RSS

Monthly Archives: October 2009

Πηγή έμπνευσης το έπος του ’40

ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009, Τελευταία ενημέρωση: 28/10/2009 16:18, Web-Only
Οι εκδηλώσεις για τα 69 χρόνια από την επέτειο του «ΟΧΙ » κορυφώνονται με τη στρατιωτική παρέλαση, η οποία πραγματοποιείται σήμερα  στη λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη
  • Με την παρέλαση που ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας στην παραλιακή λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου ολοκληρώθηκαν οι εορταστικές εκδηλώσεις της Θεσσαλονίκης.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρθηκε στα μηνύματα του έπους του ΄40, της Εθνικής Αντίστασης, και των ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι αναφέρθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας στη δήλωση που έκανε αμέσως μετά τη στρατιωτική παρέλαση στη Θεσσαλονίκη.

Έκανε όμως αναφορά και στους σημερινούς αγώνες σημειώνοντας: «Ο αγώνας συνεχίζεται σήμερα σε πολλά επίπεδα για την υπεράσπιση της πατρίδας και της εδαφικής της ακεραιότητας, για ένα καλύτερο περιβάλλον, για καλύτερη υγεία, για καλύτερη παιδεία, για μια καινούρια κοινωνική συνείδηση, συνείδηση αλληλεγγύης για τον αδύναμο και τον κατατρεγμένο, για τη δημιουργία μιας πατρίδας που θα αγκαλιάζει όλους μας και ιδιαίτερα τους νέους που ζουν με το όνειρο μιας καλύτερης ζωής».

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Βενιζέλος επισήμανε: «Το μήνυμα της ημέρας είναι πως οφείλουμε να είμαστε ενωμένοι, υπεύθυνοι, αισιόδοξοι και υπερήφανοι. Αυτό όμως απαιτεί μια πανεθνική προσπάθεια. Αυτή την προσπάθεια διευθύνει η κυβέρνηση και σε αυτήν την προσπάθεια απευθύνουμε πρόσκληση να συμμετάσχουν όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες και οι Ελληνίδες χωρίς καμία πολιτική διάκριση με στόχο να κάνουμε την πατρίδα μας ισχυρότερη, ανταγωνιστικότερη, καλύτερη για όλους μας και κυρίως για τα παιδιά μας».

  • Παπανδρέου: Πηγή έμπνευσης το έπος του ’40

Πηγή έμπνευσης για το σήμερα και τους αγώνες του παρόντος αποτελεί το έπος του ’40, όπως σημειώνουν στα μηνύματα που απηύθυναν για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου  ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου και τα πολιτικά κόμματα.

Ο πρωθυπουργός Γ.Παπανδρέου στο μήνυμά του τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου είναι «μια στιγμή της ιστορίας, που κατέδειξε τη δυνατότητά μας να ξεπερνάμε τους εαυτούς μας όταν διακυβεύονται οι αξίες μας, η αξιοπρέπειά μας, η ίδια μας η υπόσταση. Το ‘ΟΧΙ ’ του 1940 είχε υψηλό κόστος. Δημιούργησε, όμως, ένα ανεκτίμητο εθνικό κεφάλαιο».

«Σήμερα είμαστε περήφανοι γι΄αυτή μας την ιστορία. Είναι η πηγή της δύναμής να πιστεύουμε στους εαυτούς μας και να αγωνιζόμαστε όλοι μαζί για μια καλύτερη ζωή, για μια ισχυρή και ανεξάρτητη Ελλάδα» τόνισε ο κ. Παπανδρέου.

«Όμως, έχουμε ακόμα να αγωνιστούμε και να πετύχουμε πολλά. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε όλοι αλλά ταλανίζει περισσότερο τους πιο αδύναμους. Έχουμε να αγωνιστούμε για μια ποιοτική δημοκρατία. Για ουσιαστική ισονομία. Για κοινωνική δικαιοσύνη. Για μια Ελλάδα αξιών.

»Είναι μάχες δύσκολες. Όμως θα τις δώσουμε και αυτές όλοι μαζί, ώστε να βγούμε πιο δυνατοί από την κρίση. Με πίστη στις αστείρευτες δυνατότητες της χώρας μας, χτίζουμε μια Ελλάδα με παρουσία και κύρος, μία κοινωνία δικαιοσύνης με πολίτες ισχυρούς» συμπλήρωσε ο πρωθυπουργός.

Το ΚΚΕ τόνισε ότι «σήμερα η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα καλούνται να πουν ένα ηχηρό ‘ΟΧΙ’ στα κελεύσματα της κυβέρνησης και των άλλων αστικών κομμάτων για ‘εθνική ομοψυχία’ και ταξική συνεργασία. Καλούνται να πουν ‘ΟΧΙ ’ στην αντιλαϊκή πολιτική του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και της ΕΕ, στους νατοϊκούς εξοπλισμούς, στη συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και σχεδιασμούς, στη συμμετοχή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων σε στρατούς Κατοχής».

Το ΚΚΕ «καλεί το λαό να δείξει εμπιστοσύνη στη δύναμή του και να διεκδικήσει τα σύγχρονα δικαιώματά του. Η μόνη διέξοδος για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της δεν είναι η ‘πράσινη’ καπιταλιστική ανάπτυξη, αλλά ο σοσιαλισμός» καταλήγει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τονίζει ότι «το ΟΧΙ του 1940 αποτελεί πηγή έμπνευσης και σήμερα, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά, που πρέπει να κρατήσει ζωντανή την ιστορική μνήμη της Εθνικής Αντίστασης και των οραμάτων για ελεύθερη πατρίδα και πανανθρώπινη ειρήνη. Η αγωνιστική στάση ζωής και οι θυσίες αυτών που επέλεξαν το δρόμο της προσφοράς και του κοινωνικού χρέους καταξίωσαν διαχρονικά πανανθρώπινες αξίες και ιδανικά δημοκρατίας και πολιτισμού».

«Πιστεύουμε ότι κάθε γενιά και κάθε εποχή χρειάζεται τα δικά της ΟΧΙ. Σήμερα η νέα γενιά λέει ΟΧΙ σε κάθε είδους στρατιωτική επέμβαση που στηρίζει εκμεταλλευτικές σχέσεις και άνομα συμφέροντα, λέει ΟΧΙ στο ρατσισμό και την ξενοφοβία, ΟΧΙ στην οικολογική καταστροφή του πλανήτη, λέει ΝΑΙ στους αγώνες για κοινωνική δημοκρατία και για διεύρυνση των κατακτήσεων στο τομέα των δικαιωμάτων» καταλήγει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Οι Οικολόγοι Πράσινοι επισημαίνουν ότι «σε κάθε εποχή διαμορφώνονται διαφορετικά ερωτήματα στα οποία οφείλουμε να ανταποκριθούμε με μεγάλα ΝΑΙ ή μεγάλα ΟΧΙ. Ένα σύγχρονο και ξεκάθαρο ΟΧΙ πρέπει να πούμε στην καταστροφή του περιβάλλοντος, την αλλαγή του κλίματος, τη διαφθορά, την κυριαρχία ρατσιστικών και ξενοφοβικών αντιλήψεων στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης και του ασύλου, την χρήση ή την απειλή χρήσης βίας είτε στις διακρατικές σχέσεις είτε στις κοινωνικές αλλά και τις ενδοοικογενειακές σχέσεις».

 

Κ. Παπούλιας: Μήνυμα κοινωνικής συνείδησης το έπος του ’40

«Ο αγώνας συνεχίζεται σήμερα σε πολλά επίπεδα για την υπεράσπιση της πατρίδας και της εδαφικής της ακεραιότητας, για ένα καλύτερο περιβάλλον, για καλύτερη υγεία, για καλύτερη παιδεία, για μια καινούρια κοινωνική συνείδηση, συνείδηση αλληλεγγύης για τον αδύναμο και τον κατατρεγμένο, για τη δημιουργία μιας πατρίδας που θα αγκαλιάζει όλους μας και ιδιαίτερα τους νέους που ζουν με το όνειρο μιας καλύτερης ζωής». Αυτό τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με αφορμή την εθνική επέτειο.

Τη στρατιωτική παρέλαση στη Θεσσαλονίκη παρακολούθησαν ακόμη η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και των σωμάτων Ασφαλείας, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Βενιζέλος, ο γραμματέας της ΚΟ της ΝΔ Γιάννης Τραγάκης, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ Γιώργος Καρατζαφέρης, οι βουλευτές και υποψήφιοι πρόεδροι του κόμματος της ΝΔ, Ντόρα Μπακογιάννη, Αντώνης Σαμαράς, Δημήτρης Αβραμόπουλος, ο νομάρχης και υποψήφιος πρόεδρος της ΝΔ Παναγιώτης Ψωμιάδης, ο δήμαρχος Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος και πλήθος κόσμου.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελος Βενιζέλος, επισήμανε: “Το μήνυμα της ημέρας είναι πως οφείλουμε να είμαστε ενωμένοι, υπεύθυνοι, αισιόδοξοι και υπερήφανοι. Αυτό όμως απαιτεί μια πανεθνική προσπάθεια. Αυτή την προσπάθεια διευθύνει η κυβέρνηση και σε αυτήν την προσπάθεια απευθύνουμε πρόσκληση να συμμετάσχουν όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες και οι Ελληνίδες χωρίς καμία πολιτική διάκριση με στόχο να κάνουμε την πατρίδα μας ισχυρότερη, ανταγωνιστικότερη, καλύτερη για όλους μας και κυρίως για τα παιδιά μας”.

Για ημέρα μνήμης και παραδειγματισμού μίλησε ο γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ, Γιάννης Τραγάκης, ο οποίος εκπροσώπησε τον πρόεδρο του κόμματος Κώστα Καραμανλή. Όπως τόνισε ο Γ. Τραγάκης “η καρδιά της Ελλάδας χτύπησε σήμερα στη Μακεδονία. Χτύπησε στη Θεσσαλονίκη. Είμαστε υπερήφανοι για τα στρατευμένα νιάτα μας. Σήμερα είναι μια ημέρα μνήμης, περισυλλογής και παραδειγματισμού. Ας παραδειγματιστούμε όλοι από τη θυσία των ηρώων του 1940. Σήμερα να πούμε όλοι το μεγάλο όχι στην τρομοκρατία, να πούμε το μεγάλο όχι στη διαφθορά και να πούμε το μεγάλο ναι στις δημοκρατικές διαδικασίες, να πούμε το μεγάλο ναι στη διαφάνεια και να πούμε το μεγάλο ναι στην ενότητα των Ελλήνων”.

Ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ, Γιώργος Καρατζαφέρης, δήλωσε: “Πριν 69 χρόνια ο ελληνικός λαός σύσσωμος είπε το όχι απέναντι στον εξωτερικό εχθρό. Σήμερα πρέπει να πούμε σύσσωμα πάλι όχι στον εχθρό που είναι εντός των πυλών.  Πρέπει να νικήσουμε αυτό που βλάπτει σοβαρά τη δημοκρατία. Πρέπει να το κάνουμε και θα το κάνουμε”.

Ο βουλευτής της ΝΔ, και υποψήφιος πρόεδρος του κόμματος, Αντώνης Σαμαράς, υπογράμμισε: “Πατρίδα σημαίνει να μπορείς να λες όταν πρέπει το όχι. Και αυτό το όχι να το μετατρέπεις σε αγώνα για αξιοπρέπεια και ελευθερία. Αυτή την πατρίδα τιμούμε σήμερα”.

Ο έτερος βουλευτής της ΝΔ, και υποψήφιος πρόεδρος του κόμματος, Δημήτρης Αβραμόπουλος, τόνισε: “Σήμερα ζήσαμε εδώ στην Θεσσαλονίκη στιγμές πατριωτικού ενθουσιασμού και εθνικής αυτοπεποίθησης. Μια μεγάλη μέρα που όμως σκιάστηκε από τα δραματικά γεγονότα που τούτη την ώρα δοκιμάζουν οικογένειες και παιδιά της Ελλάδας που προσφέρουν από τη θέση του αστυνομικού τις υπηρεσίες στην πατρίδα μας. Είμαστε κοντά τους. Συνάμα εμείς εδώ στέλνουμε ένα μήνυμα ότι η δημοκρατία μας είναι ισχυρή. Η δημοκρατία αντέχει”. [enet.gr, 14:16 Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009]

 

28η Οκτωβρίου: Ο πόλεμος που τελικά δεν ήταν “τρικούβερτο γλέντι”

  • Του Νάσου Θεοδωρίδη* Η ΑΥΓΗ: 27/10/2009

69 χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν «ξένος» (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την «ενότητα» ούτε «το μεγαλείο του έθνους», αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η άγρια σύγκρουση που ξετυλίχτηκε πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας έδειξε ανάγλυφα την ταξική της φύση. Στις πρώτες γραμμές φτωχοί άνθρωποι, πέθαιναν από τη γάγγραινα, έλιωναν από την ψείρα, περίμεναν απελπισμένα τροφή. Πιο πίσω οι αξιωματικοί με τις ορντινάντσες τους έδιναν τις διαταγές. Και ακόμα πιο πίσω, στα πολυτελή ξενοδοχεία της Αθήνας, ο αρχιστράτηγος Παπάγος και το επιτελείο της «Αυτού Μεγαλειότητας»…

Υπάρχουν πολλοί μύθοι για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο πρώτος είναι ότι οι φαντάροι μας με εφ’ όπλου λόγχη στείλανε τους δειλούς εχθρούς στα βάθη της Αλβανίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο ελληνικός στρατός ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτή τη σύγκρουση. Ήδη από την άνοιξη1939 το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε καταστρώσει ανάλογα σχέδια. Και από τον Ιούνη 1940 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση «μυστικής επιστράτευσης». Στα σχολικά βιβλία και στα πατριωτικά αφιερώματα η «θέληση» και το «φρόνημα» ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για το «έπος της Αλβανίας». Η αλήθεια είναι ότι ήταν η μορφολογία του εδάφους, το βεβιασμένο της ιταλικής επίθεσης -με όλες τις δυσκολίες ανεφοδιασμού από τα ακατάλληλα λιμάνια της Αλβανίας- και μια πολύ ισχυρή ελληνική στρατιωτική μηχανή.

Επίσης αποκρύπτεται ότι υπήρχαν πολλοί που αρνούνταν να υποταχτούν σε αυτήν τη χαρούμενη εικόνα της “εθνικής πανστρατιάς”. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θ. Χατζής, μετέπειτα γραμματέας του ΕΑΜ αναφέρει στις αναμνήσεις του ότι στις αρχές Νοέμβρη εκτελέστηκαν επί λιποταξία τέσσερις φαντάροι του συντάγματός του, επειδή είχαν λείψει μόνο μια μέρα και ξαναγύρισαν: «Απογοήτευση και πένθος έπεσε στο Σύνταγμα. Στην πορεία μάθαμε πως και σε άλλα Συντάγματα έγιναν παρόμοιες δίκες για μικρές πειθαρχικές παραβάσεις και επακολούθησαν διαδοχικές εκτελέσεις, κατά περίεργη ‘συγκυρία’ μόνο Μακεδόνων που μιλούσαν τη σλαβική γλώσσα και όλοι τους σχεδόν ήταν χαρακτηρισμένοι ‘βουλγαροκομμουνιστές’”.

Ήταν και κάτι άλλο που ερέθιζε τους φαντάρους. Οι καλαμαράδες της Αθήνας παρουσίαζαν τον πόλεμο σαν τρικούβερτο γλέντι με χαρές και τραγούδια για τους Έλληνες φαντάρους. Κρύβανε την πραγματικότητα. Συνήθως στα αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου, βλέπουμε επίκαιρα της εποχής με τα πλήθη ενθουσιασμένα να χαιρετάνε εκείνους που φεύγουν για το μέτωπο. Πράγματι, κάθε φορά που αρχίζει ένας τέτοιος πόλεμος, η πλειοψηφία παρασύρεται από ένα κύμα εθνικισμού και πολεμόχαρων αισθημάτων. Όμως, καθώς περνούν οι μέρες, φανερώνεται όχι μόνο η φρίκη του πολέμου αλλά και ποιος την πληρώνει, οπότε οι διαθέσεις αλλάζουν.

Ο Δ. Λουκάτος καταγράφει αυτή την αλλαγή στο ημερολόγιο που κρατούσε και έχει δημοσιευτεί με τίτλο «Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-’41»: «Ένα περίεργοπράγμα. Κανείς απ΄ όλους τους ‘Εμπέδους’ δεν θέλει να φύγει για το Μέτωπο. Όλοι θα ‘τανε ευτυχείς αν τους κρατούσανε εδώ. Πού είναι λοιπόν τα φανταχτερά λόγια ‘οι φαντάροι μας αδημονούν να μεταβούν εις την πρώτην γραμμήν;’».

* Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης

 
Leave a comment

Posted by on October 28, 2009 in 28 Οκτωβρίου 1940

 

“Το Λένινγκραντ είναι καταδικασμένο να πεθάνει από λιμό”

  • ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “ΛΕΝΙΝΓΚΡΑΝΤ, Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ (1941-19440”
  • ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ Ν. ΔΟΡΔΑΝΑ, Η ΑΥΓΗ: 28/04/2009

Η μεγάλη διαφορά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε σχέση με τον Μεγάλο Πόλεμο έγκειται όχι μόνο στην ταχύτητα με την οποία διεξήχθησαν οι πολεμικές συγκρούσεις, αλλά πολύ περισσότερο στις τεράστιες απώλειες των αμάχων. Ως πρόβλημα τους αντιμετώπισε ευθύς εξαρχής το μιλιταριστικό Γ΄ Ράιχ, για την επίλυση του οποίου δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τα πιο ωμά και απάνθρωπα μέσα, ακολουθώντας απαρέγκλιτα τη διακηρυγμένη αρχή ότι η ανθρώπινη ζωή στις κατεχόμενες χώρες δεν έχει καμία αξία.

Η ιστορία  που διηγείται στο βιβλίο του “Λένινγκραντ, Η πολιορκία (1941-1944)” (εκδ. Ωκεανίδα)  ο ιστορικός Michael Jones δεν είναι μια ακόμα «συνηθισμένη» ιστορία του πολέμου. Το Λένινγκραντ συνιστά μια αυτόνομη ιστορία τρόμου και μαζικής εξόντωσης αμάχων, ένα έγκλημα που υπερβαίνει τα όρια και τη «λογική» του πολέμου. Ωστόσο αυτή η σχεδόν απίστευτη εξόντωση αμάχων δεν έχει βρει έως σήμερα, απ΄ όσο γνωρίζω, τη θέση της στην ιστοριογραφία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επί Σοβιετικής Ένωσης παρέμεινε εσκεμμένα στα ιστορικά αζήτητα, καθώς δεν μπορούσε να ενταχθεί στο σοβιετικό αφήγημα των μεγάλων επιτευγμάτων και μόλις το 1989 άνοιξε τις πύλες του το Μουσείο του Αποκλεισμού.

Ο Jones έρχεται με το βιβλίο του να συμβάλει στην ιστορία της πόλης και να την διηγηθεί με έναν απλό, απόλυτα κατανοητό και συνάμα γοητευτικό τρόπο, εγχείρημα που από μόνο του έχει αξία όταν κανείς επιχειρεί να μιλήσει για την φρίκη. Χάρη στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα και τη διεισδυτική ματιά του καταφέρνει να καλύψει σφαιρικά τα γεγονότα: α) αναλύοντας τις πολεμικές επιχειρήσεις και τις στρατηγικές επιλογές των δύο αντιπάλων μετά τη γερμανική εισβολή και β) εξηγώντας τις κινητήριες δυνάμεις που βοήθησαν τους απλούς ανθρώπους να παραμείνουν άνθρωποι, όταν ακόμα και αυτό δεν ήταν τότε καθόλου αυτονόητο.

Για τους Γερμανούς ο αποκλεισμός της πόλης ήταν μια στρατηγική επιλογή κυνισμού και βαρβαρότητας. Τον Χίτλερ δεν τον ενδιέφερε αναγκαστικά να καταλάβει τη μεγάλη πόλη αλλά να την εξαφανίσει με κάθε τρόπο από τον χάρτη, καθώς αποτελούσε την κοιτίδα της μπολσεβίκικης επανάστασης αλλά και κέντρο της βαριάς βιομηχανίας. Αρκούσε ο συνεπής βομβαρδισμός της, η καταστροφή των υποδομών και η αποστέρηση όλων των χρειαζούμενων για την επιβίωση του πληθυσμού.

Στο ερώτημα πόσο θα άντεχαν οι άμαχοι, οι στρατιωτικοί συμβουλεύτηκαν έναν ειδικό διατροφολόγο που αποφάνθηκε πως ο πρώτος χειμώνας αρκούσε για να αποδεκατιστεί ο πληθυσμός. Τότε η πόλη θα έπεφτε σαν ώριμο φρούτο στα χέρια του γερμανικού στρατού. Η επιστήμη στην υπηρεσία του πολέμου γνώρισε στην εθνικοσοσιαλιστική περίοδο μια πρωτόγνωρη άνθιση ασκούμενη στους ανθρώπους-πειραματόζωα.

Από την άλλη οι αναφορές στη σοβιετική ηγεσία είναι πράγματι εντυπωσιακές γιατί δείχνουν το μέγεθος της ανικανότητας (η περίπτωση του στρατάρχη Κλιμέντ Βοροσίλοφ πριν την αντικατάστασή του από τον Γκεόργκι Ζούκοφ) και της διαφθοράς που ταλάνιζε το σταλινικό καθεστώς. Η εικόνα ενός καθεστώτος που θυσίαζε χωρίς δισταγμό τα παιδιά του (συγκρότηση του Στρατού των Εθελοντών, δημιουργία του προγεφυρώματος Νέφσκι, ολοσχερής καταστροφή των αποθηκών τροφίμων Μπαντάγεφ, η σφαγή των παιδιών στο Λιτσκόβο) αναδύθηκε σε όλη της την έκταση κατά τη διάρκεια του φοβερού πρώτου χειμώνα του αποκλεισμού.

Από τη μια βρίσκονταν οι αξιωματούχοι της πόλης που αφενός είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό εναντίον αντικαθεστωτικών, όπου ως αντισοβιετική πράξη λογιζόταν και η παραμικρή διαμαρτυρία για τη λιμοκτονία στην οποία είχε καταδικαστεί ο πληθυσμός, και αφετέρου οι ίδιοι δεν στερούταν τίποτε, κάνοντας μάλιστα και επίδειξη της καλοζωίας τους.

Από την άλλη ήταν οι απλοί άνθρωποι που η πείνα τούς έκανε ικανούς για τα πιο μεγάλα και απίστευτα πράγματα αλλά και τα πιο μικρά και απάνθρωπα. Τα διασωθέντα ημερολόγια αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες των στιγμών εκείνων του μεγαλείου αλλά και της πλήρους απελπισίας. Με την θερμοκρασία στους -40, χωρίς νερό και ηλεκτρικό, οι κόλλες από τις ταπετσαρίες, οι ζώνες, οι γάτες και οι σκύλοι, τα πτώματα, τα ξύλα, τα χόρτα και τα απομεινάρια περιλήφθηκαν στο «μενού» του άνισου πολλές φορές αγώνα που έδινε η ζωή έναντι του θανάτου.

Ο κανιβαλισμός, τα λουκάνικα από ανθρώπινο κρέας, οι δολοφονίες για τον εφοδιασμό με κρέας αλλά και με κουπόνια προμήθειας ψωμιού ήταν μερικές μόνο από τις οδυνηρές προεκτάσεις του αποκλεισμού που δεν παρήγαγαν ηρωισμό και επομένως σκοπίμως αποσιωπήθηκαν από τους κομματικούς αξιωματούχους.

Εκείνο που δεν περίμενε κανείς ήταν τις στιγμές που οι άνθρωποι «πέθαιναν σαν τις μύγες» να διατρανώνεται η πίστη για την ζωή, η θέληση να παραμείνει κανείς άνθρωπος, να διατηρήσει τον αυτοσεβασμό του. Παρά τις στοίβες των πτωμάτων στους δρόμους και στα νοσοκομεία, πάντα υπήρχε ένα χέρι που απλωνόταν για να ανασηκώσει κάποιον πεσμένο από αδυναμία στον δρόμο, να του δώσει το δικό του ψωμί, να τον πάει στο σπίτι του, να τον σώσει θέτοντας ουσιαστικά σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή για χάρη του συνανθρώπου του.

Η συνέχιση της καθημερινότητας στο μέτρο του δυνατού ήταν από μόνη της μια φυγή από την σκληρή πραγματικότητα. Εν μέσω της πείνας, των χιλιάδων θανάτων και των καταιγιστικών πυρών του γερμανικού πυροβολικού η εκτέλεση της Έβδομης Συμφωνίας του Σοστακόβιτς, αλλά και οι παραστάσεις από ηθοποιούς που μόλις και μετά βίας μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους από την εξάντληση ήταν τα προμηνύματα της καταρχήν ηθικής ήττας των Γερμανών ή διαφορετικά της νίκης του ρωσικού λαού.

Το Λένινγκραντ των δυόμιση εκατομμυρίων κατοίκων κατάφερε να επιβιώσει παγιδευμένο επί 872 ημέρες μεταξύ ενός βάρβαρου εισβολέα και ενός καθεστώτος σε πλήρη σύγχυση, χάνοντας από τους βομβαρδισμούς και την πείνα κάτι παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές. Στα τέλη Ιανουαρίου 1944 η πόλη ανέπνεε και πάλι ελεύθερη από τον γερμανικό κλοιό αλλά όχι και από τις μνήμες του πολέμου.

Την Αγία Πετρούπολη του Μεγάλου Πέτρου και των τσάρων, του θωρηκτού Αβρόρα και του Λένιν, της καρδιάς της Επανάστασης επέλεξε για άντρο του ο θάνατος «θερίζοντας τεράστια σοδειά» αλλά τελικά δεν την κατέβαλε. Ίσως γιατί, όπως συνέβη και στην περίπτωση της κατεχόμενης και λιμοκτονούσας Ελλάδας, ο άνθρωπος αποθεώνεται ακόμα και μέσα από τον πλήρη ευτελισμό κάθε έννοιας ανθρωπισμού και οδηγείται σε μεγάλες πράξεις ακόμα και όταν έχει φτάσει στον πάτο του αξιακού πηγαδιού.

* Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι λέκτορας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

 

Μικρή συμβολή στη διαρκή ανάγκη αυτογνωσίας

  • ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Νοέμβριος 1940

Τα διεθνή πρακτορεία μεταδίδουν σε όλο τον κόσμο, την κατάληψη της Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό. Πρόκειται για την πρώτη πόλη της Ευρώπης που λευτερώνεται από τις δυνάμεις του Άξονα.

Ακόμη και ιαπωνικές εφημερίδες γράφουν με θαυμασμό για την ανδρεία των Ελλήνων, ενώ ο τουρκικός τύπος ίσως για μοναδική φορά στην ιστορία του, κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδους τίτλους «Ζήτω η Ελλάς», «Αλησμόνητο για όλο τον κόσμο, παράδειγμα γενναιότητας», «Είμαστε περήφανοι γιατί συνδεόμαστε με συμμαχία με ένα τέτοιο Έθνος». Ο υπουργός προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ Γκαίπελς, αφού απαγορεύει βέβαια κάθε αναφορά των γεγονότων στον ελεγχόμενο τύπο της Γερμανίας, κατά μόνας… στοχάζεται, « ίσως κρατάνε κάτι από τους αρχαίους τους προγόνους»!

Έκπληκτη η ανθρωπότητα παρακολουθεί την αντιστροφή, της φασιστικής εξάπλωσης.

Ένα δευτερεύον στρατιωτικά και τοπικού χαρακτήρα πολεμικό επεισόδιο, μετατρέπεται ψυχολογικά σε καταλύτη αντιφασιστικών διεργασιών. Ο Σαρτρ, ο Καμύ, ο Μιραμπέλ, ο Ελυάρ, ο Σουμάν, εκφράζουν τον «μεγάλο και τρυφερό θαυμασμό τους» όπως έγραφε ο Ματίς, «για τούτη την εφεδρεία της ανθρώπινης συνείδησης» όπως χαρακτήριζε την Ελλάδα του ’40 ο Λε Γκορπυζιέ

Ο Αντρέ Ζιντ από τη συνθηκολογημένη και κατεχόμενη Γαλλία αποδίδει ίσως καλύτερα από κάθε άλλον το γεγονός:

«…Γενναίε ελληνικέ λαέ! Καταλαβαίνετε τι είστε για μας σήμερα; Στη διάρκεια των τελευταίων φοβερών μηνών, δεν είχαμε γνωρίσει παρά μονάχα αποτυχίες και απογοητεύσεις, τη συντριβή της περηφάνιας μας, των ελπίδων μας… και ξαφνικά η φωνή σας, η πιο αγαπητή ανάμεσα σε όλες, υψώνεται και κυριαρχεί πάνω στη συγκεχυμένη βοή της κόλασης.

»Με ποια συγκινημένη προσοχή, με ποια προσήλωση σας ακούμε! Αντιπροσωπεύεται για μας τον θρίαμβο της γενναιότητας, της αληθινής αξίας, αυτής του μικρού αριθμού.

»Και ποια ευγνωμοσύνη χρωστάμε σε σας που ξαναδώσατε σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα κάποιους λόγους εμπιστοσύνης στον άνθρωπο, θαυμασμού, αγάπης κι’ ελπίδας …»

Η μικρή Ελλάδα των επτά όλων κι’ όλων εκατομμυρίων ψυχών, καταγράφεται για δεύτερη φορά – η πρώτη ήταν το 1821 – στην παγκόσμια σκηνή της νεότερης Ιστορίας.

Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της χώρας το καθεστώς, βλέπει όλες τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες που βίαια είχε προσπαθήσει να ανακόψει, να βρίσκουν δυναμική διέξοδο και έκφραση, ενώ το ίδιο βρίσκεται – όπως παρατηρεί ο Γιώργος Σεφέρης στο ‘Χειρόγραφο ’41’ – να παραπαίει σε μια επιπλέον αντίφαση, με τεράστιες συνέπειες στην ψυχολογία των «βρικολάκων υπουργών του». Να διαχειρίζεται τον πιο επικίνδυνο πόλεμο της ιστορίας μας, με το μέρος εκείνων που χτυπούσαν της φασιστικές δυνάμεις. Αλλά το καθεστώς και ο επικεφαλής του ήθελε να είναι και αυτό φασιστικό. Πώς να συνδυάσει αυτά τα πράγματα; Πώς να συνειδητοποιήσει, ότι ο λαϊκός χείμαρρος της 28ης Οκτωβρίου, δεν επικύρωνε, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου και το οπερετικό καθεστώς της;

Πώς να κατανοήσει αυτός ο αντιφατικός δικτάτορας, που «δεν πολεμά δια την νίκην. Πολεμά δια την Δόξαν και για την τιμήν» ( δήλωση στους αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού τύπου 30 Οκτωβρίου), ότι παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου και του αρχιστρατήγου του, για άμεση σύμπτυξη του Μετώπου, ο πόλεμος μετατρέπονταν από σύρραξη δύο στρατευμάτων – για πρώτη φορά σε παγκόσμιο πόλεμο – σ’ ένα λαϊκό-απελευθερωτικό αγώνα καθολικής αντίστασης στον φασισμό; Γεγονός που, κατά τη γνώμη μας αποτελεί άλλωστε και τη σημαντικότερη συμβολή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και είναι ακριβώς αυτή η λαϊκή θέληση που -όπως παρατηρεί και ο ταξίαρχος Μάγερς, μετέπειτα αρχηγός της Βρετανικής αποστολής στα βουνά – «ανάγκασε τον τακτικό στρατό να πολεμήσει» ανατρέποντας τα σχέδια του επιτελείου.

  • Ο λαός και οι “άρχοντές” του…

Το πνεύμα αυτό της ηττοπάθειας βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν αφορούσε μοναχά το κύκλωμα του δικτάτορα, τη βασιλική αυλή και το επιτελείο. Με βάση τα ντοκουμέντα και αρχεία της περιόδου, γνωρίζουμε πια ότι ίδιες αντιλήψεις διακατείχαν και τους αστούς αντιπάλους του, όπως τον Γεώργιο Καφαντάρη, τον Γεώργιο Παπανδρέου ή τον στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα, που είχε προχωρήσει από τη Γαλλία που βρίσκονταν εξόριστος και σε ιδιαίτερες επαφές με τους ναζί, για ανατροπή του Μεταξά και εγκαθίδρυση φιλογερμανικής κυβερνήσεως διότι «Η Ελλάς ήχθη προς αυτοκτονίαν».

Ο λόγος του Γιώργου Σεφέρη, που εκείνη την εποχή ήταν εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών για τους ξένους ανταποκριτές, είναι αποκαλυπτικός:

«Το μόνο γενικότερο συμπέρασμα που βγάζω και με ανησυχεί είναι η καταπληκτική διαφορά του λαού και της συντεχνίας των αρχόντων του, σ’ όποιο κόμμα κι αν ανήκουν… είναι παράξενο και υπέροχο να το συλλογίζεται κανείς: Ο λαός έκανε μόνος του αυτό που έκανε – μόνος του. Οι έξι μήνες του πολέμου ήταν δύο πράγματα ολότελα ξεχωριστά: Από το ένα μέρος ένα άνθισμα, μια ανώνυμη ανάσταση και από το άλλο μέρος ο κήρυκας της ‘Μπρετάνιας’ (εννοεί το ξενοδοχείο της Μ. Βρετανίας στα υπόγεια του οποίου μακριά από το μέτωπο εκτός της κυβέρνησης, είχε εγκατασταθεί όλο το διάστημα του πολέμου το Γενικό Επιτελείο) με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τις απελπισμένες χειρονομίες. Από αυτόν τον τελευταίο, δεν έχουμε καθαριστεί και δεν θα καθαριστούμε, παρά όταν νικήσουμε»

Την αλήθεια αυτή για το Επιτελείο πιστοποιεί με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τόσο ο στρατηγός Καθηνιώτης, στην απόρρητη έκθεσή που συνέταξε το 1943 για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ’40- 41, όσο και ο ίδιος ο Αλ. Παπάγος στο βιβλίο του «Ο ελληνικός στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον» το 1956.

Από την άλλη οι διπλωμάτες μας, συνιστούσαν να κάνουμε «μερικάς εντίμους υποχωρήσεις» (Π. Πιπινέλης από τη Σόφια), «χωρίς βέβαια να πάθει η Ιταλία τόσο μεγάλη ήττα, ώστε να χάσει το γόητρο της (Ρίζος- Ραγκαβής από το Βερολίνο)

  • … “Τι σας έφταιξε ο φασισμός”;

Ταυτόχρονα στην Αθήνα, ο υποδιοικητής της Γενικής Ασφάλειας Παξινός – αξιωματικός μυστικά και της Γκεστάπο – φώναζε στους λογοτέχνες αρθρογράφους των εφημερίδων, που είχε συλλάβει διακριτικά ένα βράδυ του Δεκέμβρη του ’40

«Βρήκατε την ευκαιρία να χτυπάτε τον φασισμό. Τι σας έφταιξε ο φασισμός; Οι Ιταλοί μας επιτέθηκαν…»

Και οι φοβίες του καθεστώτος καθημερινά αυξάνουν. «Με ανησυχεί η αισιοδοξία του κόσμου» σημειώνει ο ίδιος ο Ι. Μεταξάς στο ημερολόγιο του. Αρνούμενος όχι μόνο στους εξόριστους και φυλακισμένους κοινωνικούς αντιπάλους του αστισμού, τη συμμετοχή τους στον πόλεμο – κρατώντας τους στις φυλακές για να τους παράδοση το καθεστώς του, με υποδειγματικά τάξη στα γερμανικά στρατεύματα – αλλά και σε μεγάλη μερίδα εμπειροπόλεμων αξιωματικών όπως ο Σ. Σαράφης, απότακτων του Κινήματος του ’35 καθώς και στους λίγους αστούς εξόριστους που επίσης το ζητούν, με την εξαίρεση του Π. Κανελλόπουλου, του μόνου που γίνεται δεκτή η αίτηση του και στέλνεται στο μέτωπό ως απλός… οπλίτης φυσικά.

Έτσι όμως όταν Γενάρη του ’41 τον βρήκε ο θάνατος, κι αφού:

«Δι’ εγκυκλίου τον κλάψανε, όλοι οι Έλληνες, που τον είχαν αγαπήσει δια νόμου» – όπως έγραφε σαρκαστικά ο Ασημάκης Πανσέληνος – « Η κοπριά που άφησε – σημειώνει και πάλι ο Σεφέρης – ξετραχηλίστηκε (και) φτάσαμε στα γεγονότα της άνοιξης. Υπουργοί πανικόβλητοι και σπασμωδικοί, διπλωμάτες χωρίς ειρμό, στρατηγοί – και ιεράρχες προσθέτουμε εμείς – που πρόδωσαν, πρωθυπουργοί που αυτοκτόνησαν και …η ασυγχώρητη, η εγκληματική, η τραγική απώλεια της Κρήτης».

Και για να μην νομισθεί ότι ο λόγος του ποιητή είναι υπερβολικός, ας δούμε και τον λόγο του τότε προσωπάρχη του Υπουργείου Στρατιωτικών στρατηγού Σόλωνα Καφάτου:

«Μόνο όποιος έζησε αυτόν τον αγώνα, δύναται να υπολογίσει το μέγεθος του διαπραχθέντος εγκλήματος, όπερ εσαμπόταρε κυριολεκτικώς εις όφελος του εχθρού τον αγώνα»

Καμιά έκπληξη λοιπόν όταν διαβάζουμε στον τύπο στις 6ης Μαΐου ’41 – ενώ δηλαδή η Μάχη της Κρήτης συνεχίζονταν, ότι πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο ‘πρωθυπουργικό’ γραφείο υπό τον δωσίλογο ‘πρωθυπουργό’ και προδότη στρατηγό Τσολάκογλου, με τους πολιτικούς και στρατιωτικού Θ. Πάγκαλο. Κ. Γονατά, Α. Οθωναίο, Κ Μάξιμο, Κ. Τσαλδάρη, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλο, Σ. Μερκούρη, Κ. Ράλλη κ.ά. στην οποία:

«Πάντες ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησης Ανάγκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθεί εκ μέρους πάντων των Ελλήνων, άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς»

Ή τις ίδιες μέρες στον ημερήσια τύπο ότι:

«Ο πόλεμος ετελείωσε… Δια την πραγματικήν ειρήνευσιν …χρειάζεται και η ψυχική αποστράτευσις των Ελλήνων» (Εστία 29-4)

«Με την ψυχικήν αποστράτευσιν θα αισθανθώμεν την λύτρωσιν από τον εφιάλτην του πολέμου και θα αγωνισθώμεν δια να αναδείξωμεν την παραγωγήν και τον πολιτισμόν μας» (Καθημερινή 30-4)

«Με τον τερματισμόν του πολέμου, ήρθησαν πλέον οι φραγμοί, οι οποίοι (μας) εχώριζον με τους αντιπάλους μας» (Ελεύθερον Βήμα 2-5)

Ή το τηλεγράφημα του διορισμένου από τον Μεταξά δημάρχου Αθηναίων Αμ. Πλυτά που εξέφραζε τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη «όλων των Αθηναίων, προς τον ένδοξον Φύρερ του Γερμανικού Λαού»

Ή την 7η Μαΐου το σε άψογη καθαρεύουσα τηλεγράφημα:

«Η Σύγκλητος του Αθήνησι Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, χαίρουσα επί τη συγκροτήσει της Εθνικής Κυβερνήσεως, υποβάλλει τα θερμά αυτής συγχαρητήρια δια της εις τας στιβαράς χείρας της Υμετέρας Εξοχότητος ανάθεσιν (από ποιόν άραγε;) της προεδρίας αυτής… διαβεβαιούσα δια πάσαν βοήθειαν εις το εξόχως Μέγα Πατριωτικόν αυτής έργον»!

  • Ένας άλλος δρόμος ανοίγει…

Κι όμως, την ίδια ώρα που το αστικό πολιτικό οικοδόμημα κατέρρεε κάτω από την προδοσία, τον ενδοτισμό και τον δωσιλογισμό αυτής της «ανάξιας του ελληνικού λαού ηγετικής τάξης» – όπως διαπίστωνε πικρά ένας συνειδητός αστός παιδαγωγός ο Αλέξανδρος Δελμούζος – ένας άλλος δρόμος άνοιγε, όχι μέσω του κράτους αλλά από τους ίδιους τους εργαζόμενους πολίτες της κοινωνίας. Ένας δρόμος που ανταποκρίνονταν στο λαϊκό- απελευθερωτικό όραμα που είχε γεννήσει η 28η Οκτωβρίου. Και είχαν από την πρώτη μέρα του πολέμου, κόντρα στο γερμανικό- σοβιετικό σύμφωνο, αλλά μέσα στον κοινωνικό παλμό, διατυπώσει, τόσο η ομάδα συμβίωσης των φυλακισμένων κομμουνιστών στην Ακροναυπλία, όσο και από τις φυλακές της Κέρκυρας, ο Γραμματέας της Κ. Ε. του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης στις 31 του Οκτώβρη

«…Ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα… Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα ‘ναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκονται στο πλευρό μας»

Πρώτη πράξη αυτού του αγώνα, μα και όλης της αντίστασης στην Ευρώπη, το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας από το Μπλεβεντέρε της Ακρόπολης, από τον Απόστολο Σιάντα και τον Μανόλη τον Γλέζο.

  • Η ΑΥΓΗ: 28/10/2009
 

Το “όχι” του Μεταξά

  • Από το βιβλίο “Η Ελλάδα του ’40” της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας
  • Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ

Στις 10 Απριλίου 1938 ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα απηύθυνε στον πρωθυπουργό της Ελλάδας μία προσωπική επιστολή στα γαλλικά, της οποίας η ελληνική μετάφραση, όπως τη συνέταξαν οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Κυβέρνησης, έχει ως εξής:

Αγαπητέ μου κ. Πρόεδρε της Κυβερνήσεως,

Ανέγνωσα μετ’ ενδιαφέροντος εις τας εφημερίδας ότι η Εξοχότης Σας επεσκέφθη τας εγκαταστάσεις του αερολιμένος Φαλήρου, και διερωτήθην εάν, επί τη ευκαιρία ταύτη, οδήγησαν υμάς εις επιθεώρησιν των αποχωρητηρίων του αερολιμένος; Υποθέτω ότι όχι, διότι υπό την έποψιν ταύτην, τα υπάρχοντα διά τους αφικνουμένους εις Φάληρον ταξιδιώτας ιδρύματα είναι εις αρχέγονον κατάστασιν, είναι μάλιστα αίσχος διά τον πολιτισμόν.

Δεν γνωρίζω εάν η Δ/νσις της Πολιτικής Αεροπορίας είναι υπεύθυνος διά την αταξίαν και την βρωμερότητα αυτών, λαμβάνω όμως το θάρρος να εφελκύσω την προσοχήν υμών επί της λεπτομέρειας ταύτης, εκ της όποιας πολλοί διακεκριμένοι ταξιδιώται δύνανται ν’ αποκομίσουν μίαν πρώτην, κακήν περί της Ελλάδος εντύπωσιν. Αι πρώται εντυπώσεις έχουν σημασίαν δι’ ο και ελπίζω ότι θα συγχωρήσετε την αδιάκριτον τόλμην μου εάν φέρω ενώπιον της Υμετέρας Εξοχότητος το ήκιστα νόστιμον τούτο ζήτημα. Ως φίλος της Χώρας σας ετόλμησα τούτο.

Πιστός και αφοσιωμένος φίλος σας,

Σ. Ούατερλοου

Κανένα, ίσως, κείμενο της περιόδου δεν αντικατοπτρίζει καλύτερα από αυτή την επιστολή την ισχύ του Άγγλου πρεσβευτή στην Αθήνα και την εξάρτηση του πρωθυπουργού της 4ης Αυγούστου από τη Μεγάλη Βρετανία. Νομιμοποιούμεθα, όμως, στηριζόμενοι στη γνώση αυτής της πραγματικής εξάρτησης, να ισχυρισθούμε ότι «στις 28 Οκτωβρίου, ο Μεταξάς δεν είχε άλλη επιλογή από το να πει το “Όχι”…»; Ναι, γιατί σε τελευταία ανάλυση, ναι, θα μπορούσε να διευκρινίσει κανένας, ο Μεταξάς δεν είχε άλλη επιλογή. Πολύ φοβούμαι ότι, σε αυτή την περίπτωση, η πολύ βολική για τον ιστορικό αίρεση της τελευταίας ανάλυσης καλύπτει αδυναμίες ερμηνευτικών σχημάτων και ανεπαρκή τεκμηρίωση, που, αν υπήρχαν, θα εξηγούσαν ακριβώς τους λόγους για τους οποίους η τελευταία ανάλυση είναι αυτή και όχι κάποια άλλη.

Η ακύρωση της ελεύθερης βούλησης του Ι. Μεταξά οφείλεται στην προσπάθεια των ιστοριογράφων να ξεπεράσουν την αντίφαση ανάμεσα στη θεωρούμενη ως αναμφισβήτητη γερμανοφιλία του και την αντίστασή του στους αντιπάλους της Μ. Βρετανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανάμεσα στον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και στη συμπαράταξή του με τις Δυτικές Δημοκρατίες εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας. Στην πραγματικότητα, η αντίφαση αυτή δεν υπάρχει, γιατί από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι κληρονόμοι των «βασιλικών» του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ευθυγραμμισθεί με την εξωτερική πολιτική των Δυτικών Δυνάμεων στα Βαλκάνια, την οποία αυτή τη φορά θεωρούσαν αντίθετη με τα ελληνικά συμφέροντα οι «βενιζελικοί», οι παλιοί σύμμαχοι της Αντάντ στην Ελλάδα. Από την πλευρά της, η θεωρία της αυτόματης ευθυγράμμισης των απανταχού δικτατοριών με τις μητροπόλεις του φασισμού και του ναζισμού παραβλέπει τα βασικά αίτια της επιβολής των δικτατοριών στις καπιταλιστικές χώρες του Μεσοπολέμου και την ανοχή που επέδειξαν οι Δυτικές Δημοκρατίες απέναντι στις δικτατορίες και τα φασιστικά καθεστώτα, όταν δεν τα υποστήριξαν ανοικτά, όπως, μεταξύ άλλων, συνέβη και με την περίπτωση της δικτατορίας στην Ελλάδα. Για τη Μ. Βρετανία η δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε ευμενώς μια συνταγματική εκτροπή στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, γιατί είχαν προηγηθεί άλλες περιστάσεις, με χαρακτηριστικότερη την πρόσκαιρη υποστήριξή της στη δικτατορία του Πάγκαλου. Την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά δεν παρέλειψε να τη χαιρετήσει και η μεγάλη υπερατλαντική δημοκρατία των ΗΠΑ διά του στόματος του πρεσβευτή της στην Αθήνα Λ. Μακβή. Απευθυνόμενοι στην κοινή γνώμη των χωρών τους και προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τις συνταγματικές εκτροπές στην Ελλάδα, οι ιθύνοντες της δημοκρατικής Δύσης χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα τα ίδια επιχειρήματα με τους Έλληνες δικτάτορες: την κυβερνητική αστάθεια και την ύπαρξη κομουνιστικού κινδύνου.

  • Η διαμάχη για το “Όχι”

Η διπλή άγνοια, από τη μια μεριά, των μεταβολών στην ελληνική πολιτική ζωή του Μεσοπολέμου σε σχέση με την εποχή του εθνικού διχασμού και, από την άλλη μεριά, των αιτιών της δικτατορίας και της πραγματικής φύσης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου οδήγησε, επί δεκαετίες, στα πλαίσια αυτού που επικράτησε να ονομάζεται ιδεολογική χρήση της ιστορίας, σε μια περιοδικά αναφυόμενη, σε κάθε επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, διαμάχη από τις στήλες του Τύπου για το «ποιος είπε το όχι;» Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο αριστερός Τύπος και, σχεδόν αμέσως μετά, οι κεντρώες, παλιές δημοκρατικές εφημερίδες, αμφισβήτησαν το «όχι του Μεταξά». Η εκδοχή των «γεγονότων» που υποστήριζαν μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: «Ήταν ο ελληνικός λαός [που έδωσε] την απάντησή του στο ιταλικό τηλεσίγραφο. Κι αυτός που είπε το “ΟΧΙ”, αυτός τον ενίκησε. Την νίκην της 28ης Οκτωβρίου την εκέρδισεν ο ελληνικός Λαός – μόνον αυτός! Και την επέβαλε στην ηττοπαθή Κυβέρνησίν του, στην άτολμη στρατιωτικήν ηγεσία του».

Πρόθεσή μου δεν είναι να εξετάσω τη διαδικασία διαμόρφωσης αυτής της άποψης, η οποία, μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1974, επικράτησε καθολικά. Απλώς, θα προσπαθήσω να διευρύνω τον χρονικό ορίζοντα των γεγονότων του Οκτωβρίου του 1940 εντοπίζοντας ορισμένα από τα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα δεδομένα καθώς και τις παραστάσεις που συνέβαλαν στη συγκρότηση του πλαισίου αναφοράς, με βάση το οποίο πήραν τις αποφάσεις τους οι Έλληνες ιθύνοντες εκείνης της εποχής.

  • Από την “ουδετερότητα” στον πόλεμο

Προκειμένου για τα βραχυπρόθεσμα δεδομένα, που θα τα εξετάσω πρώτα, υπενθυμίζω ότι η Ελλάδα δεν μπήκε αυτόματα στον πόλεμο με την κήρυξή του τον Σεπτέμβριο του 1939, αλλά γνώρισε 14 μήνες ανήσυχης ουδετερότητας. Είναι πιθανόν σωστό, αυτό που έχει ήδη επισημανθεί, ότι στη φάση εκείνη της παγκόσμιας σύρραξης η παραμονή της Ελλάδας έξω από τον πόλεμο συνέφερε και τις δύο εμπόλεμες παρατάξεις, πράγμα που μειώνει τη σημασία της ουδετερότητας ως εκδήλωσης αυτόνομης ελληνικής πολιτικής. Αλλά και μετά την 28η Οκτωβρίου, όταν λειτούργησαν οι παράγοντες της «τελευταίας ανάλυσης», ο Μεταξάς αντιτάχθηκε σε πολλές από τις εισηγήσεις των Άγγλων επιτελών και αρνήθηκε να υιοθετήσει τις επιλογές τους. Είναι αλήθεια ότι, ιδίως μετά την 28η Οκτωβρίου και την αγγλική βοήθεια προς τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις εναντίον της Ιταλίας, είχε δημιουργηθεί μία πραγματική κατάσταση, η οποία δεν άφηνε στην ελληνική κυβέρνηση τα περιθώρια να αποφασίσει αν και με ποιον θα συμπαραταχθεί, αλλά μόνο, ενδεχομένως, τη δυνατότητα επιλογής των τεχνικών λεπτομερειών της συστράτευσης με τη Μ. Βρετανία. Στα πλαίσια και αυτής της κατάστασης, όμως, υπήρχαν στοιχεία που ενίσχυαν την άποψη των κυβερνώντων στην Ελλάδα ότι οι επιλογές τους δεν ήταν απλώς οι μόνες δυνατές, αλλά και οι μόνες ορθές. Συγκεκριμένα, η ουδετερότητα δεν υπήρξε για την ελληνική κυβέρνηση αποκλειστικά μια περίοδος αγωνιώδους αναμονής, αλλά και μια φάση συλλογής πληροφοριών για την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, την οικονομική και πολιτική κατάσταση των ευρωπαϊκών χωρών, με βάση τις οποίες μπορούσε να κάνει και έκανε, πραγματικά, τις δικές της εκτιμήσεις για την έκβαση του πολέμου. Μέσα στις συνθήκες που προέκυψαν από τη διακοπή των επικοινωνιών, οι πληροφορίες που συνέλεγαν οι ουδέτεροι ήταν πολύτιμες για τους εμπολέμους. Στην Αθήνα, ο Βρετανός πρεσβευτής φαίνεται ότι εκτιμούσε ιδιαίτερα τα στοιχεία από τις εκθέσεις Ελλήνων διπλωματών στη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη που του διαβίβαζε το ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών.

Φαντάζομαι ότι ο κύριος όγκος αυτών των πληροφοριών θα βρίσκεται στα αρχεία του Υπουργείου των Εξωτερικών και της Ιστορικής Υπηρεσίας του Στρατού. Ένα τμήμα τους, όμως, έχει διασωθεί στο Αρχείο Μεταξά, που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πρόκειται για προσωπικές επιστολές προς τον Μεταξά, μεταξύ άλλων του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο Χαράλαμπου Σιμόπουλου, του πρεσβευτή στη Μαδρίτη Περικλή Ι. Αργυρόπουλου και των διευθυντών των γραφείων Τύπου στο Λονδίνο και το Παρίσι Δημητρίου Λάμπρου και Σπύρου Φωκά-Κοσμετάτου. Οι δύο τελευταίοι φαίνεται ότι αποτελούσαν ένα παράλληλο δίκτυο πληροφόρησης, με το οποίο ο Μεταξάς συμπλήρωνε και έλεγχε τις πληροφορίες που έφθαναν από τη συνηθισμένη διπλωματική οδό. Ιδού εν περιλήψει η εικόνα της Ευρώπης που παρείχαν στον Μεταξά οι επιστολογράφοι του: Οι γερμανικοί βομβαρδισμοί της Αγγλίας δεν μπόρεσαν να κάμψουν το ηθικό του αγγλικού λαού και έχουν προκαλέσει μικρές ζημιές στην πολεμική βιομηχανία, της οποίας η απόδοση αυξάνει. Ο αγγλικός στρατός αναδιοργανώνεται και προσαρμόζεται στην ευέλικτη τακτική του νέου πολέμου. Η αγγλική νίκη το 1942 δεν είναι απίθανος ισχυρισμός. Από τη Γαλλία έρχεται η εκτίμηση ότι το καθεστώς του Βισύ δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει για πολύ την υποταγή των Γάλλων και διατυπώνεται η πρόβλεψη πολιτικής κρίσης, ο όρος Αντίσταση δεν χρησιμοποιείται ακόμα. Τέλος, από την Ισπανία περιγράφεται η διαμάχη αγγλόφιλων και γερμανόφιλων στους κόλπους της κυβέρνησης του Φράνκο και πολύ πριν από τη συνάντηση Φράνκο-Χίτλερ στην Hendaye προεξοφλείται ότι η Ισπανία θα παραμείνει ουδέτερη για λόγους, που ορισμένοι από αυτούς ισχύουν και για την Ελλάδα, όπως η εξάρτηση της από υπερπόντιες πηγές τροφίμων, που σε περίπτωση συμμαχίας με τη Γερμανία θα μπορούσαν να απομονωθούν από τον αγγλικό στόλο, με αποτέλεσμα τον λιμό σε μία χώρα ήδη αφαιμαγμένη από τον εμφύλιο πόλεμο. Τις παραμονές της 28ης Οκτωβρίου ο Μεταξάς διέθετε λοιπόν μια σειρά από πρόσφατες πληροφορίες που τον έκαναν να πιστεύει ότι η πλάστιγγα του πολέμου θα έκλινε τελικά υπέρ της Αγγλίας.

Σχετικά με τον τόνο αυτών των επιστολών, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ψυχρές εκθέσεις της διεθνούς συγκυρίας, όπως την αντιλαμβάνονταν οι συντάκτες τους. Πιθανόν από το Βερολίνο ή από άλλες ελληνικές διπλωματικές αποστολές να έφθαναν στον Μεταξά διαφορετικά μηνύματα, αλλά οι επιστολογράφοι του στο Παρίσι, το Βισύ, το Λονδίνο και τη Μαδρίτη τοποθετούνταν υπέρ της Αγγλίας, και τα μηνύματά τους ήταν εμφανώς προορισμένα για κάποιον που ήταν ήδη διατεθειμένος να πεισθεί για την αγγλική νίκη. Πουθενά δεν φαίνεται ότι στόχος των επιστολών είναι να πεισθεί κάποιος «γερμανόφιλος». Είναι σαφές από τον τόνο της αλληλογραφίας ότι οι διαλεγόμενοι είναι σύμφωνοι μεταξύ τους ως προς την προτίμηση στη Μ. Βρετανία σε βάρος της Γερμανίας. Ο Μεταξάς τον Οκτώβριο του 1940 είναι, λοιπόν, ένας σταθερός υποστηρικτής της Αγγλίας και όχι μια προσωπικότητα διχασμένη ανάμεσα στα φιλογερμανικά της αισθήματα και την αναγκαστική της σύμπλευση με την Αγγλία. Η τοποθέτησή του αυτή δεν ήταν πρόσφατη. Ο Μεταξάς δεν αναγκάσθηκε να κάνει στροφή στους εξωτερικούς του προσανατολισμούς μετά την 4η Αυγούστου, αλλά η 4η Αυγούστου έγινε δυνατή, μεταξύ άλλων λόγων, και γιατί από χρόνια ο Μεταξάς είχε ευθυγραμμίσει τις απόψεις του για την εξωτερική πολιτική με τις επιλογές των κυρίαρχων αγγλικών κύκλων. (…)

  • Η ΑΥΓΗ: 28/10/2009
 

«1941-45, ο πόλεμος ενός έφηβου» έκθεση ζωγραφικής του Frederick Carabott – μια αναδρομή τέχνης και μνήμης…

Φρειδερίκος Κάραμποττ 17 ετών. Τα έργα εξετέθησαν το 1995 στο National Army Museum Chelsea του Λονδίνου ως το κύριο θέμα για την επέτειο των 50 χρόνων από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

  • Tης Eλενης Mπιστικα, Η Καθημερινή, 28/10/2009

Ηταν 17 ετών ο Frederick Carabott όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Ο πατέρας του Βρετανός υπήκοος, ήταν ανώτερος υπάλληλος της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας Cable & Wireless, εγκαταστημένος στην Αθήνα. Λίγο πριν από την πτώση των Αθηνών η οικογένεια φυγαδεύτηκε στην Κρήτη. Μετά την κατάληψη της νήσου συνελήφθησαν από τους Γερμανούς, εστάλησαν αρχικά στην Αθήνα και στη συνέχεια, ο Φρέντι μαζί με τον πατέρα του σε στρατόπεδο Βρετανών αιχμαλώτων στη Θεσσαλονίκη. Τον Σεπτέμβριο του 1941 πατέρας και γιος επιστρέφουν ελεύθεροι στην Αθήνα. Αρχές του 1942 ο Κάραμποτ εντάχθηκε σε μια αντιστασιακή οργάνωση, τμήμα της γνωστής ομάδας «Βρετανική προκεχωρημένη δύναμις 133 (Force 133)». Στις 16 Φεβρουαρίου 1943 συνελήφθη από την Γκεστάπο. Πριν εγκλεισθεί στις φυλακές Αβέρωφ, υπεβλήθη σε ανακρίσεις και ξυλοδαρμούς. Το Πάσχα του 1943 μετεφέρθη σιδηροδρομικώς σε στρατιωτική φυλακή στη Βιέννη. Νέες ανακρίσεις στη διάρκεια της κρατήσεώς του, με αποτέλεσμα να κριθεί «ένοχος» και να εγκλεισθεί σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στη Γερμανία και στη Γαλλία. Στις 27 Απριλίου 1945, σε στρατόπεδο κοντά στη Βρέμη, απελευθερώθηκε από την τεθωρακισμένη μεραρχία των «Ουαλλών Φρουρών» της 2ας Βρετανικής στρατιάς. Τον Ιούνιο του1945 μεταφέρθηκε αεροπορικώς στη Βρετανία και κατετάγη στον βρετανικό στρατό, όπου υπηρέτησε στη Γερμανία στο σώμα πληροφοριών. Οι εμπειρίες του νέου Φρέντερικ Κάραμποτ απεικονίζονται στα ζωγραφικά έργα που είχε την ευγενική σκέψη να μας στείλει για τη βιβλιοθήκη του «Σημειωματαρίου». Σε αυτά τα έργα παρουσιάζει τον εαυτό του λευκό, τους δε Γερμανούς απρόσωπους μεταλλικούς κυλίνδρους, όπως το καθεστώς που υπηρετούσαν. Οι έντονες αναπαραστάσεις και τα χρώματα, χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του Carabott, εξηγούν την επιτυχημένη σταδιοδρομία του διακεκριμένου Graphic Designer στην Αθήνα και στο Λονδίνο. Ζωγραφισμένη σε χαρτί ακουαρέλας και φωτογραφίας η συλλογή των 48 έργων, χρειάστηκε 3 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Δημοσιεύουμε μερικά από τα έργα του καλλιτέχνη για την εντύπωση που χαράσσει στη μνήμη ενός εφήβου ο πόλεμος, η κατοχή, η βία, οι ανακρίσεις και, τέλος, η χαρά της απελευθέρωσης!