RSS

ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΟΣΚΩΤΑ: Κακοποιείται η ιστορική αλήθεια

25 Dec
  • Ο πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου στο οποίο είχε παραπεμφθεί ο Ανδρέας Παπανδρέου απαντά στα όσα επικριτικά αναφέρθηκαν πρόσφατα για τη στάση του στην πολύκροτη δίκη

Πλήθος φωτογράφων έχουν περικυκλώσει τον Αγαμέμνονα Κουτσόγιωργα, εκ των βασικών κατηγορουμένων στην υπόθεση του σκανδάλου Κοσκωτά, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου. Στο κέντρο της άνω σειράς των δικαστών διακρίνεται ο πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Β. Κόκκινος και στο άκρο αριστερά της φωτογραφίας οι τρεις κατήγοροι βουλευτές

Είναι γνωστό και διαχρονικό το ερώτημα του Βίσμαρκ: Πώς να πιστεύσει κανείς την Ιστορία, όταν για γεγονότα που έγιναν μόλις χθες, λέγονται τόσα ψεύδη; Είναι σύνηθες τα κομματικά πάθη έξαλλων και φανατισμένων πολιτών και πολιτικών να διαστρεβλώνουν κοινώς γνωστά ή πασίδηλα αντικειμενικά γεγονότα.

Η πάροδος δύο περίπου δεκαετιών από την εποχή της παραπομπής του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο θα ανέμενε κανείς να επιφέρει εξασθένηση των παθών και θα επέτρεπε να διαφανεί η αλήθεια, ως προς την υπόθεση, που είχε πράγματι συγκλονίσει την ελληνική πολιτική ζωή. Ομως, εμπαθείς, απερίσκεπτοι, κακόπιστοι ή και ανενημέρωτοι πολιτικοί και «δημοσιογραφούντες» εξακολουθούν να αναμηρυκάζουν κατά καιρούς όσα η κομματική προπαγάνδα κυκλοφορούσε κατά την εποχή της δίκης, για να μειώσει το κύρος του άνω δικαστηρίου και ειδικότερα του Προέδρου του, ώστε τυχόν καταδικαστική απόφαση να καταγγελθεί ως διαβλητή.

Κάθε τόσο γίνεται λόγος στα ΜΜΕ για «βρώμικο ΄89», για δίκες με… «γουνάκια» και για ποδηγετούμενη Δικαιοσύνη. Κανένας σεβασμός προς την αλήθεια. Καμία αισχύνη εκείνων που αρνήθηκαν αυτά που είχαν καταγγείλει. Καμία αποδοκιμασία αυτών που παραβίασαν βάναυσα τους νόμους του κράτους, για να απειλήσουν, καταπτοήσουν ή να επηρεάσουν μάρτυρες και μέλη του δικαστηρίου. Αυτοί που θέλησαν να αυτοπροβληθούν, σχολιάζοντες τη δίκη, για δικό του καθένας λόγο, μπορεί να μην απέκρυψαν την προσπάθειά τους να εξέλθουν από την αφάνεια, αλλά δεν συνέβαλαν στη διαφώτιση του ιστορικού μελετητή.

Ναι, υπήρξε βρώμικο το 1989. Αλλά μόνο διότι ένας επιτήδειος καταχράστηκε τις καταθέσεις του λαού, δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων για ίδιο όφελος. Και προπαντός διότι, ενώ το πανελλήνιο βοούσε περί του σκανδάλου, λεπτομέρειες του οποίου εδημοσίευε ο Τύπος καθημερινώς, η τότε κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου όχι μόνο εκώφευε, αλλά και έσπευσε να προστατεύσει τον καταχραστή, από τον έλεγχο της Τραπέζης της Ελλάδος, με ειδικό νόμο, αντί ανταλλάγματος δύο εκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία εισέρρευσαν στους προσωπικούς λογαριασμούς τού τότε Αντιπροέδρου της και της συζύγου του στο εξωτερικό.

Ωστόσο οι διαστρεβλωτές της πραγματικότητας χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «βρώμικο», διότι την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο απεφάσισε μια «ευκαιριακή πολιτική συμμαχία» της ΝΔ και της άκρας Αριστεράς. Αν και αυτή έγινε για να μην επέλθει παραγραφή των εγκλημάτων. Διότι, στη συνέχεια, η «συμμαχία» αυτή διαλύθηκε.

  • Επιμελής αποσιώπηση

Τη δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο της Τραπέζης Κρήτης δεν προεκάλεσαν οι δικαστές της συνθέσεως αυτού. Τον πρόεδρό του όριζε το Σύνταγμα. Οι δικαστές επελέγησαν από τη Βουλή διά κληρώσεως. Το έργο τους δεν ήταν απλό, ούτε ευχάριστο, αλλά πολύ δυσάρεστο και επώδυνο. Επραξαν όμως το καθήκον τους εις το ακέραιο, καθένας σύμφωνα με την κρίση του και τη συνείδησή του. Την ανάμειξη της Βουλής για την έρευνα του σκανδάλου προεκάλεσε ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, με δήλωσή του που ανακοινώθηκε στη Βουλή την 5η Ιουλίου 1989, από τον τότε πρόεδρό της Αθανάσιο Τσαλδάρη, κάτι που αποσιωπάται επιμελώς από όλους.

Με τη δήλωση αυτή ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ καλούσε τις κομματικές δυνάμεις «να καταθέσουν αμέσως πρόταση για την κίνηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, με συγκεκριμένες κατηγορίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και τις ρυθμίσεις του Κανονισμού της Βουλής». Υπενθύμιζε μάλιστα ότι στην τελευταία συνεδρίαση της προηγουμένης και διαλυθείσης Βουλής το ΠαΣοΚ, διά του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του, τόνισε ότι θα συνδράμει με τις δυνάμεις του τη Βουλή στην πλήρη διαλεύκανση της υποθέσεως, με κίνηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών.

Ετσι άρχισε η έρευνα της Βουλής. Τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής και την απόφαση της παραπομπής απεφάσισε η πλειοψηφία της Βουλής. Μάλιστα την παραπομπή του Αγ. Κουτσόγιωργα ψήφισαν και πολλές δεκάδες βουλευτών του ΠαΣοΚ. Η αποκάλυψη και καταγγελία του σκανδάλου έγινε διά δημοσιευμάτων όλων σχεδόν των εφημερίδων και ιδιαιτέρως της «Ελευθεροτυπίας», του «Εθνους» και των «Νέων». Μάλιστα ο αείμνηστος ιδιοκτήτης της «Ελευθεροτυπίας» Χ. Τεγόπουλος, για να καταδείξει την ευθύνη του Ανδρέα Παπανδρέου εκ της παρα λείψεώς του να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά του Κοσκωτά, προς προστασία των καταθετών, εδημοσίευσε άρθρο με τον τίτλο «Συνένοχος ή βλαξ»!

Τα στοιχείαγια ορισμένες πράξεις ήταν, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, κραυγαλέα. Είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί να αναφερθούν στο παρόν. Παρατίθενται βεβαίως στο σκεπτικό της αποφάσεως. Αμφιβάλλω όμως αν το έχουν αναγνώσει όλοι όσοι τη σχολιάζουν. Ηταν χαρακτηριστική και εύστοχη η υπόμνηση προς το δικαστήριο του εκ των κατηγόρων βουλευτού της ΝΔ, καθηγητού Πανεπιστημίου και πρώην εισαγγελέως, κ. Κ. Κωνσταντινίδη, ότι σπανίως έρχονται στα δικαστήρια υποθέσεις με τόσο πολλά και σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία.

Οι κατήγοροι βουλευτές ήσαν όλοι ικανότατοι και έπραξαν ευσυνειδήτως το καθήκον τους στην ιστορική αυτή δίκη, αψηφίσαντες τις εναντίον τους ασυνήθεις αντιδράσεις ορισμένων παραγόντων της υπερασπίσεως. Ησαν δε και στις προτάσεις τους προς το δικαστήριο κατά κανόνα συνεπείς προς τις αγορεύσεις τους και τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας στοιχεία.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως (τις πρωινές ώρες) ήταν φυσικό να αναγνωσθεί ένα σύντομο σκεπτικό, συμπληρωθέν κατά την καθαρογραφή αυτής. Ολοι οι δικηγόροι γνωρίζουν ότι εκ των πραγμάτων είναι αδύνατον να αναγνωσθεί πλήρες σκεπτικό, ακόμη και στις σοβαρότατες δίκες.

  • Η τηλεοπτική κάλυψη

Το δικαστήριο απεφάσισε να δοθεί ευρεία δημοσιότητα της διαδικασίας, διά της τηλεοπτικής καλύψεως των συνεδριάσεών του, όχι μόνο διότι του το ζητούσαν το υπουργείο Δικαιοσύνης (που είχε μεριμνήσει για τις αναγκαίες τεχνικές εγκαταστάσεις προ της δίκης) και πολλά τηλεοπτικά δίκτυα, αλλά και διότι έκρινε ότι δι΄ αυτής κατοχυρούται περισσότερο η αμεροληψία του. Παλαιοί δικαστές και δικηγόροι δεν συμφωνούσαν με τη δημοσιότητα αυτή. Αλλά το δικαστήριο δεν επηρεάσθηκε από τις αντιδράσεις τους. Ακόμη και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας αείμνηστος Κ. Καραμανλής σε εκδήλωση του Προεδρικού Μεγάρου ρώτησε τον Πρόεδρο του δικαστηρίου γιατί είχε επιτραπεί η τηλεόραση στις συνεδριάσεις του. Εκείνος απήντησε: Διότι είχε δημιουργηθεί προηγούμενο με τη δίκη των πρωταιτίων και, αν δεν είχε επιτραπεί η τηλεόραση σε μια δίκη με πολιτικές επιπτώσεις, θα ήταν δυνατόν οι δικαστές να παρεξηγηθούν.

Το δικαστήριο επίσης ακολούθησε την επιεική άποψη της δυνατότητος των κατηγορουμένων να μην παρίστανται στις συνεδριάσεις του, καθώς και την άποψη ότι οι συνήγοροι των παρόντων κατηγορουμένων ηδύναντο να υποβάλλουν ερωτήσεις υπέρ των απόντων, τις οποίες άλλωστε και αυτεπαγγέλτως όφειλε να εξετάσει τούτο. Εν τούτοις, η οργανωμένη προπαγάνδα έπραξε το παν για να κηλιδώσει το κύρος του και να καταπτοήσει τους μάρτυρες στο ακροατήριο.

Ολες οι συκοφαντίες και όλες οι απειλές χρησιμοποιήθηκαν κατά του Προέδρου και ορισμένων μελών του δικαστηρίου. Παραδικαστήρια συνεδρίαζαν καθημερινώς για να παραποιούν τα λεγόμενα κατά το δοκούν. Εξειδικευμένοι τάχα νομικοί ερμήνευαν το «πνεύμα» και τη «σκοπιμότητα» των υποβαλλομένων στο δικαστήριο ερωτήσεων. Αγριες ύβρεις κατά του Προέδρου είχαν γραφεί στα τοιχία των πέριξ του Πολυτεχνείου του Ζωγράφου χώρων. Κακόηθες συκοφαντικό δημοσίευμα εφημερίδος που κυκλοφόρησε τότε προσέβαλε βαναύσως τη τιμή και την υπόληψη του Προέδρου.

  • Οι «κεκράκτες» και τα «γουνάκια»

Επιστρατευμένοι «κεκράκτες» έξω από το δικαστήριο, μεταφερόμενοι καθημερινώς με πούλμαν και συστηματικώς τροφοδοτούμενοι, προφανώς από κομματικούς παράγοντες, εκραύγαζαν αποδοκιμαστικά συνθήματα κατά του Προέδρου, των δικαστών και των κατηγόρων, ενώ συνεδρίαζε το δικαστήριο. Προδήλως κατευθυνόμενα πλήθη εκραύγαζαν στη Μητρόπολη, κατά την κηδεία του Αγ. Κουτσόγιωργα, «δολοφόνε Κόκκινε»! Πολλοί βουλευτές του ΠαΣοΚ ήσαν συχνά στο ακροατήριο. Οποιος μάρτυς τολμούσε να καταθέσει επιβαρυντικά στοιχεία αποδοκιμαζόταν και χλευαζόταν. Η προστασία της πολιτείας και της Αστυνομίας ενώπιον αυτών των φαινομένων βίας και ελλείψεως στοιχειώδους νομικού πολιτισμού ήταν εντελώς απούσα.

Εκείνοι που ex officio όφειλαν να αντιδράσουν υπέρ της προστασίας του θεσμού της δικαιοσύνης, ακρογωνιαίου λίθου του κράτους δικαίου, σιωπούσαν. Ο λαϊκισμός και η προπαγάνδα εξετρέποντο καθημερινώς σε απαξιωτικούς σχολιασμούς. Αντικείμενο αυτών και τα «γουνάκια» της τηβέννου του Προέδρου του δικαστηρίου, επιβεβλημένης σε όλα τα ανώτατα δικαστήρια του πολιτισμένου κόσμου.

Στην Αγγλία, μάλιστα, για το ενιαίο της εμφανίσεώς τους οι δικαστές φορούν και «περούκες», χωρίς αυτό να προκαλεί ειρωνικά σχόλια. Αλλωστε από πολλών ετών και στο ημέτερο Ναυτοδικείο Πειραιώς επιβάλλεται η τήβεννος ακόμη και στους παρισταμένους εις το ακροατήριο δικηγόρους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, τη χρήση της τηβέννου, για το κύρος του δικαστηρίου και της χώρας, ζητούσαν και ορισμένα τηλεοπτικά δίκτυα, εν όψει του ότι θα μετέδιδαν αποσπάσματα της δίκης σε όλον τον κόσμο.

Στο πλαίσιο της οργανωμένης προπαγάνδας απαξιώσεως του δικαστηρίου προεβλήθη από την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ότι ο Πρόεδρος δήθεν επισκέφθηκε τον τότε πρωθυπουργό κ. Κ. Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου ή κατ΄ άλλους στο Μέγαρο Σταθάτου κατά τη διάρκεια της δίκης. Επικαλέστηκαν δε και καταχώριση στο βιβλίο εισερχομένων του επωνύμου Κόκκινος, το οποίο όμως αναφερόταν σε έναν συνεπώνυμο πολιτικό μηχανικό επισκεφθέντα τον πρωθυπουργό υπό την ιδιότητά του ως υπευθύνου της αποκαταστάσεως των Ελληνοποντίων. Το ότι αν είχε επισκεφθεί ο Πρόεδρος τον πρωθυπουργό θα φωτογραφιζόταν ασφαλώς από τους παρακολουθούντες αυτόν και από πλευράς κατηγορουμένων ουδείς δημοσιογράφος σκέφθηκε να επισημάνει.

Διαστρεβλώσεις, αβάσιμοι ισχυρισμοί και ασέλγεια επί της Ιστορίας και της Δικαιοσύνης

Στα σχεδόν 20 χρόνια που πέρασαν από τη δίκη εκείνη, τρία βιβλία είδαν το φως της δημοσιότητος εξ όσων γνωρίζω. Το πρώτο έγραψε ένα μέλος της συνθέσεως του Ειδικού Δικαστηρίου (Παρμ. Τζίφρας), που έσπευσε να διεκδικήσει τον τίτλο του «σωτήρος της Ελλάδος», διότι με την απαλλακτική ψήφο του εσώθη τάχα η πατρίδα μας από τις καταστροφές που θα προκαλούσαν οι οπαδοί του ΠαΣοΚ. Πρόκειται περί μη σοβαρού κειμένου, με ασυγχώρητες αυτοπροβολές, αναξίου διαψεύσεως, εκ μόνου του λόγου ότι ο «συγγραφέας» ομολογεί πως για να καταλήξει στην ψήφο του εκτίμησε όχι τις αποδείξεις εκ της ακροαματικής διαδικασίας, όπως ορίζει ο νόμος (άρθρο 177 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), αλλά τις προσωπικές του δημοσκοπήσεις μεταξύ των γνωστών και φίλων του, καθώς και πρεσβευτών άλλων κρατών σε δεξιώσεις στο Χίλτον και σε τυχαίες συναντήσεις του. Επομένως δεν ελειτούργησε ως δικαστής, που ορκίσθηκε να εφαρμόζει το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους και όχι να αποβλέπει σε σκοπιμότητα (fiat iustitia et pereat mundus = να υπάρχει δικαιοσύνη και ας χαθεί ο κόσμος, έλεγαν οι Λατίνοι). Το δεύτερο έγραψε ο διευθυντής «του νομικού γραφείου του Ανδρέα Παπανδρέου, στην τελευταία του θητεία ως πρωθυπουργού» (Αντώνιος Βόντζας) που ήταν και- όπως ομολογεί – «μέλος της ολιγομελούς ομάδος που υπερασπίσθηκε εξωδικαστικά τον Ανδρέα Παπανδρέου στα χρόνια 1989-1992», δηλαδή του παραδικαστηρίου. Ως εκ τούτου είναι φυσικό να έχει προκατάληψη και να στερείται στοιχειώδους αντικειμενικότητος.

Δεν είναι δυνατόν δε να αναμένει κανείς από αυτόν ορθές κρίσεις, ούτε να μας πει ποιοι είναι καλοί δικαστές, αφού, υπό την ιδιότητά του ως νομικού συμβούλου του Ανδρέα Παπανδρέου, επέτρεψε- τουλάχιστον εις αυτόν να ισχυρισθεί, προκειμένου να καλυφθεί στη δήλωση του «πόθεν έσχες», κάτι απίστευτο. Οτι τα χρήματα για την αγορά και πολυτελή ανακατασκευή της βίλας της δευτέρας συζύγου του απέκτησε διά δανείων του από τους υπουργούς του Αντώνιο Λιβάνη, Γεώργιο Κατσιφάρα και Κάρολο Παπούλια, ως και τον λιβανέζο φίλο του επιχειρηματία κ. Χάλακ.

Το γεγονός μάλιστα ότι προβάλλει στο βιβλίο αυτό και τις αναφορές στο όνομα του σημερινού Πρωθυπουργού «που γίνονται στην ετεροχρονισμένη μειοψηφία της αποφάσεως του δικαστηρίου», τις οποίες και παραθέτει, δημιουργεί απορία. Διότι ουδείς έχει ασχοληθεί με τις αναφορές αυτές, τις οποίες όλοι αγνοούν. Επομένως η ανάδειξή τους στο βιβλίο του πρέπει να θεωρηθεί μία ακόμη «επιτυχία» του.

Το τρίτο βιβλίο έγραψε ένα άλλο μέλος της συνθέσεως του Ειδικού Δικαστηρίου, προτελευταίο στην ιεραρχία τούτων, ο Σ. Σπύρου, που διετέλεσε και Ανακριτής της υποθέσεως. Αλλά το βιβλίο αυτό, πέραν της παραθέσεως αδιαφόρων για τον αναγνώστη διαδικαστικών λεπτομερειών και σχολαστικών σχολίων των ισχυρισμών Τζίφρα, κατά τα λοιπά αποτελεί μνημείο αυθαιρέτων και συκοφαντικών κρίσεων, αλλά και παραλόγων ερμηνειών σε βάρος μελών του δικαστηρίου.

Εν πρώτοις, οι δικαστές και οι πρώην δικαστές που αποκαλύπτουν μυστικά της διασκέψεως διαπράττουν έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ήτοι παράβαση δικαστικού απορρήτου (άρθρο 251 ΠΚ). Οταν δε αναφέρουν ως αληθή ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα, έστω και αν αυτά ελέχθησαν από άλλους, διαπράττουν και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Ο τελευταίος συγγραφέας, στο φλύαρο και χωρίς στοιχειώδες ευρετήριο βιβλίο του, με τίτλο «Να γιατί αθωώθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου και γιατί χρεοκόπησε η Ελλάδα», προδήλως για να παρασύρει βιβλιόφιλους να το αγοράσουν, παραθέτει αυθαίρετες κρίσεις και συμπεράσματα καταδεικνύοντα ή ότι δεν έχει επίγνωση της σημασίας των όσων γράφει ή ότι δεν στάθμισε καν αυτά, αποβλέπων μόνο στην πώληση του βιβλίου του. Περιαυτολογών, προσπαθεί να προσδώσει εις εαυτόν ρόλο που δεν είχε, αν και υπέβαλε τη δικογραφία ως περαιωμένη χωρίς να λάβει καταθέσεις των εκδοτών, ούτε του Γ. Λούβαρη, φίλου του κατηγορουμένου πρώην πρωθυπουργού, φερομένου εις τη δικογραφία ως παραλήπτη χρημάτων από τον Κοσκωτά, ενώ δεν εξηγεί γιατί δεν επέμεινε στην προσαγωγή τού άνω κατηγορουμένου στην ανάκριση. Ο αυτός συγγραφέας δέχεται απερισκέπτως και αναφέρει ως αληθές το λεγόμενο από τον κ. Μίκη Θεοδωράκη σε συνέντευξή του προς τον δημοσιογράφο του Σκάι κ. Μαλούχο, που απετέλεσε και βιβλίο με τίτλο «Αξιος εστίν». Οτι δηλαδή συνήλθε υπό την προεδρία του τότε πρωθυπουργού κ. Κ. Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου η Κυβερνητική Επιτροπή και απεφάσισεν ομοφώνως την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Και ότι τάχα η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης αείμνηστο Αθανάσιο Κανελλό πουλο «στα μέλη του δικαστηρίου, τα οποία συμμορφώθηκαν προς αυτήν και αθώωσαν τον κατηγορούμενο με την απόφασή του»!

Δεν αναφέρει αν ο ίδιος δέχθηκε παρέμβαση του Αθανασίου Κανελλοπούλου, ούτε αν κάποιο άλλο μέλος του είπε πως έγινε τοιαύτη παρέμβαση. Στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρία του Μίκη Θεοδωράκη. Χωρίς να ερευνήσει, αν πράγματι είχε ληφθεί τέτοια απόφαση και αν αυτή υλοποιήθηκε. Το τραγικό είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται πως με όσα γράφει συκοφαντεί βάναυσα τους συναδέλφους του που ψήφισαν υπέρ της αθωώσεως του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ παραλλήλως καταρρακώνει το κύρος του Ειδικού Δικαστηρίου, αλλά και του εαυτού του. Με αυτή την αβάσιμη και παράλογη παραδοχή του ασελγεί επί της Ιστορίας και της Δικαιοσύνης την οποία υποτίθεται πως διακόνησε.

Ούτε ο Πρόεδροςτου δικαστηρίου οχλήθηκε από τον Αθανάσιο Κανελλόπουλο ούτε άλλος δικαστής του ανέφερε πως δέχθηκε παρόμοια όχληση. Ερωτηθείς ο Σπύρου, μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του, παραδέχθηκε ότι δεν ενοχλήθηκε από τον Αθανάσιο Κανελλόπουλο, ούτε του είπε κανείς δικαστής ότι δέχθηκε υπόδειξη ή παρότρυνση ή σύσταση από εκείνον ή από άλλον. Το αυτό είπαν στον Πρόεδρο και τα ερωτηθέντα μέλη της πλειοψηφίας της αποφάσεως. Γιατί τα είπε αυτά ο κ. Θεοδωράκης δεν δύναμαι να γνωρίζω. Ενδεχομένως να ήθελε να μετριάσει το μένος ορισμένων οπαδών του ΠαΣοΚ κατά του συμπατριώτη του και πρωθυπουργού της εποχής εκείνης. Αδυνατώ πάντως να δεχθώ ότι ένας γνωστός αγωνιστής της δημοκρατίας και συνεπώς υπερασπιστής της ανεξαρτησίας των θεσμών της θα ήταν δυνατόν να δεχθεί συζήτηση για ωμή παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης και να υπερηφανεύεται μάλιστα γι΄ αυτήν. Αν ήταν αληθή τα υπ΄ αυτού λεγόμενα, θα είχαν αμέσως διαρρεύσει το 1992, δεδομένου ότι ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον, σε όλον τον πλανήτη, και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα, όπου οι άνθρωποι ομιλούν εύκολα εκ παραδόσεως.

Απόδειξη ότι ουδείς επίστευσε τη μαρτυρία αυτή, που αποδέχεται και προβάλλει ο άνω πρώην δικαστής, είναι ότι, αν και διατυπώθηκε το 2004, ουδείς έως σήμερα τη σχολίασε ή την ανέδειξε. Διότι αν γινόταν πιστευτό ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου υπαγορεύθηκε από την Κυβερνητική Επιτροπή, θα έπρεπε να είχε χαλάσει ο κόσμος και να έχουν δικαίως ξεσηκωθεί ακόμη και οι πέτρες. Τέλος, ο αυτός «συγγραφέας» διαπράττει και άλλο αδικαιολόγητο παράπτωμα. Δέχεται ως αληθές παραπολιτικό σχόλιο μιας εφημερίδος σε βάρος του Προέδρου μόνον εκ του λόγου ότι δεν το διέψευσε δημοσίως! Οχι δε διότι είχε δεδομένα εκ της διαδικασίας, αποδεικνύοντα το σχόλιο αυτό. Υποστηρίζει ότι δήθεν ο Πρόεδρος επεδίωκε την αθωωτική απόφαση, αλλά εψήφισεν υπέρ της καταδίκης, αφού εξασφαλίσθηκε η αθώωση! Και εις μεν την αρχή (σελίδα 29) του άνω βιβλίου του λέγει ότι τούτο έπραξε για λόγους «εντυπώσεων απλώς για να καλυφθεί στη συνείδηση των άλλων δικαστών και της κοινής γνώμης», εις δε το τέλος (σελίδα 588), αντιφατικώς προς τα ανωτέρω, λέγει ότι αυτό έπραξε «για να υποβαθμίσει την αξία της αποφάσεως, ως ληφθείσης με διαφορά μιας ψήφου, προφανώς διότι δεν επίστευε στην ορθότητα αυτής»!

Αλλά αφού επίστευε ότι η απόφαση της πλειοψηφίας δεν ήταν ορθή, γιατί να επιδιώκει την έκδοσή της; Δηλαδή, κατά τον «συγγραφέα», επί 11 μήνες δεν είχε σχηματίσει γνώμη ο Πρόεδρος; Αυτό κατόρθωσε να αντιληφθεί; Και επομένως οι εναντίον του Προέδρου βάναυσες και κακοήθεις επιθέσεις της προπαγάνδας ήταν μάταιες ή εικονικές;

Ομως ο μεν Α. Βγόντζας κατηγορεί τον Πρόεδρο ως καταδικαστικό, λέγοντας περίπου ότι ευφραινόταν κάθε φορά που κατέθεταν εις βάρος του Α. Παπανδρέου, ο δε Σ. Σπύρου ισχυρίζεται αντιθέτως ότι ήταν αθωωτικός, ανεξαρτήτως των όσων έλεγε. Αλλά όταν ακραίοι σχολιαστές του Προέδρου δεν συμφωνούν για την ενδόμυχη βούλησή του, μήπως αυτό σημαίνει ότι έπραττε ορθά το καθήκον του;

Ενώπιον της Ιστορίας, του Θεού και του θανάτου, αναποτρέπτου καταλήξεως παντός ανθρώπου, κακοποιήσεις της αληθείας ή φαινόμενα ανοήτου αυτοπροβολής, συχνά εναντίον της λογικής και πασίδηλων γεγονότων, δεν συγχωρούνται. Πολύ περισσότερο όταν οι αυτοπροβαλλόμενοι και λογικώς αυθαιρετούντες υπήρξαν κάποτε ανώτατοι δικαστές.

Γηράσκω αεί διδασκόμενος. Για μία ακόμη φορά διαπίστωσα ότι η κακότητα και η αχαριστία του σήμερα είναι αντιστρόφως ανάλογες προς το βάθος των υποκλίσεων του χθες. Αλλά και ότι οι στενοκέφαλοι, οι κρυψίνοι, οι αγοραφοβικοί και οι συμπλεγματικοί είναι απρόβλεπτοι και πολύ επικίνδυνοι. Αυτά επί του παρόντος.

Advertisements
 
Leave a comment

Posted by on December 25, 2010 in ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΟΣΚΩΤΑ

 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: