RSS

Κρυφό σχολειό: μια ολοφάνερη πλάνη. Οι εύκολες ιδέες στηρίζουν ισχυρά συστήματα εξουσίας

25 Mar
  • ΤΗΣ ΜΑΡΘΑΣ ΠΥΛΙΑ, Η ΑΥΓΗ, Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Κάθε φορά που επανέρχεται η συζήτηση για το κρυφό σχολειό, η λογική επιχειρηματολογία φαίνεται πως παραβιάζει ανοιχτές θύρες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία από τις πιο δημοφιλείς ιδεολογικές κατασκευές, που αντιστέκεται όσες φορές και αν η λογική την καταλύσει. «Είναι μύθος ζωντανός, άρα αξιοσέβαστος», όπως σημειώνει ο Τάκης Καγιαλής, για έναν άλλο, υπέρτατο μύθο, τον Μακρυγιάννη, «Η εικόνα […] καθιερώθηκε στη συλλογική συνείδηση, ‘δοκίμασε να την αλλάξεις δεν μπορείς’», (Μοντερνισμός και Ελληνικότητα, Ηράκλειο 1997, σ. 33)

Η επιστημονική προσέγγιση, στηριγμένη στις μαρτυρίες των πηγών, έχει κατηγορηματικά αποκλείσει την απαγόρευση εκπαίδευσης των χριστιανών από την οθωμανική εξουσία: καμία διαταγή, καμία συγχρονική περιγραφή, καμία συγχρονική έκθεση, κανένα απομνημόνευμα δεν αναφέρεται σε απαγόρευση.

Ο Άλκης Αγγέλου, στο εξαιρετικό δοκίμιό του για Το κρυφό σχολειό, (Αθήνα, 1η έκδ. 1997) και ο Αλέξης Πολίτης σε σχετικό κείμενο στο βιβλίο του Το Μυθολογικό Κενό, (Αθήνα 2000, σ. 25-39), διαγράφουν τη διαδρομή και αποκαλύπτουν τους λόγους και τις μεθόδους που, λίγα μόλις χρόνια μετά την επανάσταση, δρομολογούν την παγίωση του μύθου. Η Μεγάλη Ιδέα, ο ρομαντισμός, η ενοχή της αμάθειας, η προσμονή αποδοχής και αρωγής από τη φωτισμένη Δύση, ήταν αιτίες αρκετές για να θεμελιώσουν μια πολιτικά και ψυχολογικά χρήσιμη πλάνη.

Κι ενώ η οθωμανική απαγόρευση προβλήθηκε ως η αποκλειστική αιτία για την αγραμματοσύνη των «φτωχών ραγιάδων», ως η «ανελεήμων μάστιξ» που εμπόδιζε τη «φυσική των Ελλήνων και αναλλοίωτον προς την μάθησιν κλήσιν», το 1870, σαράντα περίπου χρόνια μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η Στατιστική της Ελλάδος καταγράφει συντριπτικά ποσοστά αναλφαβητισμού: 92,60% για τις γυναίκες και 67% για τους άνδρες.

Εκκλησιαστικοί κύκλοι πρωτοστάτησαν και πρωτοστατούν στην οικοδόμηση και ενίσχυση του μύθου, επιλεκτικά αποσιωπώντας τις σχετικές πληροφορίες, καθώς και το γεγονός ότι η διαδικασία εθνικής χειραφέτησης πέρασε από την οδό της αμφισβήτησης κάθε πολιτικής και θρησκευτικής αυθεντίας. Είναι εντυπωσιακό ότι οι πιο καίριες μελέτες, που καταρρίπτουν εκ των έσω το μύθο, προέρχονται από τον Μανουήλ Γεδεών, ακούραστο αρχειοδίφη, «Μέγα Χαρτοφύλακα και Χρονογράφο της Μεγάλης Εκκλησίας». Και δεν είναι καθόλου παράδοξο, που η μηχανισμός οικοδόμησης και διάδοσης του μύθου επιδεικτικά τον αγνοεί.

Στην έκδοση που επιμελήθηκαν ο Άλκης Αγγέλου και ο Φίλιππος Ηλιού: Μανουήλ Γεδεών, Η Πνευματική Κίνησης του Γένους κατά τον ΙΗ’ και ΙΘ’ αιώνα, (Αθήνα 1976), εκτεταμένα κείμενα πραγματεύονται τα σχολεία, τα βιβλία, το σύστημα διδασκαλίας και την εν γένει πνευματική κίνηση των χριστιανών τον ΙΗ’ και ΙΘ’ αιώνα. Ενώ, στην Ιστορία των του Χριστού Πενήτων (Αθήνα, 1939), ο Γεδεών εκθέτει, χωρίς περιστροφές, την οθωμανική λογική απέναντι στην «εκπαίδευση του Γένους»:

«Η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την χριστιανικήν θρησκείαν, εγίγνωσκεν ότι εις τους ναούς αναγιγνώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγιγνωσκόμενα και ψαλλόμενα έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνεπώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν». Και, επιπλέον, «μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζίρην, ή αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν…» (τχ. 2, σ. 179,180).

Στο πλαίσιο της οθωμανικής ανοχής, εξελίσσεται από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα η σχετική διάδοση της εκπαίδευσης και η ανάπτυξη των σχολείων, όπως εντυπωσιακά αποτυπώνεται «στο σύστημα διδασκαλίας του επιφανούς διδασκάλου της Θεσσαλίας, Ιωάννου Πεζάρου του εν Τυρνάβω διδάξαντος από του 1782 μέχρι των αρχών του αιώνος», που παραθέτει ο Μανουήλ Γεδεών από τον Κωνσταντίνο Κούμα:

«Εδιαίρει τους μαθητάς εις πολλάς κλάσεις, προβαινούσας εκ των μικροτέρων εις τα μεγαλείτερα μαθήματα. Η κλάσις την οποίαν εγύμναζεν εις την τεχνολογίαν των οκτώ του λόγου μερών, ήτο η κατωτάτη· δευτέρα, ήτις ήρχιζε να αναλύη την σύνταξιν του λόγου· τρίτη, ήτις εσύντασσε θέματα· τετάρτη, ήτις εγυμνάζετο εις τους επιστολικούς χαρακτήρας κατά τον Κορυδαλλέα· η πέμπτη εκατεγίνετο εις τους ποιητάς· η έκτη, εγεωμέτρει και εφιλοσόφει, ήτις πολλάκις εδιαιρείτο εις δύο. Γραμματικήν δεν ηθέλησε ποτέ άλλην παρά την του Λασκάρεως. Ελληνικά μαθήματα παρέδιδε τας γνώμας του Χρυσολωρά, τους μύθους του Αισώπου, τον Λουκιανόν, όσα περιείχεν η Εγκυκλοπαιδεία του Πατούσα, πολλούς λόγους του Δημοσθένους, την ιστορίαν του Ηρωδιανού, τας επιστολάς του Συνεσίου, τον Όμηρον και τους σκηνικούς ποιητάς. Θέματα υπηγόρευεν αυτοσχεδίως δις της εβδομάδος, πρώτον κατά τα είδη των ρημάτων, και έπειτα καθ’ όλα τα είδη, χωρίς να εμποδίζη αυτόν από την παράδοσιν των άλλων μαθημάτων η διόρθωσις των θεμάτων. Εις την φιλοσοφίαν ήρχιζε συγχρόνως την εισαγωγήν της λογικής του Σουγδουρή, και τα στοιχεία της γεωμετρίας του Ευκλείδου, μετέβαινεν εις την λογικήν του Ευγενίου, και εις την αριθμητικήν, εις την μεταφυσικήν του Γενουηνσίου, και εις το κατά Γέσνερον μαθηματικόν του Ευγενίου, εις την φυσικήν του Θεοτοκίου, και τέλος επέθετε το θεολογικόν του Ευγενίου. Παρέδιδεν αδιακόπτως όλον τον ενιαυτόν». (Η Πνευματική Κίνηση του Γένους σ. 12, 13).

Παρά την κατηγορηματικότητα των πηγών, μοιάζει ακατόρθωτο να αντιμετωπίσει κανείς έναν τόσο έωλο αλλά και τόσο σφιχταγκαλιασμένο με τη νεοελληνική ταυτότητα μύθο, που υποστηρίζεται και επανέρχεται δριμύτερος με ολοένα περισσότερες και περισσότερο αυθαίρετες «αποδεικτικές» αναπαραστάσεις. Καλλιτεχνικά προϊόντα, όπως ο πίνακας του Νικολάου Γύζη και το ομώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, και υποπροϊόντα, όπως τα εκθέματα του μουσείου Βρέλλη, οι σχολικές παραστάσεις και οι νεόκοπες κρύπτες στα υπόγεια μονών και εκκλησιών, προβάλλουν βάναυσα στο παρελθόν τις ιδεολογικές και συναισθηματικές ανάγκες του παρόντος.

Με το «μαράζι των αποδεικτικών στοιχείων του ερευνητή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Άλκης Αγγέλου, και με την αδυναμία μιας πραγματικότητας που δεν «προνόησε» να στοιχειοθετήσει επακριβώς την απάντηση στην κατοπινή παραποίησή της, παρουσιάζουμε εδώ δύο ανέκδοτες προεπαναστατικές επιστολές δραγουμάνων του πασά του Μοριά. Πρόκειται για τον Θεοδόση Μιχαλόπουλο και τον Γεώργιο Ουαλεριανό αντίστοιχα, που συνεπικουρούμενοι με τις υπογραφές κοτζαμπάσηδων της κεντρικής Πελοποννήσου, απευθύνονται σε εκείνους του Άργους για να τους συστήσουν τη διευθέτηση οικονομικών διαφορών στις οποίες ενέχονται δάσκαλοι της σχολής του Ναυπλίου. [ΙΕΕΕ, Αρχείο Περρούκα, Έγγραφα: (03.09.1813) 47367 & (17.01.1819) 47459].

Σύμφωνα με τον Τρύφωνα Ευαγγελίδη, η σχολή του Ναυπλίου λειτουργούσε από το 1715, δηλαδή αμέσως μετά την αποχώρηση των Βενετών από το Μοριά, και «κατωχυρώθη τω 1765 δια σιγιλλίου του πατριάρχου Σαμουήλ του Χατζερή», (Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας. Τ. Α’, σ. 295). Η εκπαίδευση των χριστιανών λειτουργούσε λοιπόν υπό την ελεύθερη επίβλεψη της εκκλησίας και των κοινοτήτων. Άλλωστε, τα κοινοτικά κατάστιχα καταγράφουν επανειλημμένα τα έξοδα των σχολείων και τους μισθούς των δασκάλων. Και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σημειώνουν φανερά, απαγορευμένες και γι’ αυτό κολάσιμες δραστηριότητες∙ επειδή συμμετέχοντες και συνεργούντες θα κινδύνευαν έτσι να βρεθούν εκτεθειμένοι εις «τας καταγγελίας χριστιανού τινός, απεριτμήτου τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς», όπως σημειώνει ο Μανουήλ Γεδεών (τχ. 2, σ. 180, Αθήνα 1939).

Αλλά και οι δραγουμάνοι του Μοριά, κατά κύριο λόγο φαναριώτες, που διατηρούσαν διαμερίσματα στο εσωτερικό των ανακτόρων του πασά, για να εξυπηρετούν τη μεσολάβηση ανάμεσα στην οθωμανική διοίκηση και τους κοινοτικούς άρχοντες, δεν θα εξέθεταν τους εαυτούς τους στο θανατηφόρο κίνδυνο της παράβασης.

Στις επιστολές που δημοσιεύουμε, επανέρχεται το πάγιο πρόβλημα της αδυναμίας των πληρωμών που μάστιζε τις κοινότητες και τους υπηκόους της οθωμανικής επικράτειας: Οι αυξανόμενες ανάγκες της κεντρικής και της τοπικής διοίκησης πολλαπλασίαζαν ολοένα και περισσότερο τις δημόσιες χρηματικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα κοινότητες και φορολογούμενοι να βυθίζονται σε μια διαρκώς πιο ασφυκτική καταχρέωση. Στη δίνη των εν λόγω συνθηκών, αλλά σε διαφορετική θέση, βρίσκονται και οι δάσκαλοι που συναντάμε. Στην πρώτη (1813) ο «διδάσκαλος» Ησαΐας, ως δανειστής της κοινότητας Άργους, απαιτεί να εισπράξει το ποσό των 2000 γροσίων που του οφείλουν, και ο δραγουμάνος προτείνει να ενσωματωθεί η οφειλή σε συμπληρωματικό φόρο (τάνσα). Στη δεύτερη επιστολή (1817), ο δραγουμάνος ζητά από τους άρχοντες του Άργους διευθέτηση, επειδή ο διδάσκαλος Νικηφόρος δια «την εννοχήν της εγγυήσεως» ενός χρέους που μήτε αυτός μήτε ο χρεώστης μπορούσε να επιστρέψει, «εκών και άκων […] ταλαιπωρείται σωματικώς και με έξοδα άνω και κάτω περιφερόμενος» και μάλιστα «κινδυνεύει να χάση την εκ του σχολείου του κυβέρνησιν».

Η ευκρίνεια των πληροφοριών και των ιστορικών αναλύσεων δεν έχει κατορθώσει ακόμη να ανατρέψει τη σχετική με το «κρυφό» σχολειό νεοελληνική πίστη. Δεν είναι παράδοξο οι εικόνες των πηγών να προσλαμβάνονται μέσα από τους χρωματισμούς που τους προσδίδει η εκάστοτε εποχή που τις διαβάζει. Όμως, η συνειδητή και συστηματική παραχάραξη του παρελθόντος συνιστά μια εύχρηστη απάτη, που μηχανεύονται οι γνωστοί κύκλοι ελέγχου των ιδεών: Ακριβώς εκείνοι που υπερμαχούν για να κρατούν ζωντανούς τους μύθους και να καπηλεύονται εικονικές δήθεν βεβαιότητες της αναπαράστασης του παρελθόντος. Διάσπαρτοι επιμέρους μηχανισμοί στην εκπαίδευση, την εκκλησία, κεντρικοί και περιφερειακοί λόγιοι, διατεταγμένοι υπάλληλοι, υπερήφανοι εθνικοί κήρυκες, ερήμην ή και δια μέσου της παράφρασης των πηγών, επιμένουν θερμοκέφαλα στη συντήρηση της δικής τους εύληπτης «αλήθειας»: Εύκολες ιδέες στηρίζουν, μαζικά, ισχυρά συστήματα εξουσίας.

Το ζήτημα, καίρια πολιτικό, επαναφέρει τα θολωμένα, μέσα στην τελετουργία και την παραποίηση της αναπαράστασης, νεωτερικά αιτήματα του παρελθόντος. Αιτήματα τα οποία με σαφήνεια και ακρίβεια καταγράφονται στα θεμελιώδη κείμενα της εθνικής αφύπνισης. Αντιγράφω από την Ελληνική Νομαρχία:

«Εις την ελευθέραν ζωήν η αξιότης τιμάται, έκαστος συμπολίτης ευρίσκει το καλόν του εις το καλόν των άλλων […] Εκεί η τιμή αξιοτίμητος, ο κριτής απροσωπόληπτος, ο κρινόμενος μόνος, νόμοι διαυθεντευταί, νόμοι δικασταί, η αθωότης απτόητος, η τιμωρία δικαία, η αντάμειψις κοινή […] Ποίος οποιασδήποτε καταστάσεως, δεν θέλει γνωρίσει το μέγα όφελος της ελευθέρας ζωής; Εις αυτήν ο πραγματευτής ευρίσκει ασφάλειαν εις το έχειν του∙ ο τεχνίτης έπαινον εις τα έργα του∙ ο υπανδρευόμενος βεβαιότητα εις την τιμήν του∙ ο νέος ευρύχωρον οδόν εις το να διευθύνει την κλίσιν του, και να δείξει την αγχίνοιάν του».

Σήμερα, πού τοποθετείται άραγε, σε σχέση με το αίτημα της προσωπικής και κοινωνικής ελευθερίας, η νεοελληνική μας αυταρέσκεια και πώς αντιμετωπίζει τα αντιφατικά «προτάγματα» που προσδιορίζουν αδιαφοροποίητα ένα συνονθύλευμα στάσεων και ιδεών: Τον ατομικισμό και τη δημοκρατία, το λαϊκισμό και τον εκσυγχρονισμό, τον ηρωισμό και την πονηριά, τη θρησκοληψία και την παιδεία, το ελληνικό «δαιμόνιο» και το «δε βαριέσαι».

  • Η Μάρθα Πύλια διδάσκει Οθωμανική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θράκης
  • Δύο ανέκδοτες επιστολές δραγουμένων του πασά του Μοριά για οικονομικές υποθέσεις Ελλήνων διδασκάλων (1813 και 1819)

»την ευγενείαν σας ηδεώς προσαγορεύομεν:-

»διά του παρόντος μοι ερωτώντες τα της υγίειας σας δηλοποιούμεν, ότι γνωστά σας τα γρόσια δύω χι/λιάδαις, τα οποία με ομολογίαν σας χρεωστείτε τω διδασκάλω κυρ ησαΐα, και μ’ όλον οπού/ πολλάκις σας τα εξήτησε, κατά το χρέος σας δεν επροθυμοποιήθητε δια την αποπλήρωσιν/ αυτών. ελθόντος ενταύθα του κυρ νικολή, δεν ελείψαμεν από του να τον ομιλήσωμεν ως/ έδει περί τούτων, όστις μοι επρότεινεν, ότι είπε τη ευγενεία σας να κάμετε τάνσον να του/ τα δώσετε, και έπειτα από το ταχσήλι των χωρίων να τα λάβητε, και ουδόλως το ευχαρι/στήθητε, και αν είναι δίκαιον και εύλογον να φέρεσθε ούτω, στοχασθήτε οι ίδιοι. όθεν/ επίτηδες σας γράφομεν το παρόν μοι, και σας συμβουλεύομεν αδελφικώς, ότι άμα του/ λαβείν αυτό, φιλοτιμούμενοι να κάμετε κάθε τρόπον. και εκ τάνσου να οικονομήσητε/ τουλάχιστον τα γρόσια χίλια πεντακόσια,και έως το ερχόμενον σάββατον να τα απο/στείλητε εδώ διά να τα λάβη, και να πηγαίνη εις την δουλειάν του. αν δε παραβλέψητε/ την αδελφικήν συμβουλήν μοι, μη θέλοντες να εξακολουθήσητε ως άνωθεν, η σοφολογιό/της του βιασμένος από τας χρείας του και από το δίκαιόν του, θέλει φερθή αλλεοτρόπως, και στοχα/σθείτε εν είναι καλόν, ούτε μομφή μένει πλέον εις την σοφολογιότητά του, καθότι πολλα/χώς έκαμε το χρέος του διά να λάβη το δίκαιόν του. Αναμένομεν απόκρισιν εν/ τη αποστολή των ρηθέντων γροσίων. ταύτα και μένομεν: 1813:-σεπτεμβρίου: -3:- τριπολιτζά

πρόθυμοι και εδικοί σας: ο δραγουμάνος Θεοδόσιος Αλεξίογλους, οικονόμος γιανης, παπας γιανοπουλος, αναγνώστης παπάζογλης, Σωτήρος Κουγιάς

την ευγενείαν της αδελφικώς ασπαζόμενοι, ακριβώς προσαγορεύομεν:-/

»μετά την έρευναν της περιποθήτου ημίν αγαθής υγιείας της δηλοποιούμεν, ότι είναι γνωστόν της διά/ τα γρόσια, οπού ο παπά κυρ γεώργιος κοσμίτης χρεωστεί τω ενταύθα κυρ αρβάλη, ότι περί τούτων /εννέχετε εις την εγγύησιν παρά τη τιμιότητί του ο παρών διδάσκαλος κυρ νικηφόρος. ο κυρ αρ:/βάλης προ πολλού ζητών αυτά τα άσπρα του, ως οίδε και η ευγενεία της, ηθέλησε να κινηθή διά/ μέσου της πόρτας επί τω λαβείν αυτά. ημείς δε ηξεύροντες το, τε άπορον και την της αιδεσιμό/τος του δυστυχίαν, εκκωλύομεν το τοιούτον κίνημα, διαφόρως δε σωπούντες τον. τέλος πάντων έ/φερεν ενταύθα και την αιδεσιμότητά του, και τον παρόντα διδάσκαλον επί σκοπώ και αποφάσει του, ταν/ ή επί ταν, ωσάν οπού τον βιάζουσιν ου μόνον το δίκαιόν του, αλλά και αι χρείαις του, και με το να μην ή/τον άλλος ο τρόπος της πληρωμής αυτού του χρέους κονδά εις την αιδεσιμότητά του, αναγκαίως απεφασίσθη/ να προστρέξη εις τα αυτούσε, και να γένη Οικονομία εξ’ ων έχει (ως λέγει) λαμβάνειν. περί τού/των με το να έρχεται ήδη εις τα αυτούσε, η αιδεσιμότης του, φέρει γράμμαν προς την ευγενείαν της πα/ρά των μεγαλοπρεπεστάτων μπέ’εφένδηδων, εκ του οποίου θέλει πληροφορηθή. κατά ανάγκην τοι/αύτην έρχετε και ο παρών διδάσκαλος εκών και άκων, διότι τι να κάμη πλέον, οπού ευρέθη εις την/ εννοχήν της εγγυήσεως. και αγκαλά οίδαμεν, ότι και η σοφολογιότης του και η αιδεσιμότης του επίσης/ και αγαπώνται και πονούνται από την ευγενείαν της, με όλον τούτο την παρακαλούμεν και ημείς αδελ/φικώς, να δείξη επάνω εις αυτήν την υπόθεσιν και την προθυμίαν της και την δυνατήν οικονομίαν,/ επειδή εξ’ αυτής ου μόνον ταλαιπωρείται σωματικώς και με έξοδα ο διδάσκαλος άνω και κάτω περιφε/ρόμενος, και κινδυνεύει να χάση την εκ του σχολείου του κυβέρνησιν, αλλά και ο παπάς βλέπομεν/ φανερά, ότι θέλει πέσει εξ’ άπαντος εις άφευκτα βάσανα, εάν δεν ήθελεν οικονομηθή αυτούσε/ η υπόθεσίς του. ταύτα και μένομεν:-

1819: Ιανουαρίου: 17: τριπολιτζά

της ευγενείας της

Όλως πρόθυμοι αδελφοί-

Γεώργιος Ουαλεριανός

αλεξίογλους οικονόμος

παναγής ζαριφόπουλος

[Στη μεταγραφή διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου]

Advertisements
 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: