RSS

Μια τραυματισμένη μνήμη

26 Oct
  • Των ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΤΗ, ΕΛΛΗΣ ΛΕΜΟΝΙΔΟΥ*, Η ΑΥΓΗ: 25/10/2009

Υπό μία έννοια, κανένα ιστορικό γεγονός, πόσο μάλλον ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, δεν παγιώνεται σε μια κοινή και δεσμευτική ερμηνευτική εκδοχή, για όσο χρόνο εξακολουθεί η μνήμη του να είναι ζωντανή και να φλεγμαίνει, αλλά και οι ιστοριογραφικές του προσεγγίσεις να είναι πληθυντικές, επιχειρώντας να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις σε διαρκώς ανανεούμενα και πολλαπλασιαζόμενα ερωτήματα.

Η σύγχρονη Ευρώπη θεμελίωσε την ιστορική της αυτοσυνειδησία, αλλά και τις ιστορικές προσδοκίες της -που, ως γνωστόν, παραπέμπουν σε μια ενιαία πολιτική, οικονομική και πολιτισμική οντότητα- στην ίδια την επίγνωση της καταστροφής, στους δύο Παγκοσμίους πολέμους. Και συγκεκριμένα επάνω σε ιστορικά γεγονότα αρνητικά, τραυματικά και επίμαχα, που είναι εξαιρετικά δύσκολο να τα λησμονήσεις ή να τα αναπαραστήσεις στις αφάνταστες διαστάσεις της φρίκης τους.

Εξακολουθούν, ωστόσο, να υπάρχουν κοινωνίες που, παρά τις όποιες σπασμωδικές ενέργειες αυτοκάθαρσης και από-ενοχοποίησης, αδυνατούν ή επιλέγουν να μην αναμετρηθούν με το επίμαχο παρελθόν τους. Διστάζουν να αναγνωρίσουν τις ευθύνες τους και να διερευνήσουν, όπως παραδείγματος χάρη θα όφειλε επιτακτικά να κάνει η Ελβετία, την προνομιακή σχέση του τραπεζικού τους συστήματος με το ναζιστικό καθεστώς, καίρια πτυχή της οποίας ήταν ο ρόλος τους στην ιδιοποίηση των περιουσιών των Εβραίων που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας και θανάτου. Στις κοινωνίες αυτές, μια πλασματικά θετική και αυτο-δικαιωτική συλλογική αυτο-εικόνα, που κρύβει τεχνηέντως το απόστημα της καταπιεσμένης ένοχης μνήμης, συνοδεύεται συχνά -στο όνομα μάλιστα της ελευθερίας του λόγου- από την απαίτηση της κατάργησης της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, η οποία ποινικοποιεί την προπαγάνδιση της μισαλλοδοξίας, του αντισημιτισμού και του ιστορικού αναθεωρητισμού.

  • Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στα ελληνικά σχολικά βιβλία ιστορίας

Τα εγχειρίδια που θα μας απασχολήσουν είναι αυτά της ΣΤ’ Δημοτικού (Ακτύπης και άλλοι, 2007), της Γ’ Γυμνασίου (Λούβη – Ξιφαράς, 2007) και της Γ’ Λυκείου Γενικής Παιδείας (Κολιόπουλος και άλλοι, 2007), επειδή σε αυτές τις τάξεις προβλέπεται από το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών (Curriculum) η διαπραγμάτευση της ιστορίας του 19ου και του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σποραδικές αναφορές στην ίδια περίοδο γίνονται και σε άλλα σχολικά βιβλία, όπως στα Θέματα Ιστορίας (μάθημα επιλογής στη Β’ Λυκείου) και στις Ρίζες του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού (μάθημα επιλογής στην Α’ Λυκείου). Αλλά η εστίαση των δύο αυτών βιβλίων είναι διαφορετική, οπότε οι σχετικές αναφορές δεν μπορεί να έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα.

Το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού των Ακτύπη και άλλων έχει μακρά ιστορία: Ως σχολικό εγχειρίδιο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1989 από τον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, αναθεωρήθηκε το 1992 και το 1997, αντικαταστάθηκε το 2006 από το γνωστό και επιλεγμένο κατόπιν διαγωνισμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου βιβλίο των Μαρίας Ρεπούση και άλλων (Ιστορία Στ’ Δημοτικού. Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια) και επανήλθε εκ νέου αναθεωρημένο, το 2007, μετά την απόσυρση του προκατόχου και αντικαταστάτη του! Η συγγραφή του νέου βιβλίου, που θα αντικαταστήσει πάλι εκείνο των Ακτύπη κ.ά., είχε ανατεθεί από τους υπουργούς παιδείας της προηγούμενης κυβέρνησης -χωρίς διαγωνισμό αυτή την φορά!- σε συγγραφική ομάδα υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Ι. Κολιόπουλου.

Το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου, το επαρκέστερο από όσα διδάσκονται σήμερα στην ελληνική εκπαίδευση, επελέγη μετά από ανοικτό διαγωνισμό για να αντικαταστήσει το μακρόβιο (1992-2006) προηγούμενο του καθηγητή Β. Σφυρόερα.

Τέλος, το βιβλίο της Γ’ Λυκείου -προϊόν ανάθεσης, μετά την εσπευσμένη απόσυρση, το 2002, του βιβλίου των Γιώργου Κόκκινου κ.ά. (Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου -Γ’ Ενιαίου Λυκείου γενικής παιδείας), το οποίο είχε επίσης επιλεγεί μετά από ανοικτό διαγωνισμό- εκδόθηκε πρώτη φορά το 2007, αντικαθιστώντας το εξαιρετικά μακρόβιο (1981-2006) εγχειρίδιο των Σκουλάτου – Δημακόπουλου – Κόνδη.

  • Συγκλίσεις και αποκλίσεις των αναπαραστάσεων του Β’ Παγκοσμίου πολέμου στα χρησιμοποιούμενα σχολικά βιβλία

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος καλύπτεται συνοπτικότερα στο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού, εκτενέστερα σε εκείνο της Γ’ Γυμνασίου και ευρύτερα ακόμη στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου. Αυτό φαίνεται όχι μόνο από τον απόλυτο αριθμό των σελίδων και των διδακτικών ενοτήτων, που αυξάνονται σταδιακά από τη μία εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη, αλλά και από το ποσοστό στο σύνολο των σελίδων του κάθε βιβλίου.

Η παραπάνω κλιμάκωση τηρεί ουσιαστικά τις προδιαγραφές του Αναλυτικού Προγράμματος (2003), που προβλέπουν για το Δημοτικό περισσότερη έμφαση στην ελληνοκεντρική ιστορία, για το Γυμνάσιο διατήρηση της ίδιας προτεραιότητας αλλά εμβάθυνση και σχετική πύκνωση των αναφορών στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, ενώ στο Λύκειο την ισόρροπη ένταξη της ελληνικής ιστορίας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο.

  • Οι «πηγές» – παραθέματα

Η ιστορική προσέγγιση του θέματος δεν γίνεται, όπως είναι ευνόητο, μόνο δια μέσου της ιστορικής αφήγησης, αλλά και μέσα από την παράθεση συνοδευτικού, γραπτού και εικονιστικού υλικού, δηλαδή «πηγών». Και εδώ ο πλούτος του συνοδευτικού υλικού αυξάνεται από τη μία βαθμίδα στην άλλη, ενώ το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού υστερεί ως προς την αξιοποίηση πηγών σύγχρονων με τα γεγονότα, τις οποίες, αντίθετα, προτιμούν κατά πλειονότητα οι συγγραφείς των δύο άλλων βιβλίων.

Από την άποψη της διδακτικής αξιοποίησης ποικίλων «πηγών», το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου υπερέχει συγκριτικά, διότι παραπέμπει και σε λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα που αναφέρονται στην εξεταζόμενη περίοδο, εμπλουτίζοντας την ιστορική παιδεία των μαθητών και μαθητριών. Προτείνεται, λοιπόν, στους μαθητές-αναγνώστες του να παρακολουθήσουν κινηματογραφικές ταινίες, όπως Η πιο μεγάλη μέρα του πολέμου, Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;, Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν, Η πτώση, Η ζωή είναι ωραία κ.ά., αλλά και να διαβάσουν λογοτεχνικά κείμενα, όπως το Οδοιπορικό του ’43 (Μπεράτης), Νύχτες και αυγές (Αλεξανδρόπουλος), Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου (Ζέη), Εάν αυτό είναι άνθρωπος (Πρίμο Λέβι) κ.ά.

  • Πτυχές των αναπαραστάσεων του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου στα ελληνικά σχολικά βιβλία ιστορίας

Οι βασικές κατευθύνσεις στις οποίες στρέφεται η ανάλυση των συγγραφέων των τριών βιβλίων, αλλά και το συνοδευτικό-υποστηρικτικό υλικό, συγκλίνουν στα εξής σημεία:

Η πορεία προς τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και κυρίως τα αίτια και τα «προμηνύματά» του: συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 1929, η άνοδος του Φασισμού και του Ναζισμού, οι προκλήσεις του Άξονα, ο κλονισμός της Κοινωνίας των Εθνών, η «πολιτική κατευνασμού», η συμφωνία του Μονάχου (1938).

Η περίοδος 1939-1945:

Πολιτική και διπλωματία: αναφορές σε συμφωνίες, συμμαχίες, συνθήκες.

Στρατιωτικές εξελίξεις: αναφορές σε μέτωπα, επιχειρήσεις.

Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος του πολέμου: αναφορές σε απώλειες και καταστροφές.

Το Ολοκαύτωμα: αναφορές στην εγκληματική-γενοκτονική διάσταση του πολέμου.

Η ελληνική συμμετοχή: αναφορές στον ελληνοϊταλικό και ελληνογερμανικό πόλεμο, στην Κατοχή, την Αντίσταση και την Απελευθέρωση.

Η μετάβαση στον μεταπολεμικό κόσμο: αναφορές στην ανάδυση του Ψυχρού Πολέμου, στον Ελληνικό Εμφύλιο, στην ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. (Σε μερικές περιπτώσεις τα θέματα αυτά εντάσσονται στις διδακτικές ενότητες που αφορούν τη μεταπολεμική/ ψυχροπολεμική περίοδο).

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, όμως, οι αποκλίσεις μεταξύ των εξεταζόμενων βιβλίων. Αναφορικά με τα αίτια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου στο βασικό αφηγηματικό κείμενο του βιβλίου της Γ’ Γυμνασίου γίνεται ρητή αναφορά «στον φόβο των Δυτικών Δυνάμεων απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, που τις έκανε να αντιμετωπίζουν για πολύ καιρό με αδράνεια, αν όχι με ικανοποίηση, την επιθετικότητα της ναζιστικής Γερμανίας, ελπίζοντας ότι θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν ως ανάχωμα που θα εμπόδιζε την εξάπλωση της σοβιετικής επιρροής στην Ευρώπη» (σ. 125). Παρόμοια αναφορά δεν γίνεται στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου, παρά την εκτενέστερη διαπραγμάτευση που ακολουθεί, αλλά ούτε και σε αυτό της ΣΤ’ Δημοτικού, το οποίο όμως είναι ούτως ή άλλως πολύ συνοπτικότερα γραμμένο.

Η αποσιώπηση της αντιπαλότητας μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Δυτικοευρωπαϊκών Δυνάμεων κατά την περίοδο που προηγήθηκε του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, αντιπαλότητα την οποία εκμεταλλεύτηκε ο Χίτλερ, δυσχεραίνει την κατανόηση των συνθηκών που υπονόμευσαν την «πολιτική κατευνασμού» και οδήγησαν στη σύναψη του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ το 1939. Δυσχεραίνει, δηλαδή, την κατανόηση του φόβου των Σοβιετικών μήπως η χώρα τους μείνει τελικά μόνη στην αντιμετώπιση των Ναζί, όπως το εύχονταν πολλοί συντηρητικοί της Δύσης, προσβλέποντας στην αμοιβαία εξόντωση ή τουλάχιστον αποδυνάμωση των αντιπάλων τους, της ΕΣΣΔ και της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Αναφορικά με την αφήγηση των πολεμικών επιχειρήσεων του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου, το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου αφιερώνει μία διδακτική ενότητα (την 46η: 4 σελίδες σε σύνολο 14 του σχετικού κεφαλαίου, ποσοστό 12,95%), ενώ το βιβλίο της Γ’ Λυκείου δύο διδακτικές ενότητες (Ε2 και Ε4: 7 και 2/3 σελίδες σε σύνολο 29 του σχετικού κεφαλαίου, ποσοστό 26,41%).

Η διαφορά στο ποσοστό υποδηλώνει ότι οι συγγραφείς του 2ου βιβλίου κλίνουν εκ των πραγμάτων προς το αφηγηματικό πρότυπο της «ιστορίας-μάχης» (“histoire-bataille”), δηλαδή μιας παραδοσιακής ακαδημαϊκής ιστορικής αφήγησης που δίνει περισσότερη έμφαση στα πολεμικά γεγονότα. Αξίζει να επισημάνουμε ότι οι εν λόγω σελίδες του βιβλίου της Γ’ Λυκείου (σσ. 115-118, 126-128) είναι κατάφορτες από στρατιωτικούς όρους. Παρόλο που πολλοί όροι εξηγούνται, εντούτοις, το πλήθος τους λειτουργεί μάλλον επιβαρυντικά στη μαθησιακή διαδικασία.

Σχετικά με το Ολοκαύτωμα, στο βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου γίνονται αρκετές αναφορές τόσο στο βασικό αφηγηματικό κείμενο όσο και σε παραθέματα-πηγές· ωστόσο, δεν αφιερώνεται ειδική διδακτική ενότητα, όπως συμβαίνει παραδείγματος χάρη στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου (σσ. 129-132).

Αναφορικά με τις γενικότερες καταστροφικές συνέπειες του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου, παρόλο που το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου είναι πιο συνοπτικό, ωστόσο αφιερώνει μία ολόκληρη διδακτική ενότητα και συμπεριλαμβάνει στην κατηγορία «επιπτώσεις» τις ανθρώπινες απώλειες, τις αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, τις υλικές καταστροφές, την κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, την ηθική καταρράκωση, την εξασθένηση του διεθνούς ρόλου της Ευρώπης και την ίδρυση του ΟΗΕ. Από την άλλη πλευρά, στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου δεν αφιερώνεται ειδική ενότητα, αλλά, σε αυτή που γίνεται λόγος για το Ολοκαύτωμα προστίθενται ως γενικότερες συνέπειες οι αναφορές στις ανθρώπινες απώλειες και στις υλικές καταστροφές, ενώ στο επόμενο κεφάλαιο («Ο μεταπολεμικός κόσμος», σ. 139 κ.ε.) γίνεται λόγος για τον ΟΗΕ.

Αναφορικά με την ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο και, ιδιαίτερα, αναφορικά με την παρουσίαση της Εθνικής Αντίστασης σημειώνονται οι πιο ενδιαφέρουσες αποκλίσεις. Καταρχήν, ποσοτικές: Ενώ το συνοπτικότερο βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου αφιερώνει περίπου μία σελίδα συνεχούς αφηγηματικού κειμένου (ποσοστό 7,14% επί του συνόλου των σελίδων του κεφαλαίου για τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο), το εκτενέστερο βιβλίο της Γ’ Λυκείου αφιερώνει λιγότερο από μισή (αντίστοιχο ποσοστό 1,72%) – χωρίς να ληφθούν υπόψη οι συνοδευτικές πηγές-παραθέματα.

Ακόμα και στο πολύ συνοπτικότερο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού, στο πλαίσιο του βασικού αφηγηματικού κειμένου η αναφορά στην Εθνική Αντίσταση καταλαμβάνει σχεδόν μισή σελίδα (αντίστοιχο ποσοστό 2,78%). Η ποσοτική διαφοροποίηση αποκαλύπτει, γενικότερα μεν, την εξ ορισμού επιλεκτική και ιδεολογική διάσταση της ιστορικής αφήγησης, ειδικότερα δε, τον διαφορετικό βαθμό εστίασης των συγγραφέων των σχολικών βιβλίων και, κατά συνέπεια, την σχετική σημασία που αποδίδεται κάθε φορά στο ίδιο ιστορικό φαινόμενο.

Στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου, ενώ για τον ένοπλο ελληνικό αγώνα στο πλευρό των Συμμάχων αφιερώνεται αφηγηματικό κείμενο μισής σελίδας, όπου γίνεται λόγος για τις μάχες στο Ελ Αλαμέιν και στο Ρίμινι, για τις επιδρομές του Ιερού Λόχου στο Αιγαίο και την δράση των αντιτορπιλικών Βασίλισσα Όλγα και Αδρίας, από την άλλη πλευρά, αναφορικά με την Αντίσταση στον ελλαδικό χώρο, δεν μνημονεύονται συγκεκριμένες ενέργειες των αντιστασιακών οργανώσεων.

Λείπει έστω και μία πρόταση όπως «Περιοχές ολόκληρες απελευθερώθηκαν και στην “Ελεύθερη Ελλάδα” που δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό λειτούργησαν νέοι θεσμοί», που ωστόσο υπάρχει στο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού (σ. 242). Λείπουν επίσης οι αναφορές -που περιλαμβάνονται στο συνοπτικότερο βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου- στους Γλέζο, Σάντα και σε Ελληνίδες αγωνίστριες όπως η Ηλέκτρα Αποστόλου, η Λέλα Καραγιάννη, η Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

Στο σημείο αυτό, άλλωστε, αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με το προκάτοχο βιβλίο της Ιστορίας Γενικής Παιδείας στην Γ’ Λυκείου, το βιβλίο των Σκουλάτου, Β. – Δημακόπουλου, Ν. – Κόνδη, Σ. (Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, τεύχος Β’, Γ’ Ενιαίου Λυκείου), στο οποίο τουλάχιστον 14 σελίδες είχαν αφιερωθεί στο ίδιο ιστορικό φαινόμενο (αφηγηματικό κείμενο και πλουσιότατο συνοδευτικό υλικό πηγών-παραθεμάτων: σελ. 274-287 – έκδοση 2003).

Αξιοσημείωτη είναι και η διαφοροποίηση στη χρήση της ορολογίας: «Εθνική Αντίσταση» (βιβλία ΣΤ’ Δημοτικού και Γ’ Λυκείου) ή απλά «Αντίσταση» (βιβλίο Γ’ Γυμνασίου); Η 1η εκδοχή κλίνει προς μία «ενωτική» ιστορική αναπαράσταση, ενώ η 2η μένοντας πιστή στον κοινό ευρωπαϊκό όρο επιλέγει τη μη απόκρυψη των διχαστικών παραμέτρων του ζητήματος.

Η «ενωτική» διάθεση των συγγραφέων του βιβλίου της ΣΤ’ Δημοτικού διαπιστώνεται κυρίως α) από την ακροθιγή αναφορά σε «κάποιους» συνεργάτες των κατακτητών (σ. 241), β) από την απόδοση των αιτίων των Δεκεμβριανών σε «λάθη και παραλείψεις όλων των παρατάξεων και στην ανάμειξη των Άγγλων» (σ. 249) και όχι σε συγκεκριμένες ιδεολογικές-πολιτικές διαφορές, γ) από το φορτισμένο συναισθηματικά λεξιλόγιο («αγωνίστηκαν ηρωικά», «ο λαός, όμως, δεν έσκυψε το κεφάλι»), δ) από την έμφαση στην παρουσίαση της στρατιωτικής ανωτερότητας του κατακτητή και ε) από την εμμονή στην ανάδειξη της «προσφοράς» των Ελλήνων στη συμμαχική νίκη.

Ένα σημείο που προφανώς χρειάζεται αναθεώρηση είναι η στερεοτυπική σύγχυση μεταξύ Γερμανών και Ναζί στο χωρίο «Οι Γερμανοί αντέδρασαν με μανία: φυλάκιζαν, βασάνιζαν, κατάστρεφαν και έκαιγαν πόλεις και ολόκληρα χωριά…» (σ. 242). Σύγχυση που παραπέμπει σε μια αντίληψη συλλογικής ενοχής του γερμανικού λαού και αποκρύπτει το ζήτημα της εσωτερικής του αντίστασης.

Η απόκρυψη των διχαστικών πτυχών και των ιδεολογικοπολιτικών διακυβευμάτων εκ μέρους των συγγραφέων του βιβλίου της Γ’ Λυκείου επιβεβαιώνεται από την απουσία όρων όπως Τάγματα Ασφαλείας, Δωσίλογοι, Μαυραγορίτες. Αξίζει να αντιδιασταλεί η προσέγγιση αυτή με εκείνη του αποσυρμένου βιβλίου των Γιώργου Κόκκινου κ.ά. (2002), όπου, στο αντίστοιχο χωρίο (σ. 202), εξηγούνται οι όροι «δωσίλογοι» και «μαυραγορίτες», ενώ γίνεται λόγος και για τη συνέχεια του γραφειοκρατικού μηχανισμού που υπηρέτησε διαδοχικά την φασίζουσα δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά και τις κυβερνήσεις των δωσιλόγων.

Το παλαιότερο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού ακολουθεί ένα ηρωικό πρότυπο αφήγησης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ελληνική συμμετοχή στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Στην αφήγηση του βιβλίου της Γ’ Γυμνασίου εκφράζεται ένας συγκριτικά πολυδιάστατος λόγος, πλούσιος σε μαθησιακά ερεθίσματα. Η αφήγηση του βιβλίου της Γ’ Λυκείου, βαθιά άλλωστε εμποτισμένου από επιστημολογικό και ιστοριογραφικό συντηρητισμό, κλίνει προς έναν ακαδημαϊκό λόγο με ακρίβεια στις λεπτομέρειες και λιγότερη ευαισθησία σε πλευρές των ιστορικών γεγονότων που δεν εντάσσονται στην παραδοσιακή εκδοχή της πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας και δεν σχετίζονται με ενέργειες των «μεγάλων ανδρών».

  • Προτάσεις

Είναι δεδομένο ότι η σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού στα ελληνικά σχολεία έχει αλλάξει σε σημαντικό βαθμό, εξαιτίας του κύματος των οικονομικών μεταναστών που κατέκλυσε την χώρα μας από τη δεκαετία του 1990 και εξής· είναι επίσης γνωστό ότι η διαπραγμάτευση των τραυματικών και επίμαχων ζητημάτων εκλαμβάνεται από τη σύγχρονη διδακτική της ιστορίας ως μια από τις αποτελεσματικότερες μεθόδους μύησης των σημερινών μαθητών και αυριανών πολιτών στις απαιτήσεις του δημοκρατικού διαλόγου και της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης· τέλος, γίνεται ευρύτερα αποδεκτό ότι η κατανόηση των διαφορετικών οπτικών και η ειρηνική επίλυση των διαφορών συνιστούν αξιακές προτεραιότητες της σχολικής ιστορίας στο δυτικό κόσμο, χωρίς αυτό να σημαίνει συμμόρφωση με τα θέσφατα της πολιτικής ορθότητας.

Για τους λόγους αυτούς, είναι αναγκαίο η εξιστόρηση του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου στα ελληνικά σχολικά βιβλία να απεξαρτηθεί από το ηρωολατρικό αφήγημα, που δαιμονοποιεί και εξιδανικεύει κατά περίπτωση, περιορίζοντας τον ορίζοντα κατανόησης και ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων. Δηλαδή να εγκαταλείψει επιτέλους το ιστοριογραφικό και παιδαγωγικό πρότυπο που αποφεύγει τα διχαστικά ζητήματα, που αποσιωπά την ετερότητα και δεν συνδέει, όπως θα όφειλε, τη διδασκαλία του μαθήματος με τον γενικότερο σκοπό της σύγχρονης εκπαίδευσης: την προετοιμασία υπεύθυνων πολιτών που, σε πείσμα των νεοσυντηρητικών, συγκαλυμμένα ρατσιστικών και εθνικολαϊκιστικών επιταγών των καιρών, θα είναι ικανοί να αγωνιστούν για την ελευθερία, τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ατομική αυτονομία, την αλληλεγγύη, την ισότητα, την ευημερία και την ειρήνη.

*Ο Γιώργος Κόκκινος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου με αντικείμενο την Ιστορία και τη διδακτική της

*Ο Παναγιώτης Γατσωτής είναι διδάκτωρ Διδακτικής της Ιστορίας

*Η Έλλη Λεμονίδου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Διδακτική της Ιστορίας

  • Την επόμενη Κυριακή
  • Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στα γαλλικά σχολικά βιβλία ιστορίας
Advertisements
 
1 Comment

Posted by on October 26, 2009 in Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος

 

One response to “Μια τραυματισμένη μνήμη

  1. ΤΟΝΙΣ

    November 17, 2009 at 10:20 am

    EXEIS DIKIO ALLA POTE DE THA TO VREIS ADIKOS KOSMOS

     

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: