια: ΜΑΡΘΑ ΠΥΛΙΑ, Η ΑΥΓΗ, Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
 

Tags:

«Ο Χριστιανισμός νέα πατρίς διά την Ελλάδα»

  • Την 25η Μαρτίου 1838, ακολουθώντας τα πιο πρόσφατα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο Όθωνας και οι κυρίαρχες δυνάμεις, θα καλέσουν τον «ενδεδυμένον την Νεοελληνικήν στολήν του» Λαό να συνεορτάσει τη διπλή γιορτή, μαζί με τους εκπροσώπους των κρατικών μηχανισμών
  • ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Η ΑΥΓΗ, Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Το επίσημο δίγλωσσο Πρόγραμμα της «επετείου ημέρας της εθνικής εορτής» αποτυπώνει την πολιτική απόφαση της οθωνικής εξουσίας να εορτάσει την έναρξη της Επανάστασης μαζί με τη γιορτή του Ευαγγελισμού, στη βάση μιας λειτουργικής για τη μοναρχία ιδεολογικής κατασκευής. Η παραπάνω επιλογή εγκαινιάζει μια σειρά από τις γνωστές αυθαιρεσίες της εθνικής ιστοριογραφίας, τις οποίες θα επιχειρήσουν να νομιμοποιήσουν οι Σπ. Ζαμπέλιος και Κ. Παπαρρηγόπουλος.

Το Πρόγραμμα της εθνικής εορτής, ως επίσημο ντοκουμέντο, θα μας απασχολήσει εδώ ως δείγμα κρατικής πρακτικής ιδεολογίας. Ακολουθώντας δηλαδή τα πιο πρόσφατα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο Όθωνας και οι κυρίαρχες δυνάμεις, θα καλέσουν τον «ενδεδυμένον την Νεοελληνικήν στολήν του» Λαόν να συνεορτάσει τη διπλή γιορτή, μαζί με τους εκπροσώπους των κρατικών μηχανισμών, υπό τους ήχους κανονιοβολισμών και στρατιωτικής μουσικής και με δοξολογία στη μητρόπολη. Αυτή η νέα επίσημη τελετουργία μπορούσε να συνεισφέρει σε μια διττή κοινωνική λειτουργία: Να συμβάλει στη νομιμοποίηση της πρόσφατα συντεταγμένης σε εθνική βάση πολιτείας, και στη διαμόρφωση μιας πιο σφιχτά ομογενοποιημένης κοινωνίας. Ταυτόχρονα, να εμπεδώσει μια τελεολογική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον συγκροτούν φάσεις του αδιάλειπτου εθνικού βίου, του οποίου «πηγαί» αποτελούν ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός.

Οι πρακτικές του κράτους στην περίπτωσή μας προηγούνται της θεωρητικής σύνθεσης την οποία αναλαμβάνουν να επιτελέσουν κάποιοι διανοούμενοι: Ακριβώς, υποβαθμίζοντας το γεωγραφικό και κοινωνικό κατακερματισμό του αρχαίου κόσμου και αναπαριστώντας την ασυμφιλίωτη αντίθεση του αρχαίου πολίτη με τον υπήκοο του απολυταρχικού Βυζαντίου ως «φυσικήν της εθνικής ημών ιστορίας ολομέλειαν», ο θεωρητικός της ελληνικής «ιστοριονομίας» Σπ. Ζαμπέλιος έρχεται να γεφυρώσει, στο πεδίο της ιδεολογίας, την αρχαιότητα με το Βυζάντιο, ώστε να αναβαθμιστεί ο Χριστιανισμός ως «νέα πατρίς διά την Ελλάδα» και ταυτόχρονα να «επισταθή (η μέση εποχή) εις την […] περίβλεπτον θέσιν, όπου την εγκατασταίνει ο Χριστιανισμός» (Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος εκδοθέντα μετά μελέτης Ιστορικής περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού, Κέρκυρα, 1852, σ. 13-14, 64, 16). Αναζητώντας επιπλέον απάντηση στο ερώτημα «Πώς ανεφύη το αίσθημα της πολιτικής απελευθερώσεως; […] είναι προϊόν εσχάτως εισαχθέν παρ’ ημίν, ή είναι κτήμα πατροπαράδοτον;» (σ. 20-21), μεταμορφώνει ή καλύτερα ακυρώνει τις νεοτερικές αλλαγές που επιτελούνταν τότε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, εστιάζοντας στους «παλαιούς επιστήθιους φίλους», την Εκκλησία και τον, «προθύμως καθυποτασσόμενον» στον «εθνοπαράγωγον κλήρον», δήμο. Εξειδικεύοντας, τέλος, στο παρόν του γράφει: «Ο Λαός τη ώρα ταύτη παριστάνει το ενεστώς και το μέλλον της κοινωνίας απέναντι τριών διαφόρων όψεων του παρελθόντος. […]το βλέμμα εις τα πρόσω από του όπισθεν στρέφων, διασκοπεύει πέρα μεσαιώνος την γην της κληρονομίας του, οραματίζεται πόρρω νυκτός τον όρθρον του Ευαγγελισμού». (Βυζαντιναί μελέται Περί πηγών νεοελληνικής εθνότητος, Αθήνα 1857, σ.693).

Η θρησκευτική νοηματοδότηση της εθνικής εορτής, συμπίπτει με την αναβαθμισμένη συμμετοχή της Εκκλησίας ως θεσμού στο ελληνικό βασίλειο: Στο πλαίσιο της διττής -κοσμική και θρησκευτική- σημασιοδότησης του εορτασμού, ο κοσμικός χαρακτήρας της Επανάστασης χάνει την αποκλειστικότητά του και περιστέλλεται, για λόγους που σχετίζονται, όπως είναι γνωστό, κυρίως με τη δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος ή, αλλιώς, με τη δυσκολία αποκοπής του ομφάλιου λώρου από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ταυτόχρονα, το δικαίωμα της (ανα)παράστασης του κορυφαίου γεγονότος της νεοελληνικής ιστορίας εκχωρείται από το κράτος εν μέρει στο θεσμό της Εκκλησίας, με έναν επιπλέον στόχο. Η κατακύρωση των νεοτερικών πολιτικών θεσμών «υπό τους οιωνούς της θρησκείας» μπορούσε να συσπειρώσει ευρύτερα στρώματα πληθυσμού, τους αγρότες που εξακολουθούσαν να βιώνουν τη νέα κατάσταση ως υπήκοοι, δηλαδή με τους θεοκρατικούς/μοναρχικούς όρους της οθωμανικής κυριαρχίας, όπως και κάποιες κοινωνικές δυνάμεις, που ενταγμένες πριν στον οθωμανικό μηχανισμό δυσφορούσαν στην επιβολή πολιτικών νεοτερισμών. Η ιεροποίηση όμως της εθνικής ζωής αποχτούσε μια ευρύτερη κοινωνική λειτουργία, αν σκεφτούμε ότι οι κυρίαρχες ελληνικές δυνάμεις βρίσκονταν σε οικονομική ανασφάλεια και είχαν αντιφατικές και αμφιβόλου ριζοσπαστικότητας αντιλήψεις περί ισοπολιτείας και εθνικής ανεξαρτησίας απέναντι στις Μεγάλες δυνάμεις -κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις που ευνοούν την αυξημένη ιδεολογικοποίηση της ζωής του κράτους.

Αντίστροφα, μέσα από τη διττή σημασιοδότηση της γιορτής, και ο θεσμός της Εκκλησίας ενισχύεται ανάλογα. Μετά τους κοινωνικούς και ιδεολογικούς κλυδωνισμούς, πριν και κατά την Επανάσταση, η Εκκλησία, θεσμός ζυμωμένος για αιώνες μέσα στις εξουσιαστικές σχέσεις της Βυζαντινής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καταφέρνει να αναδυθεί και μέσα από το νεότευκτο εθνικό κράτος αναβαπτισμένη και ενισχυμένη. Έκτοτε, η σύμφυρση δύο φαινομενικά αντιφατικών πρακτικών ιδεολογιών -της κοσμικότητας και της θεοκρατίας- δείχνει, εκτός από την ήδη εδραιωμένη στους χρόνους της σκλαβιάς ισχύ του θεσμού της Εκκλησίας, τη νέα κοινωνική λειτουργία της Ορθοδοξίας, ως συνδετικού κρίκου ανάμεσα στους πολίτες -«ιδιοποίησις» και «συναφομοίωσις» όλων των εθνικών «συστατικών στοιχείων» και των «τελεσιουργών δυνάμεων», τα οποία «ενδεικνύουσι της μηχανής την εσωτερικήν συναρμογήν». Στη βάση, τέλος, της ιδεαλιστικής και τελεολογικής συλλογιστικής του, ο Ζαμπέλιος προβάλλει το Ευαγγέλιο και το ναό της Αγίας Σοφίας ως δείκτες για «την οροθεσίαν της Νεοελληνικής εθνότητος» (1852, σ. 66). Πρόκειται για μια, θρησκευτικά προσδιορισμένη, γεωπολιτική διατύπωση της ελληνικής ιδεατής επικράτειας, ό,τι δηλαδή έχει κιόλας διατυπωθεί στο ελληνικό κοινοβούλιο ως «μεγάλη ιδέα».

Οι παραπάνω βέβαια πτυχές αφορούν αφενός στη συγκυρία του 1838 και αφετέρου στην πρώιμη φάση της συγκρότησης της εθνικής ιδεολογίας. Τι γίνεται όμως με τη σημερινή δυνατότητά μας να κατανοήσουμε το ’21 με τους όρους των ζωντανών τότε ανθρώπων, όταν η κοινωνική λειτουργία της ιστορικής γνώσης μετασχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας, αποποιούμενη όχι απλώς το νομιμοποιητικό εθνικό της στόχο -συλλογιστική ενάντια στην οποία ασκήθηκε πειστική κριτική από τη Νέα ιστορία τον 20ό αι.- αλλά και τον κριτικό λόγο απέναντι στις πολυποίκιλες εξουσίες που αναλαμβάνουν σήμερα να τη διαχειριστούν;

Μια βαλβίδα ασφαλείας για τον εν εγρηγόρσει ιστορικό είναι η διερεύνηση των κοινωνικών και ιδιαίτερα των εξουσιαστικών σχέσεων σε κάθε ιστορικό φαινόμενο. Ειδικότερα η Επανάσταση, ως επεισόδιο της «Ευρώπης των εθνικοτήτων» και ως γενέθλια διαδικασία του ίδιου του ελληνικού κράτους, εκτός από πεδίο ιστορικής έρευνας, μπορεί να λειτουργήσει βοηθητικά, χωρίς τους συνήθεις αναχρονισμούς, και για την κριτική και των σημερινών διεθνοποιημένων διακυβευμάτων των μετασχηματιζόμενων εθνικών κρατών. Μ’ άλλα λόγια, πέρα από τα ψευδοδιλήμματα της εθνικής ιστοριογραφίας, περί αντικειμενικότητας του ιστορικού, αλλά και πέρα από το σχετικισμό που εμφιλοχωρεί σε σύγχρονες μελέτες, η γνώση για την Επανάσταση του ’21 δεν μπορεί να νοηθεί ξεκομμένη από την κριτική του παρόντος και της παραγόμενης σήμερα μνήμης. Κι αυτό γιατί η ιστορ(ιογραφ)ία, τουλάχιστον γι’ αυτούς που δεν συμφωνούν με το μετασχηματισμό της σε μια μνήμη «αυτοπροσδιοριζόμενων» ατόμων ή μιας οποιασδήποτε virtual reality, έχει νόημα μόνο ως κοινωνική και κριτική γνώση για το παρόν και το παρελθόν συνάμα.

Η Αγγελική Κωνσταντακοπούλου διδάσκει Βαλκανική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

Tags:

Η αυτοκριτική ενός οθωμανού και η αυτοπροσωπογραφία “ενός Έλληνα”, του Μακρυγιάννη

  • ΤΗΣ ΜΑΡΘΑΣ ΠΥΛΙΑ, Η ΑΥΓΗ, ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009

Μέσα στον ενθουσιασμό των εορτασμών της 25ης Μαρτίου και της δαιμονοποίησης του αντίπαλου, παρέμεινε αθέατη μέχρι σήμερα η αυστηρή κριτική οθωμανών αξιωματούχων απέναντι στη δική τους διοίκηση, που ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα ένιωθε τους σπασμούς της επερχόμενης διάλυσης. Αποτυχημένες προσπάθειες μεταρρύθμισης, αιματηρές στάσεις, δολοφονικές ίντριγκες, τραγική πολιτική και οικονομική αστάθεια, ακόμη πιο τραγική καταχρέωση των φορολογούμενων, αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας, χυδαίοι χρηματισμοί, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά του κλίματος της ύστερης εποχής της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εκείνης που οδήγησε στην πτώση της. Με πληγωμένο γόητρο και με επιχείρημα τις αρχές της μουσουλμανικής δικαιοσύνης, τίμιοι οθωμανοί αξιωματούχοι καταγγέλουν τις καταχρήσεις, υποστηρίζουν το δίκιο του «φτωχού ραγιά», και «προφητεύουν» το τέλος.

Ο Γιώργος Σεφέρης, σε ένα από τα πιο διάσημα κείμενα της νεοελληνικής γραμματείας -αυτό που επέβαλε στο πανελλήνιο τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη-, παραθέτει ένα σχετικό απόσπασμα: Είναι ο λόγος ενός οθωμανού Μπέη στην Άρτα, δοσμένος με την απλοϊκή, τραχιά γλώσσα του Μακρυγιάννη. Όμως, αυτό το παράθεμα δεν γνώρισε την καθολική διάδοση των υπόλοιπων. Ίσως επειδή, όπως γράφει ο Άλκης Αγγέλου, «κατά κανόνα γενικό, οι λόγοι πείθουν εκείνους που είναι από πριν σύμφωνοι με τα λεγόμενα».

– «Πασάδες και μπέηδες, θα χαθούμε! Θα χαθούμε! Ότι ετούτος ο πόλεμος δεν είναι μήτε με το Μόσκοβο, μήτε με τον Εγγλέζο, μήτε με τον Φραντζέζο. Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε. Και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι. Κι ο Σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται∙ τον γελάνε εκείνοι που τον τρογυρίζουν», (Δοκιμές, τ. 1ος, 7η έκδοση, Αθήνα, 1999, σ. 257).

Δεν είναι του παρόντος να επεκταθώ στο απομνημόνευμα του Μακρυγιάννη. Όμως, επειδή αναζητώντας τον απόηχο της αυτοκριτικής των οθωμανών στα νεολληνικά κείμενα ξανασυνάντησα τον «Έλληνα Μακρυγιάννη» του Σεφέρη, οφείλω να πω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη προσφυή κατασκευή της νεοελληνικής ιστορικής μνήμης. Ο Σεφέρης, στην Αίγυπτο του ’42, παρέδωσε στον νεοέλληνα διά του Μακρυγιάννη μια ωραιοποιημένη, κυρίαρχη μέχρι και σήμερα, εικόνα του εαυτού του: αυτοδημιούργητος, αδικημένος, φτωχός, αγράμματος και γενναίος.

Στο σχήμα της προσωπικότητας του Μακρυγιάννη, που με επιλεγμένα αποσπάσματα στοιχειοθετεί, αλλά και σε αυτό το ίδιο το απομνημόνευμα, δεν υπάρχει χώρος για την παρουσία του διαφορετικού και του «άλλου»· είτε πρόκειται για αλλοεθνή, είτε για διαφορετική γνώμη. Στο σχήμα του Σεφέρη λείπουν, ανάμεσα στις γραμμές που παραθέτει, εκείνες που μαρτυρούν την ενσωμάτωση του Μακρυγιάννη στο προεπαναστατικό καθεστώς εκμετάλλευσης του «φτωχού ραγιά»:

Γνωρίστηκα μ’ όλους αυτούς και με τους προεστούς των χωριών. Ζήτησα από αυτούς τους προεστούς και εμπόρους ένα δάνειον και με δάνεισαν πέντ’ έξι χιλιάδες γρόσια· είχα και εγώ ως τότε καπετάλι είκοσι τέσσερα γρόσια, τα προστοίχισα [δάνεισα] εις τους χωργιάτες και έπιασα βρώμη τον χειμώνα, να την λάβω εις τ’ αλώνια. Την πιάνω τέσσερα γρόσια το ξάι, την σύναξα εις τ’ αλώνια (και ήταν έλλειψη) και την πουλώ δεκάξι. Την άλλη χρονιά τον χειμώνα τα πιάνω αραποσίτι από έντεκα γρόσια το ξάι· το συνάζω εις τ’ αλώνια, το πουλώ εις την Άρτα τριάντα τρία. Ότ’ ήταν πανούκλα εις την Άρτα και ήταν έλλειψη το ψωμί. Τότε έφκιασα ντουφέκι ασημένιον, πιστιόλες και άρματα και ένα καντήλι καλό» ((Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, σχόλια Σπ. Ασδραχά, Αθήνα 1957, σ. 19, 20).

Μετά τα Ορλωφικά και πριν τη γαλλική επανάσταση, το 1785, ο Σουλεϊμάν Πενάχ Εφέντη, καλλιεργημένος αξιωματούχος του Μοριά, με τα δικά του φτωχά εργαλεία γράφει ένα ειλικρινές κείμενο για το χάλι της αυτοκρατορίας στην Πελοπόννησο: Περιγράφει τα Ορλωφικά, που τα έζησε, και καταγράφει τις απόψεις του για τις υποχρεώσεις της διοίκησης. Ως νομιμόφρων και θεοσεβούμενος, βλέπει, μέσα από το κάτοπτρο της ισλαμικής δικαιοσύνης, το τέλος της αυτοκρατορίας να πλησιάζει, αν και του διαφεύγει η ραγδαία ανάπτυξη που έφεραν στη Δύση οι ανακαλύψεις των νέων χωρών και η ανατολή του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού.

Περιχαρακωμένος στο απελπιστικά αύταρκες σύστημα της οθωμανικής νομιμότητας, στον κλειστό κόσμο της αυτοκρατορίας, υπερασπίζεται ένα παρελθόν ήδη νεκρό. Καταγγέλλει τη λεηλατική εισπρακτική πολιτική, ενώ αποδίδει εν μέρει, την αλυσίδα καταχρέωσης των αγροτών, στη χλιδή και την άφρονα υπερκατανάλωση των αρχόντων. Στηλιτεύει επανειλημμένα την «τυράγνια» και τη διαφθορά και κατηγορεί για καταχρήσεις τους τοπικούς άρχοντες, χριστιανούς και μουσουλμάνους.

Το κοινό στοιχείο, ανάμεσα στον μοραΐτη Μπέη και τον Μακρυγιάννη είναι η αναγγελία του τέλους της αυτοκρατορίας. Το άλλο κοινό είναι ο τοκισμός και η καταχρέωση∙ μόνο που ο Μακρυγιάννης, στην οθωμανική Ρούμελη, δανειστής και ο ίδιος, καυχιέται για τα πολλαπλάσια κέρδη του. Τα παραθέματα από τον Πενάχ Εφέντη που ακολουθούν, όπως και αυτά από τον Μακρυγιάννη που προηγήθηκαν, για μια ακόμη φορά αποδεικνύουν πως η εικόνα που η νεοελληνική κυρίαρχη ιδεολογία έχει επιφυλάξει στον εαυτό της και τον «άλλο» είναι τραγικά αποσπασματική και παραποιημένη. Δηλαδή, δεν έχει ακόμα ξεχωρίσει τι αποκαθήλωσε με την επανάσταση και πώς το αντικατέστησε.

– «Τα σπίτια των ρεαγιάδων της Ρούμελης [η γη των Ρωμιών, δηλαδή το ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας] τα έκαναν φωλιές τους οι κουκουβάγιες και τα κοράκια. Εάν τύχει και ξεσπάσει πόλεμος, δεν έχει απομείνει χάλι και δύναμη του ρεαγιά για να υπηρετήσει το Υψηλό Κράτος. Επίσης, οι τοκογλύφοι με υψηλό τοκογλυφικό τόκο και με ανατοκισμό έχουν καταστρέψει τους καζάδες και τα χωριά και σ’ αυτό το βαθμό έχουν καταστήσει τους ρεαγιάδες οφειλέτες, ώστε δεν έχουν τη δύναμη να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Για να λυτρωθούν από την τυράγνια και τις καταπιέσεις των τυράννων, απ΄ όπου βρίσκουν άσπρα χρεώνονται αμέσως.[…] Να απειληθούν με υψηλό φερμάνι και τα μεμονωμένα άτομα στο χωριό και στον καζά για να μην δίνουν στους ρεαγιάδες δανεικά ούτε άσπρο. Αν έρθουν δικαστικές αποφάσεις και αιτήσεις των κατοίκων που θα λένε να δοθούν, να μην εισακουστούν, γιατί θα είναι δουλειά των τυράννων. Καθότι οι χώρες φεύγουν από το χέρι μας και δεν σφάλλω ποσώς στα φτωχά μου λόγια, αυτή είναι η πλήρης αλήθεια.

[…]Η εξήγηση στο τυχόν ερώτημα, κατά το οποίο πώς ενώ από τον περασμένο χρόνο όλοι οι ρεαγιάδες δραπετεύουν με τις οικογένειές τους και εφόσον δραπέτευσαν τόσοι ρεαγιάδες τα έσοδα των τζιζγιέ [κεφαλικός φόρος] δεν είναι λειψά, είναι πως οι τζιζγιεντάρηδες φόρτωσαν και θύμιασαν το έλλειμμα στους υπόλοιπους ρεαγιάδες που απέμειναν και θυμιάζοντάς τους μπορούν να τους παίρνουν τα άσπρα του τζιζγιέ, ώστε να μη φαίνεται το έλλειμμα, αλλά χρόνο με το χρόνο η σκλαβιά των ρεαγιάδων γίνεται μεγαλύτερη. Και ο ύψιστος βοηθός». [Νεοκλής Σαρρής, Προεπαναστατική Ελλάδα και Οσμανικό Κράτος, από το χειρόγραφο του Σουλεϊμάν Πενάχ Εφέντη του Μοραΐτη (1785), Αθήνα 1993, σ. 321, 322)]

Κλείνοντας, θα πρέπει να σημειώσω, πως αν η τραγική συνθήκη της κατοχής δικαιολογεί, ίσως, συγκυριακά τους λόγους που είχε ο Σεφέρης για να προτείνει, με τη γνωστή ανάγνωσή του, τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, η μετέπειτα αποθέωση του κειμένου δεν έχει κανένα άλλοθι.

 

Tags:

Πότε άρχισε η Επανάσταση του 1821;

  • Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, το λάβαρο του Αγώνα και η Αγία Λαύρα

  • Β. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Από τον Σεπτέμβριο του 1814 η Φιλική Εταιρεία, δημιούργημα των Αθανασίου Τσακάλωφ, Εμμανουήλ Ξάνθου και Νικολάου Σκουφά, είχε αναλάβει την προετοιμασία του ξεσηκωμού – γράφει το Νational Geographic. Οι ιδρυτές της επέλεξαν την Οδησσό ως βάση της Εταιρείας γιατί σε αυτήν υπήρχε ακμάζον από το εμπόριο ελληνικό στοιχείο, ήταν ασφαλής πόλη για τους ομογενείς, μια και ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία, και τέλος γιατί βρισκόταν κοντά στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Στο κοιμητήριο του Δραγατσανίου στη Ρουμανία υπάρχει το Μνημείο των Πεσόντων Ιερολοχιτών

Οι τρεις φίλοι δημιούργησαν πέντε βαθμούς μελών και αργότερα πρόσθεσαν και δύο στρατιωτικούς βαθμούς. Δημιούργησαν, για λόγους ασφαλείας, ένα κρυπτογραφικό σύστημα αναγνώρισης και ονόμασαν Αρχήν την ανώτατη, αλλά ανύπαρκτη ακόμη, εξουσία του απελευθερωτικού κινήματος. Γύρω από την Αρχή σκόπιμα είχαν δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα μυστηρίου και άφηναν να πλανάται η εντύπωση πως ίσως ήταν ο τσάρος. Η Εταιρεία σύντομα απέκτησε χιλιάδες μέλη, αποστόλους της ιδέας της επανάστασης. Η ορκωμοσία των πρώτων Φιλικών στην Οδησσό γινόταν στην ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδας που λειτουργεί ακόμη και σήμερα.

Τον Φεβρουάριο του 1820 προτάθηκε στον ίδιο τον Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, να αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας, αλλά αυτός αρνήθηκε γιατί δεν πίστευε πως ο καιρός ήταν κατάλληλος για επαναστάσεις. Αντίθετα ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, γιος του ηγεμόνα της Βλαχίας και της Μολδαβίας και υπασπιστής του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, ενθουσιώδης πατριώτης και ρομαντικός, δέχθηκε.

Λίγο μετά ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, επικεφαλής πλέον της Εταιρείας, επισπεύδει την εφαρμογή του επαναστατικού σχεδίου το οποίο είχε κυρίως χαρακτήρα αντιπερισπασμού, ώστε η επανάσταση στη Νότια Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο να εξελιχθεί χωρίς την πίεση ισχυρών τουρκικών στρατευμάτων.

Ετσι, στις 26 Φεβρουαρίου του 1821 στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου, ετελέσθη δοξολογία στη διάρκεια της οποίας ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλόγησε την ελληνική σημαία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ξεκίνησε την Επανάσταση.

Ο ναός των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο της Ρουμανίας όπου ο Υψηλάντης κήρυξε την Επανάσταση την 26η Φεβρουαρίου 1821

Δυστυχώς, όμως, η άδεια την οποία παραχώρησε ο τσάρος για την είσοδο τουρκικών στρατευμάτων στις αποστρατιωτικοποιημένες ηγεμονίες οδήγησε στις 6-7 Ιουνίου του 1821 στη δραματική μάχη του Δραγατσανίου. Εκεί παρά τον ηρωικό αγώνα των Ιερολοχιτών τα επαναστατικά στρατεύματα ηττήθηκαν. Ο Υψηλάντης στη συνέχεια κατέφυγε στην Αυστρία όπου τον συνέλαβαν οι αυστριακές αρχές και τον φυλάκισαν ως το 1827. Έναν χρόνο μετά την απελευθέρωσή του πέθανε.

Το μνημείο στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου της Πάτρας, όπου στις 23 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε τη σημαία των επαναστατών
Στην Πελοπόννησο, ήδη από την 21η Μαρτίου, οι επαναστάτες κατέλαβαν τα Καλάβρυτα, στις 22 Μαρτίου ο Ανδρέας Λόντος ύψωσε τη σημαία της επανάστασης στη Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο, ενώ στις 23 Μαρτίου η φλόγα της επανάστασης ανάβει και στην Πάτρα. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στήνει στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου μια κόκκινη σημαία με μαύρο σταυρό και ορκίζει τους αγωνιστές. Την ίδια ημέρα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, επικεφαλής πολλών άλλων αγωνιστών, απελευθέρωσαν την Καλαμάτα και κήρυξαν την επανάσταση στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

Ασφαλώς φαίνεται περίεργο το γεγονός της αναφοράς της 25ης Μαρτίου ως αρχής της επανάστασης στην Αγία Λαύρα και, μάλιστα, συνδυασμένης με την ευλογία του λαβάρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Το ίδιο λάβαρο που χρησιμοποίησε ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στις συγκεντρώσεις που αφορούσαν τις ταυτότητες και το οποίο ουδεμία σχέση έχει ακόμη και με το λάβαρο των επαναστατών που ευλόγησε στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου των Πατρών ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Το οποίο ήταν κόκκινο με μαύρο σταυρό στη μέση. Άλλωστε στην ίδια πλατεία υπάρχει και μνημείο που αφορά την εν λόγω εκδήλωση. Φαίνεται, πάντως, ότι η 25η Μαρτίου δεν ορίστηκε χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος, πέρα από τον συνδυασμό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Σύμφωνα με στοιχεία τα οποία σχετίζονται με τους αρχικούς σχεδιασμούς του Υψηλάντη η έναρξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο είχε σχεδιαστεί για την 25η Μαρτίου.

imageΟι Φιλικοί στην Οδησσό της Ουκρανίας ορκίζονταν στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδας που λειτουργεί και σήμερα – Στις 23 Μαρτίου o Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης κήρυξαν την Επανάσταση στην Καλαμάτα στον ναό των Αγίων Αποστόλων, που εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα

 

Tags: