RSS

Monthly Archives: March 2011

10 αγκάθια στην αφήγηση της επανάστασης

  • Γράφει ο Μανώλης Πιμπλής, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Λάθη, ανακρίβειες, αποσιωπήσεις και ιδεολογήματα θολώνουν τη ματιά μας στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία. Οι ιστορικοί έχουν καταλήξει στα συμπεράσματά τους, η κοινωνία όμως δεν ακολουθεί πάντα. «ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν τα βασικά και πιο δύσκολα σημεία αυτής της σύγκρουσης.

Κάποιοι ιστορικοί, όπως ο Βασίλης Κρεμμυδάς, δεν διστάζουν να μιλούν για «ιστορικά ψέματα». Αλλοι μιλούν, ελάχιστα πιο κομψά, για «μύθους» και «στερεότυπα». Αλλοι, όπως ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, προτιμούν έναν όρο όπως «τα αμφιλεγόμενα» της Επανάστασης. Οι εφημερίδες μιλούν συχνά για «ταμπού». Κοινός παρανομαστής είναι μια σειρά από σημεία, μερικά πολύ βασικά, για τα οποία οι ιστορικοί ξέρουν εδώ και αρκετές δεκαετίες ότι δεν ανταποκρίνονται καθόλου στις περιγραφές των παλιών σχολικών εγχειριδίων. Αλλοτε, όταν το πολιτικό κλίμα ήταν ασταθές και υπερσυντηρητικό, δεν τολμούσαν καν να μιλήσουν γι΄ αυτά δημοσίως. Σήμερα μιλούν ανοιχτά, αλλά η κοινωνία- τουλάχιστον μεγάλο μέρος της- αρνείται να τους πιστέψει.

Ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, στο περίφημο βιβλίο του «Οι πόλεμοι της μνήμης», που αναφέρεται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λέει χαρακτηριστικά: «Για να ενσωματωθούν τα εκάστοτε νέα αποτελέσματα της ιστορικής έρευνας στηδημοσίως αναγνωρισμένη πραγματικότητα, χρειάζεται είτε η σχετική πρόσληψη από τα μεγάλα ΜΜΕ είτε η ένταξή τους στην εκπαιδευτική ύλη – γεγονός που απαιτεί συχνά την παρέλευση δεκαετιών, και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα». Η περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 δεν είναι διαφορετική. Εδώ και περίπου δέκα χρόνια, μια πλειάδα ιστορικών, αλλάζει διαμέσου των εφημερίδων, την κοινώς παραδεδεγμένη εικόνα για αρκετές από τις επιμέρους πτυχές του Αγώνα για την Ανεξαρτησία.

Οι αντιδράσεις σ΄αυτό διογκώθηκαν πρόσφατα όταν και η ιδιωτική τηλεόραση τόλμησε να εκφράσει για το 1821, σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό, έναν λόγο κάπως διαφοροποιημένο σε σχέση με το παρελθόν.

«ΤΑ ΝΕΑ» παραθέτουν στις επόμενες σελίδες τα κυριότερα σημεία στα οποία η νεώτερη ιστοριογραφία, υποβάλλει μια διαφορετική επιστημονική αφήγηση. Αρχίζοντας από το στοιχειώδες:

Αρχισε άραγε σαν σήμερα ο Αγώνας, μια 25η Μαρτίου και μάλιστα στην Αγία Λαύρα;

 

«Εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν…»

  • Γράφει ο Νίκος Θεοτοκάς, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

O Μακρυγιάννης αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα στρατιωτικού της Επανάστασης που, δίχως να προέρχεται από τις κλεφταρματολικές αυθεντίες, αναδείχθηκε στην ιεραρχία των ενόπλων επενδύοντας, με όλες τις σημασίες της λέξης, στις υπηρεσίες του προς τις εθνικές Διοικήσεις .

Οι μαρτυρίες που μας άφησε, τα «Απομνημονεύματα», τα «Οράματα και Θάματα», οι αναφορές του προς τις «Διοικήσεις του Εθνους» και οι εικονογραφίες που «υπαγόρευσε» στους Ζωγράφους αποτελούν εξαιρετικής σημασίας τεκμήρια για τη μελέτη της Ελληνικής Επανάστασης και όσων ακολούθησαν στο ελληνικό βασίλειο ώς τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Η συμμετοχή του στον Αγώνα άλλαξε ανεπίστρεπτα τη μοίρα του, και η ιστορία της ζωής του υποδεικνύει τις ασυνέχειες και τις προσδοκίες που άνοιξαν η Επανάσταση του 1821 και ο πόλεμος για την Ανεξαρτησία. Οπως όμορφα το λέει: «Δεν θα μπούμεν εύκολα πίσου εις του αυγού το τζόφλιο· ότι δεν είμαστε πουλάκι να χωρέσουμεν πίσου, εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν».

Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε στο Αβορίτι της Δωρίδας στις αρχές του 1776. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον καιρό της καταδίωξης των ομάδων του Καλλιακούδα από τον Αλή Πασά, σκοτώθηκε ο πατέρας του, που- όπως φαίνεται- εμπλεκόταν σε δραστηριότητες ενόπλων της περιοχής. Η οικογένεια, καταδιωγμένη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό και τις ιδιοκτησίες της και να καταφύγει στη Λιβαδειά.

Εντεκα ετών, ο μικρός Γιάννης στάλθηκε στη δούλεψη του Παναγιωτάκη Λιδωρίκη, που ήταν τότε επιφορτισμένος με την τάξη και την ασφάλεια στη Δεσφίνα, και λίγα χρόνια αργότερα πήγε στην Αρτα, στη δούλεψη του Θανάση Λιδωρίκη, σφραγιδοφύλακα του Αλή Πασά.

Στα 1814 κατάφερε να εξασφαλίσει ένα σημαντικό δάνειο (πέντε-έξι χιλιάδες γρόσια, όπως γράφει) από εμπόρους και άρχοντες της Αρτας, που το επένδυσε κερδοφόρα σε παραδοσιακού τύπου οικονομικές δραστηριότητες, όπως τα προστύχια (οι προαγορές της αγροτικής παραγωγής), το τοπικό εμπόριο, τα εργαστήρια και η τοκογλυφία. Παίρνοντας το όνομα του αφέντη του, Γιαννάκης του Λιδωρίκη, απέκτησε μεγάλη περιουσία στην προεπαναστατική Αρτα με μετρητά, ομολογίες και ακίνητα.

Αρχές του 1820 έγινε κοινωνός «της πατρίδος του μυστικού» και βρέθηκε σε ένα από τα δίκτυα της Φιλικής Εταιρείας στην πόλη του. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, καταδιωγμένος, άφησε την παλιά του ζωή και πέρασε στον κόσμο των όπλων, πληρώνοντας «εξ ιδίων», με τα πολλά μετρητά που διέθετε, τους ανθρώπους που αποτελούσαν το «μπουλούκι» του. Αλλαξε και το όνομά του. Ο Γιαννάκης του Λιδωρίκη έγινε Μακρυγιάννης, ψηλός Γιάννης δηλαδή, και εντάχθηκε στο ορδί του Γώγου Μπακόλα. Στις μάχες που προηγήθηκαν της κατάληψης και της λεηλασίας της Αρτας από τους επαναστάτες ο Μακρυγιάννης έμαθε τον πόλεμο, το νέο του επάγγελμα. Μετά την ανακατάληψη της πόλης από τα σουλτανικά στρατεύματα κατέφυγε στο Σερνικάκι, χωριό των Σαλώνων, όπου ζούσε ο αδελφός του. Με τη συνδρομή του τελευταίου, τις συστάσεις του Μπακόλα και κυρίως το ρευστό χρήμα που διέθετε, του ανατέθηκε η «οπλαρχηγία τεσσάρων χωρίων των Σαλώνων» με τον όρο να πληρώνει τους άνδρες από το πουγκί του. Στη συνέχεια, ακολουθώντας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γκούρα, βρέθηκε στην Αθήνα όπου συνδέθηκε με τους νοικοκυραίους της πόλης και με τη στήριξή τους ανέλαβε αστυνομικά καθήκοντα στην πόλη. Από εκεί και ύστερα αυξάνει το «μπουλούκι» του. Με το ρευστό που έχει στο «κιμέρι» συνεχίζει να πληρώνει «εξ ιδίων του». Τώρα όμως επιτελεί μια δημόσια υπηρεσία και για τα έξοδά του πιστώνει την εθνική Διοίκηση και παίρνει αποδεικτικά για όσα καταβάλλει, υπολογίζοντας και ένα εύλογο «διάφορο».

Ο Μακρυγιάννης αντιλαμβάνεται καλά και πολύ νωρίς τις σταθερές και τους οικονομικούς μηχανισμούς του πολέμου και επενδύει σε αυτούς. Ετσι, ο παλιός έμπορος και τοκιστής της Αρτας θα επιταχύνει τη διαδρομή του από τις κατώτερες στις μεσαίες στρατιωτικές θέσεις του Αγώνα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ένα ικανοποιητικό κέρδος από την επένδυση των χρημάτων του στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Το φθινόπωρο του 1823, όταν η Επανάσταση έμοιαζε πια εδραιωμένη στον Μοριά και τη Ρούμελη και οξύνονταν οι αντιθέσεις που απελευθέρωσε ο γενικός ξεσηκωμός, ο Μακρυγιάννης εγκατέλειψε τον Ανδρούτσο και τον Γκούρα προσφέροντας τις υπηρεσίες του στη διαιρεμένη κεντρική Διοίκηση, λαμβάνοντας τον βαθμό του χιλίαρχου. Με το ξέσπασμα των εμφυλίων βρέθηκε «μισθωτός», όπως το λέει ο Γενναίος, στους Κολοκοτρωναίους και το Εκτελεστικό. Αρχές Μαρτίου ο Μακρυγιάννης θα αυτομολήσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, έχοντας ήδη- όπως φαίνεται – εξασφαλίσει τον βαθμό του και τους μισθούς των ανθρώπων που μετακινήθηκαν μαζί του. Υπηρετώντας τη νέα Διοίκηση, μέσα στο 1824, ο Μακρυγιάννης θα κερδίσει τον βαθμό του υποστράτηγου και έπειτα του στρατηγού. Κι ως στρατηγός, μετά τους εμφυλίους, θα πολεμήσει γενναία στην πολιορκία των κάστρων του Ναυαρίνου, στη μάχη των Μύλων, στην πολιορκία της Ακρόπολης και στις μάχες του Φαλήρου και του Αναλάτου.

Ο Νίκος Θεοτοκάς είναι καθηγητής Ιστορικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Tags:

Βρήκαν στέγη στον Αγώνα των Ελλήνων

  • Γράφει ο Δημήτρης Δημητρόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Οι άνθρωποι που πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 συνθέτουν ένα αμάλγαμα προσώπων. Ηταν ιδεολόγοι, επαγγελματίες των επαναστάσεων, άνεργοι άνθρωποι των όπλων ή και τυχοδιώκτες.

Τον Μάιο του 1822 συγκροτείται πανηγυρικά στην Κόρινθο το πρώτο στρατιωτικό σώμα φιλελλήνων, αποτελούμενο από Ευρωπαίους που είχαν φτάσει στις επαναστατημένες ελληνικές περιοχές με σκοπό να στρατευθούν στον αγώνα εναντίον των Τούρκων. Ανάμεσά τους και ο νεαρός Πρώσος Johann Daniel Εlster που στα 27 του χρόνια είχε προλάβει να ζήσει ήδη έναν πολυτάραχο βίο και λίγο αργότερα θα σχολιάσει γλαφυρά ορισμένες από τις πλέον εξέχουσες φυσιογνωμίες του Αγώνα.

O κατοπινός συγγραφέας του «Τάγματος των Φιλελλήνων» σπούδασε Μουσική, Θεολογία και Ιατρική στη Λειψία, τραυματίστηκε σε μονομαχία, περιπλανήθηκε στην Αγγλία και τη Γαλλία, κατατάχθηκε στη Λεγεώνα των Ξένων και στη συνέχεια ταξίδεψε στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου κατατάχθηκε ως στρατιωτικός γιατρός, με τον βαθμό του ταγματάρχη, στο Τάγμα των Φιλελλήνων το οποίο ίδρυσε ο γερμανός στρατηγός Καρλ φον Νόρμαν. Στην Ελλάδα παρέμεινε για περίπου έναν χρόνο και ακολούθησε την πορεία του τάγματος. Οι βασικοί σταθμοί της ελληνικής του περιπέτειας: Κόρινθος, μεταφορά διά θαλάσσης στο Αίγιο, πορεία διά ξηράς μέχρι την πολιορκούμενη από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη Πάτρα, πέρασμα στο Μεσολόγγι, εκστρατεία στην Ηπειρο υπό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, μάχη στο Κομπότι, καταστροφή στο Πέτα, επάνοδος με τα λείψανα του εκστρατευτικού σώματος στο Μεσολόγγι, και κατόπινμετά τον θάνατο και του στρατηγού Νόρμαν τον Νοέμβριο του 1822- επιστροφή μετά έπειτα πολλές περιπέτειες στα πατρώα χώματα. Το υπόλοιπο της ζωής του και μέχρι τον θάνατό του, τον Δεκέμβριο του 1857, ασχολήθηκε με τη σύνθεση και τη διδασκαλία της μουσικής.

Ο Ελστερ κατέγραφε την εμπειρία του αυτή στα φύλλα ενός ημερολογίου, το οποίο χάθηκε στη μάχη του Πέτα. Οταν γύρισε στην πατρίδα του το ανασυνέθεσε από μνήμης και το εξέδωσε στο Μπάντεν της Ελβετίας το 1828, υπακούοντας- όπως αναφέρεται σε εισαγωγή που προτάσσει ανώνυμη ελβετίδα φίλη του – στις προτροπές ακροατών, που είχαν την τύχη να τους διαβάζει περιγραφές από τις μάχες στο Κομπότι και το Πέτα.

Κατ΄ αρχάς καταγράφει με διεισδυτικότητα τις διαφορετικές νοοτροπίες και τις έριδες στο πολυεθνικό φιλελληνικό τάγμα, αναδεικνύει την υποβόσκουσα σύγκρουση ιδίως ανάμεσα στους γάλλους και στους γερμανούς φιλέλληνες και εικονογραφεί παραστατικά τη ζωή τους στην Ελλάδα. Σε σχέση όμως με τα ελληνικά πράγματα παραμένει πάντοτε εξωτερικός παρατηρητής. Μετέχει σε όσα συμβαίνουν, διακινδυνεύει την ίδια τη ζωή του, αλλά δεν ταυτίζεται με εκείνους που έσπευσε να συνδράμει.

Η προσωπικότητα των ανθρώπων που βρέθηκαν να πολεμούν στο πλευρό των Ελλήνων στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, προκύπτει παράλληλα με τη διαδρομή της ζωής του Ελστερ. Ιδεολόγοι που βλέπουν την Ελληνική Επανάσταση ως ευκαιρία πραγμάτωσης πανανθρώπινων ιδανικών, φιλέλληνες που με ανιδιοτέλεια στρατεύονται εθελοντικά στον ελληνικό Αγώνα, επαγγελματίες των επαναστάσεων, άνεργοι άνθρωποι των όπλων που αναζητούν ανά την υφήλιο αντικείμενο εργασίας, τυχοδιώκτες που ακολουθούν την οσμή του κέρδους, οι Ευρωπαίοι που βρέθηκαν στις εξεγερμένες ελληνικές περιοχές, συνιστούν ένα αμάλγαμα προσώπων που μέσα από ποικίλες διαδρομές βρήκαν στέγη στην Ελληνική Επανάσταση. Σε αυτή την δημιουργική και ταραγμένη εποχή, ο Ελστερ και οι όμοιοί του φιλέλληνες συγκλονίζονται από τα μεγάλα πολιτικά κινήματα του καιρού τους. Μάλιστα η στάση ζωής τους, οι ιδέες τους και η νοοτροπία τους δείχνουν πως παρότι είναι άνθρωποι που σφραγίστηκαν από τις αρχές του Διαφωτισμού, ταυτόχρονα ενσαρκώνουν τα ρομαντικά ιδεώδη, αποτυπώνοντας στον βίο τους συγκλίσεις και αποκλίσεις των δύο πνευματικών ρευμάτων. Ο νεαρός Πρώσος αναπλάθει με γλαφυρό τρόπο αυτό το ρευστό περιβάλλον.

Περιγράφει λοιπόν τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης, την κακή διατροφή, τις πολυήμερες στρατιωτικές πορείες, την έλλειψη πόρων, μέσων και τροφίμων που αντιμετώπιζαν οι σύντροφοί του στο τάγμα. Αφηγείται ακόμη τη βίωση της κατάρρευσης του «ελληνικού μύθου», την προσγείωση στις καθημαγμένες από τον πόλεμο ελληνικές περιοχές, την απογοήτευσή τους από τους ντόπιους, τον εκνευρισμό από την ανοργανωσιά και την αδράνεια των ελληνικών Αρχών, την καχυποψία ή και την εχθρότητα με την οποία κάποτε αντιμετώπιζαν χωρικοί και στρατιωτικοί τους φιλέλληνες, το χάσμα στη νοοτροπία που νιώθει να τον χωρίζει από τους ανθρώπους για τους οποίους ήρθε να πολεμήσει. Εξίσου είναι κριτικός απέναντι στους ηγέτες της Επανάστασης. Η συμπεριφορά του Θ. Κολοκοτρώνη παρουσιάζεται ως «βάρβαρη και αδίστακτη» (σ. 68), ο Αλ. Μαυροκορδάτος «αδύνατος χαρακτήρας», προκατειλημμένος και μεροληπτικός, ιδιαίτερα απέναντι στους Γερμανούς εθελοντές (σ. 143).

Ο Ελστερ γράφει βέβαια έχοντας βιώσει την πανωλεθρία που υπέστη το τάγμα του στη μάχη του Πέτα, με ζωντανές τις μνήμες από τον θάνατο των συντρόφων του και τις κακουχίες που υπέστη μέχρι να κατορθώσει να φθάσει σε ασφαλή τόπο. Ο κατάλογος που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου του, όπου καταγράφει 80 Γερμανούς και άλλους συναγωνιστές του από τους οποίους 59 έπεσαν νεκροί στις μάχες, αιτιολογεί τη συναισθηματική φόρτισή του. Εν τούτοις, ο Ελστερ δεν μετανιώνει για τη συμμετοχή του Επανάσταση, δεν μεμψιμοιρεί και δεν αμφιβάλλει για την ορθότητα της απόφασής του να μεταβεί στην Ελλάδα. Βέβαια, η εικόνα των Ελλήνων έχει θαμπώσει από τον συγχρωτισμό μαζί τους. Ακόμη όμως και όταν αισθάνεται ότι οι άνθρωποι για τους οποίους πολεμά είναι ανάξιοι των ένδοξων προγόνων τους- «εκφυλισμένους απόγονους» τους χαρακτηρίζει πριν από μια κρίσιμη μάχη ένας από τους συντρόφους του- παραμένει λαμπερή η ιδέα της Ελλάδας και της ελευθερίας της. Η αξία άλλωστε της ιδέας της ελευθερίας και το ισχυρό αίσθημα προσωπικής τιμής που υποχρεώνει τους φιλέλληνες να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων, φαίνεται ότι αποτέλεσαν γι΄ αυτούς το «κινούν αίτιον». Είναι εύγλωττο ένα επεισόδιο που συνέβη μετά την καταστροφή στο Πέτα. Ο στρατηγός Νόρμαν, φτάνοντας τελευταίος από το τάγμα που είχε τραπεί σε υποχώρηση, τραυματισμένος και ο ίδιος, έφιππος στο ετοιμοθάνατο άλογό του, μπαίνει στον καταυλισμό της Λαγκάδας και πλησιάζοντας τον Αλ. Μαυροκορδάτο που στεκόταν περίλυπος και δακρυσμένος του λέει: «Τα χάσαμε όλα υψηλότατε, εκτός από την τιμή μας».

Οπως σημειώνει ο μεταφραστής του βιβλίου Χρ. Οικονόμου το κείμενο, γραμμένο σε αρχαΐζουσα γερμανική γλώσσα και τυπωμένο με γοτθικά τυπογραφικά στοιχεία, παρουσίαζε δυσκολίες ανάγνωσης ακόμη και για τον ειδικό που θα το αναζητούσε σε κάποια βιβλιοθήκη. Ισως αυτός ήταν και ο κύριος λόγος για τον οποίο είχε παραμεληθεί από την ελληνική ιστοριογραφία. Η νέα αυτή έκδοση επιτρέπει στη μαρτυρία του Ελστερ ένα νέο γόνιμο ταξίδι στις ελληνικές σπουδές.

Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος είναι ιστορικός, στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ΕΙΕ

 

Tags:

Ο Κοραής και η εθνική συνείδηση

  • Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011


Ο Αδαμάντιος Κοραής πίστευε στη σημασία της παιδείας για την πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων. Χωρίς τον φωτισμό όλων των μελών της Πολιτείας, έγραφε, οι νόμοι γίνονται ύφασμα αράχνης

O Κοραής, όπως φανερώνουν και οι επιστολές του, έβλεπε καθαρά ότι η παιδεία ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ όχι μόνο για την πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων, αλλά επίσης για τη σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητάς τους και τη δημιουργία μιας δημοκρατικής Ελλάδας, αληθινά κυρίαρχης εθνικά.

Tον Κοραή, τον κορυφαίο εκπρόσωπο του ελληνικού Διαφωτισμού, δεν τον πολυσυμπαθούσαμε εμείς οι νέοι, προοδευτικοί (τουλάχιστον κατά φαντασίαν) διανοούμενοι της δεκαετίας του 1970. Καταρχάς, δεν του συγχωρούσαμε ότι ήταν ο εμπνευστής της επάρατης καθαρεύουσας, την οποία καλά καλά δεν είχαμε εξορκίσει ακόμη. ΄Επειτα, του καταλογίζαμε επαναστατική μειοδοσία, γιατί πίστευε πως η Επανάσταση ήταν πρόωρη και θα έπρεπε να ξεκινήσει τριάντα χρόνια αργότερα. Τα χρόνια πέρασαν και τα μυαλά αρκετών από εμάς έπηξαν. Σήμερα βλέπουμε αλλιώς τον γεροΚοραή. Ο παιδευτικός ζήλος του ήταν πιο προοδευτικός από τον δικό μας πολιτικό ριζοσπαστισμό, η σύνεσή του, που για εμάς ήταν το λιγότερο ατολμία, οδηγούσε πιο μακριά από τον δικό μας ανατρεπτικό οίστρο. Για να ξεμπερδέψουμε ευθύς με το θέμα της καθαρεύουσας: μπορούμε πια να παραδεχτούμε άφοβα, εμείς οι δημοτικιστές, ότι το επινόημα του Κοραή δεν ήταν μόνον ένα ιδεολογικό πρόγραμμα (επανασύνδεση με τις αρχαίες ελληνικές ρίζες) αλλά και μια ρεαλιστική για την εποχή της λύση, μια σχετικά βατή μέση οδός ανάμεσα στην ακατανόητη αρχαΐζουσα των λογίων κι ένα συνονθύλευμα λαϊκών διαλέκτων, που τα προβλήματα συνεννόησης των ομιλητών τους παρουσιάζονται ανάγλυφα, έστω και με κωμική υπερβολή, στη «Βαβυλωνία» του Δημητρίου Βυζάντιου. Δεν υπήρχε δημοτική γλώσσα εκείνη την εποχή. Θα διαμορφωνόταν σιγά σιγά μέσα από την επικοινωνία στους κόλπους του εθνικού κράτους.

Για το άλλο θέμα, αν η επανάσταση ήταν ή όχι πρόωρη, η ιστορία του ελληνικού κράτους και, θα έλεγα, με ιδιαίτερη έμφαση οι τρέχουσες περιπέτειές του δικαιώνουν, δυστυχώς, τον Κοραή. Το ΄21 είναι και θα είναι πάντα στην καρδιά μας, αλλά ένα ΄51 θα είχε φτιάξει ένα πιο φωτισμένο και, πιθανότατα, περισσότερο ευνομούμενο έθνος. Ο Κοραής θεωρούσε ότι ένας αρκετά πεπαιδευμένος λαός, ή έστω ένας λαός με αρκετά πεπαιδευμένες ελίτ, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να πετύχει η επανάσταση όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και στο πιο μακροπρόθεσμο σχέδιο της οργάνωσης και λειτουργίας του ανεξάρτητου κράτους.

Νά πώς το αιτιολογεί αυτό σε μια επιστολή του του 1817: «΄Οστις γεννάται και τρέφεται εις πολίτευμα άνομον και άδικον [όπως το οθωμανικό], εξανάγκης άδικος κατά το μάλλον και ήττον και δεσποτική πρέπει να είναι η ψυχή του. Την έκπλυσιν της βρωμισμένης ταύτης βαφής πρέπει να επιτύχη η παιδεία του γένους». Και το 1824, γράφοντας στους πληρεξούσιους που είχαν πάει στο Λονδίνο για το βρετανικό δάνειο, τονίζει ότι πρώτιστο μέλημα των κυβερνώντων το έθνος πρέπει να είναι «η κοινή παιδεία, ο φωτισμός όλων των μελών της Πολιτείας, και η συνωδεύουσα τον φωτισμόν βελτίωσις των ηθών, χωρίς της οποίας, οι πλέον δίκαιοι Νόμοι γίνονται ύφασμα αράχνης». Ας προσέξουμε ιδιαίτερα αυτή την τελευταία θέση, γιατί τόσο η ιστορία μας όσο και η καθημερινότητά μας αποδεικνύουν τη διορατικότητά της…

Σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης ο Κοραής έτρεμε για τις συνέπειες της διχόνοιας ανάμεσα στους επαναστατημένους, και αυτό όχι μόνον εξαιτίας του κινδύνου στρατιωτικής αποτυχίας της επανάστασης. Η δημοκρατική ψυχή του φοβόταν ότι η διχόνοια θα οδηγούσε σε καινούργια δεσποτεία, είτε επιβεβλημένη έξωθεν είτε εσωτερική, μ΄ ελληνικό περίβλημα και οθωμανικό περιεχόμενο. ΄Εμελλε να συμβούν και τα δυο μαζί: και ξένος, «ελέω Θεού» μονάρχης και ντόπιος κοτζαμπασισμός με φράκο!

Πρέπει να πούμε, βέβαια, ότι η έννοια της διχόνοιας έχει αποκτήσει σχεδόν μεταφυσικό περιεχόμενο στην επίσημη εθνική αφήγηση και αναφέρεται ως ένα από τα αιώνια ελαττώματα της «φυλής», πράγμα που ουσιαστικά αθωώνει το φαινόμενο.

Ο Κοραής όμως διέκρινε καθαρά τις βαθύτερες αιτίες πίσω από τα εμφυλιακά πάθη του ΄21. Επρόκειτο, όπως έδειξε και η σειρά του ΣΚΑΪ (έστω κάπως επιλεκτικά ή ακόμα και μεροληπτικά), για μια αδυσώπητη σύγκρουση ανάμεσα, αφ΄ ενός, σε οπλαρχηγούς και προεστούς με πολύ στενό πολιτικό ορίζοντα, προσανατολισμένους στην απόκτηση ή τη διατήρηση προνομίων οθωμανικής κοπής, και αφ΄ ετέρου σε πολιτικούς και ιδεολόγους που απέβλεπαν στη δημιουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Ο αγώνας αυτός φτάνει ώς τις μέρες μας και ο Κοραής διαισθανόταν πόσο μακρός θα ήταν.

Tο εγχείρημα των ανθρώπων της δεύτερης πλευράς και όσων συμπαρατάχθηκαν με αυτούς, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, φαινόταν ανέλπιδο, ουτοπικό, και είναι σχεδόν θαύμα ότι, έστω τυπικά, η Ελλάδα έγινε τόσο νωρίς ένα κράτος δυτικής μορφής. Σήμερα δεν είναι εύκολο να συνειδητοποιήσουμε πόσο πρωτότυπο ήταν για μια πολύ μεγάλη ζώνη της Ευρώπης το προϊόν του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Η σερβική επανάσταση, που προηγήθηκε της ελληνικής, ήταν ουσιαστικά μια διένεξη φατριών που επιδίωκαν περιορισμένη αυτονομία μέσα στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (κάτι που θα μπορούσε να έχει συμβεί και με την ελληνική). ΄Ολοι οι λαοί της Βαλκανικής σχημάτισαν εθνική συνείδηση κι εθνικά κράτη πολύ αργότερα από τους ΄Ελληνες. Η ελληνική επανάσταση ήταν η μόνη, μετά τη γαλλική, νικηφόρα ευρωπαϊκή επανάσταση που εμπνεόταν από τις ιδέες του Διαφωτισμού. Η Ελλάδα ήταν η πρώτη και για μεγάλο διάστημα η μόνη χώρα που έγινε εθνικό κράτος σε ολόκληρη την ανατολικά του Ρήνου και νότια της σκανδιναβικής χερσονήσου Ευρώπη. Και όλα αυτά σε πολύ πιο αντίξοες συνθήκες απ΄ ό, τι αλλού. Νά γιατί ο ξεσηκωμός του 1821 ήταν πραγματική επανάσταση, ένα μεγάλης εμβέλειας, τροχιοδεικτικό γεγονός στην ευρωπαϊκή Ιστορία, μια συνταρακτική ρήξη με το παρελθόν, παρόλο που το πολιτικό και κοινωνικό όραμα των Φιλικών και του Κοραή φαλκιδεύτηκε και δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ώς σήμερα ακέραιο.

Γι΄ αυτό η τρέχουσα έρις γύρω από το αν το ΄21 σήμανε τη γένεση του ελληνικού έθνους ή απλώς τη γένεση του ελληνικού κράτους (ουσιαστικά μια διάσταση ανάμεσα στους ιστορικούς και την κοινή γνώμη) εδράζεται σε μια πελώρια παρανόηση. Άλλο πράγμα είναι η συνείδηση της συγγένειας του αίματος και άλλο η εθνική συνείδηση, που διαμορφώνεται μέσα από κοινούς θεσμούς, κοινή οικονομία και κοινή παιδεία μέσα σε μια ενιαία επικράτεια. Οι ΄Ελληνες του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ. αναλώθηκαν μέχρι τελικής πτώσεως όλων τους σε αναρίθμητους πολέμους μεταξύ τους, που δεν τους θεωρούσαν καν εμφύλιους, γιατί στη λογική τους υπερίσχυε ο πατριωτισμός της πόλης-κράτους και ο τριβαλισμός, η συγγένεια λόγω φύλου (΄Ιωνες, Δωριείς κ.λπ.). Αρκεί να διαβάσει κανείς Θουκυδίδη για να πειστεί. Ανάλογα φαινόμενα εκδηλώθηκαν και στη διάρκεια της επανάστασης του ΄21: οι Ρουμελιώτες μισθοφόροι συμπεριφέρθηκαν στην Πελοπόννησο σαν ξένοι κατακτητές, οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής και της Δυτικής Στερεάς αισθάνονταν σαν ηγεμόνες διαφορετικών χωρών. Η συνείδηση της εθνικής κοινότητας ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ακόμη υποτυπώδης. Ο Κοραής, παρά τη ρητορική του, που τόνιζε για τακτικούς κυρίως λόγους την καταγωγή από ευκλεείς προγόνους παγκόσμιας ακτινοβολίας, ήξερε πολύ καλά ότι για να υπάρξει συμπαγής εθνική συνείδηση χρειαζόταν παιδεία. Και ότι η ποιότητα της παιδείας θα καθόριζε και την ποιότητα της εθνικής συνείδησης. Αυτό το ζήτημα μένει ώς σήμερα άλυτο από το ελληνικό κράτος.

 

Tags:

Μίλησαν οι οπλαρχηγοί, σιώπησαν οι πολιτικοί…

  • Γράφει ο Δημήτρης Δημητρόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Η Επανάσταση του 1821 ευτύχησε να καταγραφεί σε πλήθος μαρτυριών προσώπων που έζησαν τα όσα συγκλονιστικά συνέβησαν κατά τη διάρκειά της, ωστόσο κατά την τελευταία δεκαετία οι επιστημονικές μελέτες μειώνονται και αλλάζει η θεματολογία τους.

Απομνημονεύματα, ιστορικές αφηγήσεις, περιγραφές άρχισαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας αμέσως μετά το τέλος του Αγώνα και στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Κείμενα γοητευτικά και αυθεντικά, με πηγαίο ύφος και τρόπο γραφής, που το καθένα φέρει τη σφραγίδα της προσωπικότητας του εκάστοτε συγγραφέα. Κείμενα που μέσα από τις γραμμές τους διέσωσαν τη μνήμη της Επανάστασης, κατέγραψαν με λεπτομέρειες τα συμβάντα και πρόσφεραν ένα ζωντανό και πλούσιο υλικό ανοικτό σε πολλαπλές αναγνώσεις και προσεγγίσεις στον κατοπινό αναγνώστη. Κείμενα ταυτόχρονα όμως αδρά, ακατέργαστα, παθιασμένα ή και εμπαθή αφού γράφτηκαν από ανθρώπους που βίωσαν με ένταση τα γεγονότα και σφραγίστηκαν από αυτά.

Μαρτυρίες για την Επανάσταση του 1821 μας έχουν χαρίσει έλληνες αγωνιστές και ξένοι φιλέλληνες που στρατεύτηκαν με τη θέλησή τους στον κοινό αγώνα. Θα σταθούμε στους πρώτους μόνο, μια και τα περισσότερα από τα κείμενά τους είναι διαθέσιμα στο σημερινό αναγνωστικό κοινό, χάρη σε νέες εκδόσεις ή επανεκδόσεις. Αξιοσημείωτη κατά τα άλλα είναι η απουσία των πολιτικών.

Στην πληθώρα όσων έγραψαν μαρτυρίες για την Επανάσταση θα μπορούσαν να επιχειρηθούν, με βάση το προφίλ των συγγραφέων, κάποιες ομαδοποιήσεις: Οι άνθρωποι των όπλων.Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς διά μέσου της γραφίδας του Γ. Τερτσέτη, ο Νικόλαος Κασομούλης, ο Μακρυγιάννης, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος) είναι μερικοί από τους διαπρεπέστερους. Εδωσαν γραπτά σημαντικά, καταστατικά κείμενα του νέου ελληνισμού, που επέδρασαν βαθιά στη νεοελληνική συνείδηση και αναγορεύτηκαν μέσα από τη σχολική εκπαίδευση και τη δημόσια ιστορία ως η φωνή του γένους.

Οι άνθρωποι της πένας.Γραμματικοί των οπλαρχηγών και συμμέτοχοι στις μάχες και οι ίδιοι, καταγράφουν με πιο συστηματικό και κατεργασμένο τρόπο τα όσα συνέβησαν στην Επανάσταση, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν αφηγούνται μόνο τις μνήμες τους αλλά γράφουν την ιστορία του Αγώνα. Στην πλειονότητά τους είναι κοντά στους στρατιωτικούς και ιδιαίτερα στο περιβάλλον του Κολοκοτρώνη. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν οι Μιχαήλ Οικονόμου και Αμβ. Φραντζής. Στην κατηγορία των συγγραφέων που είχαν αναλάβει πολιτικά αξιώματα μπορούν να ενταχθούν τα ογκώδη έργα του Νικόλαου Σπηλιάδη και του Σπ. Τρικούπη.

Οι πρόκριτοι. Πικραμένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων και από την απώλεια της εξουσίας, πελοποννήσιοι πρόκριτοι αναλαμβάνουν να υπερασπιστούν την «τάξη» τους, να αναδείξουν την προσφορά τους στον Αγώνα και να αποκαθηλώσουν τους οπλαρχηγούς από το βάθρο της δόξας. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Παναγιώτης Παπατσώνης, ο Αναγνώστης Κοντάκης είναι άνθρωποι που ανήκουν στον κύκλο αυτόν.

Οι προπαρασκευαστές του Αγώνα. Πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, προετοιμάζουν την Επανάσταση και πρωταγωνιστούν στην έναρξή της από διάφορες θέσεις. Συγγράφουν τα πιο πρώιμα έργα, με έντονη προσωπική χροιά και πρόθεση να απαντήσουν σε κατηγορίες ή συκοφαντίες που έχουν εξαπολυθεί εναντίον τους. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Χριστόφορος Περραιβός, ο Εμμανουήλ Ξάνθος είναι κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο στενά συνδεδεμένος με τους Υψηλάντηδες Ιωάννης Φιλήμων με το τετράτομο σύγγραμμά του, που αποτελεί την πρώτη δημοσιευμένη προσπάθεια αφήγησης της Επανάστασης, εντάσσεται επίσης στο ίδιο περιβάλλον.

Οι πολιτικοί απουσιάζουν. O Αλ. Μαυροκορδάτος, ο Ι. Κωλέττης, ο Θ. Νέγρης και άλλοι πολιτικοί άνδρες δεν γράφουν για τα έργα και τις ημέρες της Επανάστασης, δεν αφήνουν μαρτυ ρίες για τα πεπραγμένα τους. Το ίδιο με κάποιες εξαιρέσειςόπως τα έργα του Κ. Νικόδημου, του Α. Ορλάνδου κ.ά.- ισχύει και για τους νησιώτες ηγέτες της Επανάστασης. Με αυτόν τον τρόπο οι νικητές των εσωτερικών συγκρούσεων μένουν μάλλον σιωπηλοί, ενώ οι οπλαρχηγοί, που νιώθουν αδικημένοι στο τέλος της Επανάστασης, με τον λόγο τους διαμορφώνουν τον κοινό δημόσιο λόγο για το 1821, στοιχείο καθοριστικό για το νέο κράτος που συγκροτούσε την εθνική του μυθολογία.

Το ΄21 στον 21ο αιώνα
Τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, η σχετική με το 1821 θεματολογία δεν βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των ακαδημαϊκών ιστοριογραφικών αναζητήσεων, ενώ αντίθετα κυριάρχησε στη δημόσια ιστορία που εκφράζεται κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η υστέρηση δεν σημαίνει και απουσία μελετών, καθώς στα χρόνια αυτά εκδόθηκαν έργα όπως ο συλλογικός τόμος «Ελληνική επανάσταση του 1821:ένα ευρωπαϊκό γεγονός» που επιμελήθηκε ο Πέτρος Πιζάνιας, στον οποίο επιχειρείται μια συνθετική ανάγνωση του 1821 και η ένταξή του στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Εκδόθηκαν επίσης σημαντικές ιστορικές πηγές, όπως το τρίτομο«Αρχείο Εμμ.Ξάνθου» (Εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, Αθήνα 1997-2002) ή το επίσης τρίτομο «Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη», σε επιμέλεια Βασιλική Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη, Αριστείδη Π. Στεργέλλη (Εκδ. Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1996-2002).

Εντούτοις το χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η μετατόπιση από τη θεματολογία που είχε κυριαρχήσει στη μεταπολιτευτική περίοδο και αφορούσε τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, τη διάταξη των δυνάμεων στο εσωτερικό της Επανάστασης, τις εμφύλιες διαμάχες, τους θεσμούς, τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων, τη διαμόρφωση του νέου ελληνικού κράτους στα χρόνια του Καποδίστρια.

Στην αυγή του 21ου αιώνα επανακάμπτουν ορμητικά στο προσκήνιο τα πρόσωπα. Η 16τομη σειρά «Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας» που επιμελήθηκε ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος με βιογραφίες πρωταγωνιστών του 1821, εγχείρημα στο οποίο «στρατεύτηκαν» εκπρόσωποι όλων των γενεών των σημερινών ιστορικών, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα. Δεν είναι βέβαια το μόνο. Ο Ιωάννης Κωλέττης σε μελέτες του Βασίλη Κρεμμυδά («Ο Ιωάννης Κωλέτης του Σπυρομίλιου:ένας ανέκδοτος λίβελος», και«Ο πολιτικός Ιωάννης Κωλέτης,τα χρόνια στο Παρίσι 1835-1843»), ο Αδαμ. Κοράης σε αγγλόφωνο συλλογικό τόμο που επιμελήθηκε ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης ( «Αdamantios Κorais and the Εuropean enlightenment»), ο μεσολογγίτης πρόκριτος Θ. Ρατζικότσικας σε μελέτη του Κων. Σβολόπουλου («Προμαχώντας στο Μεσολόγγι:έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826»), ο Ομηρίδης Σκυλίτσης στην εκδεδομένη διδακτορική διατριβή του Γιάννη Κόκκωνα ( «Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης, 1784-1872»), ο Αλ. Μαυροκορδάτος και ο Μακρυγιάννης σε υπό έκδοση μελέτες του Χρήστου Λούκου από το Μουσείο Μπενάκη και του Νίκου Θεοτοκά από τις Εκδόσεις Βιβλιόραμα αντίστοιχα, δείχνουν επίσης ότι η μελέτη των προσώπων συνιστά προσφιλές θέμα της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας για το 1821.

Αποτελεί αυτή η επιστροφή των βιογραφιών μια εκδίκηση του ατόμου που ο ρόλος του στη διαμόρφωση της ιστορίας είχε τύχει ισχυρής κριτικής τα προηγούμενα χρόνια; Και ναι και όχι. Τα πρόσωπα και ο ρόλος τους ξαναβρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, οι βιογραφίες ως ανάγνωσμα στην Ελλάδαόπως και διεθνώς άλλωστεκερδίζουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών και γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων, όμως τα πρόσωπα κατά κανόνα μοιάζουν να έχουν κατέβει κάπως από το βάθρο που τα ήθελε η παραδοσιακή ιστοριογραφία.

Οπως στο σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα το έγκλημα είναι μια αφορμή να αναπλάσει ο συγγραφέας το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο διαπράχθηκε, έτσι και στις ιστορικές μελέτες τα βιογραφούμενα πρόσωπα πιο πολύ λειτουργούν ως αφηγηματικό όχημα που επιτρέπει στον μελετητή να μιλήσει για την κοινωνία στην οποία έδρασαν. Τα πρόσωπα επομένως επιστρεφουν, αλλά δεν είναι μόνα τους και μοναχικά, δίνουν το έναυσμα για να αναδειχθεί το περιβάλλον τους και η εποχή τους

 

Tags:

Εθνική Ιστορία ή μήπως εθνική μυθολογία;

  • Γράφει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Κάτι η τηλεοπτική διάχυση του ΄21 μέσω του ντοκυμαντέρ του ΣΚΑΪ, κάτι η δημοσιονομική κρίση της χώρας που κάνει τους ανθρώπους να αναζητούν απαντήσεις καιστο παρελθόν, τροφοδοτούν στον δημόσιο χώρο μια συζήτηση για την Ιστορία, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Ωστόσο, για άλλη μια φορά αναβιώνει μπροστά μας μια άγονη συζήτηση για την «ιστορική αλήθεια».

Τολμώ να προδικάσω, και μακάρι να διαψευστώ, ότι η συζήτηση αυτή δεν θα πάψει να επανέρχεται στην επικαιρότητα κάθε φορά που η Ιστορία θα χρησιμοποιείται εργαλειακά από τις ποικίλες ομάδες που θεσμικά ή ιδεολογικά παίρνουν μέρος στους αενάως μεταλλασσόμενους κοινωνικούς αγώνες. Αυτή τη φορά το δίλημμα είναι καθαρό: επιστημονική Ιστορία ή παιδαγωγούσα εθνική μυθολογία; Βέβαια σε ορισμένου τύπου κοινωνίες, όπως η δική μας, ακόμη και η επιστημονική Ιστορία της άρτιας τεκμηρίωσης και της αδέσμευτης διαπραγμάτευσης, δύναται να λειτουργήσει ως εθνική μυθολογία. Σήμερα θα παρακάμψω αυτόν τον σκόπελο και θα περιοριστώ να καταθέσω μερικές σκέψεις στη βάση της σημερινής μορφής του διλήμματος: ιστορία ή μυθολογία, Εθνική πάντοτε.

Τα πράγματα συνήθως δεν λέγονται με το όνομά τους. Κανένας από τους οπαδούς της εθνικής μυθολογίας δεν θα δεχτεί την κατηγορία ότι προτείνει συγκαλύψεις και αποκρύψεις ιστορικών συμβάντων. Οταν μάλιστα οι οπαδοί της μυθολογίας σκοντάφτουν μπροστά στην αδιάψευστη ιστορική πληροφορία, αρχίζουν την επαναδιαπραγμάτευση. Απαιτούν τότε την ισότιμη μεταχείριση των μαρτυριών και των ιστορικών πληροφοριών (αυτό δηλαδή που καταστατικά κάνει ακόμη και η στοιχειωδώς επιστημονική έρευνα) και κυρίως, την προσαρμογή του ιστορικού στοχασμού στις ηθικοπλαστικές ανάγκες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το αίτημα της αλήθειας, εγγενές συστατικό της ιστοριογραφίας και κάθε πνευματικού εγχειρήματος, θαμπώνει μπροστά στο γιγαντωμένο αίτημα της ενίσχυσης του εθνικού φρονήματος, όπως το αντιλαμβάνονται, πάντοτε, οι προπαγανδιστές της εθνικής μυθολογίας. Μας καλούν δηλαδή να προσαρμοστούμε στις γνωσιακές και ψυχολογικές ικανότητες των παιδιών, τελικά να πάψουμε να είμαστε ιστορικοί και να γίνουμε παιδαγωγοί.

Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει γιατί στερείται παντελώς νοήματος. Η Ιστορία ως επιστήμη της κατανόησης των κοινωνικών μηχανισμών και ως κουλτούρα του χρόνου, έχει ασφαλώς και διδακτικές ευθύνες και παιδαγωγικές λειτουργίες. Εχει όμως μια πολύ μεγαλύτερη ευθύνη και έναν πολύ μεγαλύτερο σκοπό να επιτελέσει, σκοπό πανανθρώπινο και αμετακίνητο στη διαδρομή των αιώνων. Την αυτογνωσία των ανθρώπων και των κοινωνιών, των λαών και των εθνών, που μέσα από την ιστορικοποίηση της ύπαρξής τους προβαίνουν προς την ψυχολογική και συναισθηματική τους ολοκλήρωση, προς τη συγκρότηση της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Η επιστημονική Ιστορία δεν μπορεί να μεταμορφωθεί σε παιδαγωγική διαδικασία, γιατί τότε δεν θα επιτελούσε το κοινωνικό της έργο και γιατί η ίδια οφείλει περισσότερα στην εθνική πολιτιστική κοινότητα εντός της οποίας δραστηριοποιείται. Οφείλει να διαμορφώνει την κοινωνική συνείδηση του παρόντος, ως τη μοναδική εγγύηση για τις μορφές και την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων του μέλλοντος. Γιατί το μέλλον είναι επίπεδο και γι΄ αυτό διαθέσιμο σε μεταλλαγές και τροποποιήσεις.

Γνωστικά λοιπόν, δεν μπορούμε να φανταστούμε παρά μια μόνο Ιστορία και αυτή θα είναι η επιστημονική. Δεν είναι δυνατόν η κοινότητα των ιστορικών να υπηρετεί δύο εκδοχές της Ιστορίας: μια υπεύθυνη, έγκυρη και στοχαστική για την ικανοποίηση μιας μικρής ομάδας μυημένων (μανδαρίνων;) και μια δεύτερη εκδοχή λαϊκή, για ευρεία κατανάλωση και σχολική χρήση. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε παραλογισμό, τον οποίο δεν θα μπορούσε να υποφέρει ένας στοιχειωδώς ορθολογικός ερευνητής.

Αλλά τότε πώς θα συντελεστεί το παιδαγωγικό έργο της Ιστορίας; Αλλωστε αυτή την κοινωνική ανάγκη εκμεταλλεύονται όσοι προπαγανδίζουν τη παραγωγή μιας μυθολογικής- ηθικοπλαστικής Ιστορίας, αποκαθαρμένης από τα «στίγματα», κατ΄ αυτούς, της κριτικότητας με τα οποία βαρύνεται και ευθύνεται, κατά τους ίδιους πάντοτε, η επιστημονική Ιστορία. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι πολύ δύσκολη. Ο,τι συμβαίνει με όλες τις επιστήμες όταν συνοψίζονται και εκλαϊκεύονται για σχολική χρήση, θα γίνει και με την Ιστορία. Καμία επιστήμη δεν αυτοακυρώνεται όταν βγαίνει από το επιστημονικό εργαστήριο ή τον χώρο της πρωτογε νούς παραγωγής της, για να μεταφερθεί στο σχολείο. Η Αστρονομία στο σχολείο δεν ανοίγει διάλογο με την Παλαιά Διαθήκη για την πρώτη ημέρα της δημιουργίας, ούτε η Φιλοσοφία με τη Θεολογία. Οι παιδαγωγικές επιστήμες στο σύνολό τους και ο ειδικότερος κλάδος της Διδακτικής της Ιστορίας, καλούνται να οργανώσουν τη μετάβαση από το σπουδαστήριο της επιστημονικής Ιστορίας στη σχολική τάξη, με όρους που οι ίδιοι οι παιδαγωγοί / εκπαιδευτικοί θα ορίσουν με τη δική τους επιστημονική ευθύνη. Χωρίς καμία παραχώρηση στην αφελή ιστορική υποκουλτούρα που προτείνεται από κάποιες συντηρητικές πλευρές, αλλά και χωρίς υπερβάλλοντα ζήλο, αυτό το είδος ιστοριογραφικού πουριτανισμού (purisme), που καμιά φορά διεισδύει σε καλοπροαίρετα επιστημονικά περιβάλλοντα.

Βασικό κριτήριο της σχολικής συμπύκνωσης και της παιδαγωγικής απλούστευσης της επιστημονικής Ιστορίας δεν μπορεί να είναι άλλο από την ικανότητα του νέου ατόμου, παιδιού και εφήβου, να προσλάβει και να επεξεργαστεί την πολυπλοκότητα του ιστορικού φαινομένου, και κυρίως την πυκνότητα του ιστορικού χρόνου. Πριν τρομάξει και απωθήσει την Ιστορία σε «δευτερεύον μάθημα» ή πριν προλάβει η Πολιτεία και τη μετατρέψει σε «προαιρετικό». Τελικά δεν μπορούμε να δεχτούμε να λειτουργήσει το αίτημα (νόμιμο και παραδεκτό) της σχολικής προσαρμογής ως δούρειος ίππος για την άλωση της Ιστορίας από τη μυθολογία. Αν και ξέρουμε καλά ότι οι μύθοι είναι φτιαγμένοι από ατσάλι.

Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος είναι ιστορικός, ομότιμος διευθυντής ερευνών ΙΝΕ/ΕΙΕ

Δεν είναι δυνατόν η κοινότητα των ιστορικών να υπηρετεί δύο εκδοχές της Ιστορίας: μια υπεύθυνη, έγκυρη και στοχαστική και μια λαϊκή, για ευρεία κατανάλωση και σχολική χρήση

 

Tags:

Οι θύρες και η χρεία

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Εχει συχνά ειπωθεί πως οι μεγάλοι ποιητές των εθνών βλέπουν εκεί που δεν μπορούν ή που δεν θέλουν να δουν οι πολιτικοί αλλά και οι πολίτες που έχουν στερηθεί από την πολιτική την οξυδέρκεια να βλέπουν το μέλλον. Οι ποιητές δεν είναι προφήτες, με την έννοια που ο όρος αυτός παραπέμπει στους θεόπνευστους εκλεκτούς κάποιου θεού που τους διορίζει μεσάζοντες. Οι ποιητές απλώς έχουν πιο καθαρή την όραση, όραση λυγκός, ώστε να διαπερνούν τα τείχη της ανάγκης και να διεισδύουν στα σκοτάδια. Κι αυτό, θαρρώ, συμβαίνει γιατί οι μεγάλοι ποιητές έχουν συνείδηση της ιστορίας, άρα γνώση του παρελθόντος χρόνου που συχνά είναι εφαλτήριο για να εκτοξευτεί ο νους στο μέλλον. Οι μεγάλοι ποιητές δεν αρνούνται τη μνήμη, δεν ωραιοποιούν το παρελθόν και δεν διαστρεβλώνουν τα περασμένα γεγονότα. Ο σημαντικός, ίσως απόλυτος στις κρίσεις του, κριτικός του μέσου του 20ού αιώνα Γιάννης Αποστολάκης διέκρινε δύο κατηγορίες ποιητών. Τους ποιητές της Μνήμης και τους ποιητές της Ανάμνησης. Στην απόλυτη κρίση του, μόνος ποιητής Μνήμης ήταν ο λαός του δημοτικού τραγουδιού και ο Διονύσιος Σολωμός. Ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης ήταν ποιητές της Ανάμνησης.

Χωρίς να ακολουθήσω τον στοχασμό του, συνεχίζοντας όσα εξέθεσα παραπάνω, μπορώ να αντιληφθώ γιατί η πυρίκαυστη ζώνη της Μνήμης, μια εγκαυστική της ιστορίας πάνω στο πετσί των ποιητών μπορεί να διαπεράσει τα φίλτρα της Λήθης και αντλώντας ύδωρ αρτεσιανό από τα φρεάτια του παρελθόντος να συλλάβει τους βηματισμούς του ιστορικού χρόνου και να κάνει το άλμα προς το μέλλον. Και τότε το ποίημα να καταυγάσει το ενιαίο τοπίο παρελθόντος, παρόντος, μέλλοντος. Ετσι μόνο το παρελθόν θα γίνει μέλλον και το μέλλον προσεχές παρελθόν.

Αλλά ποιος ακούει τους ποιητές, θα πείτε. Και για να ξεκινήσει κανείς από το μέγα παρελθόν του μέλλοντός μας, τον Αισχύλο, ποιος αντελήφθη γιατί και για ποιο σκοπό έγραψε τους «Πέρσες» του. Ηθελε, τάχα, να συνετίσει ή να δημιουργήσει ενοχές στους ηττημένους μακρινούς Πέρσες; Πότε οι Πέρσες (ηγέτες και λαός) έμαθαν αν παίχτηκε στη μακρινή Αθήνα η τραγωδία «Πέρσες». Για τους νικητές μιλούσε ο ποιητής και μέσω της τραυματικής μνήμης (υπήρξε ναυμάχος στη Σαλαμίνα) ήθελε να τους μιλήσει για την αλαζονεία της εξουσίας, την τύφλα των αρχόντων και την αφέλεια των εκστασιαζόμενων μαζών.

Ο πρόλογος αυτός είναι γιατί θέλω σήμερα, ημέρα που θα έπρεπε να είναι Μνήμης γίνεται συχνά Ανάμνηση και συχνότερα αρνητικό φωτογραφίας. Ποιος ακούει τους ποιητές;

Ο Διονύσιος Σολωμός μέσα στην πυρωμένη περίοδο που η Επανάσταση, όπως οι ήρωες του Σεφέρη, προχωρεί στα σκοτεινά, σε στίχους του «Υμνου για την Ελευθερίαν» καταθέτει δύο τετράστιχα με τραγικό δραματικό περιεχόμενο. Εικόνα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος .

«Με τα ρούχα αιματωμένα/ ξέρω ότι έβγαινες κρυφά/ να γυρεύεις εις τα ξένα/ άλλα χέρια δυνατά./ Μοναχή το δρόμο επήρες/ εξανάλθες μοναχή/ δεν είν΄ εύκολες οι θύρες/ εάν η χρεία τες κουρταλεί».

Επαληθεύεται σε αυτούς τους συνταρακτικούς στη διαπιστευτική τους δύναμη στίχους η υπόθεση που διατύπωσα; Η αιμάσσουσα τότε πατρίδα και η Ελευθερία που εκαρτερούσε χτυπώντας τα χέρια της από την απελπισιά φιλελεύθερη λαλιά, αναζητεί τη σωτηρία, την αρωγή, τη συμπαράσταση και την ηθική και υλική βοήθεια σε ξένα κέντρα εξουσίας, από σιδηρές ηγεσίες και δυνατούς, θεσμικά και οικονομικά, λαούς. Ο Σολωμός χρησιμοποιεί τη σημαδιακή λέξη: «γυρεύω» απ΄ όπου γύρος, γυρολόγος. Η πατρίδα και η Ελευθερία πήραν τους δρόμους ζητιανεύοντας, εκλιπαρώντας, απλώνοντας χέρι ζήτουλα. Σαν τον Δικαιόπολι του Αριστοφάνη φόρεσαν τα κουρέλια του Τήλεφου και κλαψουρίζοντας προσπαθούν να συγκινήσουν τα αισθήματα των μαζών είτε Αχαρνείς είναι αυτοί είτε Ευρωπαίοι της Ιεράς Συμμαχίας είτε Ευρωπαϊκή Ενωση. Και οι πόρτες δεν άνοιγαν στον Ζητιάνο. Ερημος και μόνος περιφερόταν στα τρίστρατα των εξουσιών, των οικονομικών συμφερόντων. Ναι, κάποιες φιλάνθρωπες, φιλελληνικές πορτούλες άνοιξαν και ακούστηκαν και συγκινητικά λόγια παρηγοριάς και θαυμασμού για τα παλαιά μεγαλεία. Ο Σολωμός είναι καθέτως ωμός, οι θύρες δεν ανοίγουν εύκολα όταν τις κρούει η ανάγκη, η φτώχεια, η ζητιανιά, η πενία. Και τότε και τώρα. Δεν είναι εύκολες. Αρα δύσκολες, βάζουν όρους, βαρείς, συχνά απάνθρωπους, ταπεινώνουν συνειδήσεις, απαξιώνουν λαούς, όχι λίγες φορές οι θύρες εκτοξεύουν ειρωνείες και όταν δίνουν τον οβολό τους μαζί προσφέρουν και αγχόνη, σκοινί και σαπούνι. Αυτή την ερημιά, μια περιφερόμενη ρακένδυτη φιγούρα, μια ταπεινωμένη Ελευθερία, μια πατρίδα ξευτίλα με το χέρι απλωμένο γυρεύοντας και επαιτώντας και ικετεύοντας δεν την αντέχει κανείς. Πόσες φορές από την Επανάσταση έως μόλις εχθές η πατρίδα διά των αρχόντων της, που συνήθως είναι και οι αίτιοι των συμφορών της, δεν πήρε τους δρόμους της επαιτείας, δεν έκρουσε ως ζήτουλας τις θύρες των ξένων ηγεμόνων, δεν εκλιπάρησε τον οίκτο και την ευσπλαχνία των ξένων λαών και πόσες φορές οι δύσκολες θύρες άνοιξαν, χρηματοκιβώτια, διεθνή οικονομικά τραστ αποδέσμευσαν δάνεια με όρους δυσβάσταχτους, όταν διαπίστωναν πως οι ζητιάνοι θα αποδεχτούν κάθε δεσμό, αφού βρίσκονται σε έσχατη ανάγκη στο χείλος της πτώχευσης και του αφανισμού.

Ποιος ακούει τους ποιητές κι όταν ωμά προειδοποιούν. Μοναχοί πήραμε τους δρόμους και μοναχοί επιστρέψαμε μέσα στους αιώνες κρούοντας, κουρταλώντας τις θύρες των Περσών και δανειζόμενοι δαρεικούς, τις θύρες των Ρωμαίων, των Ευρωπαίων, των Αμερικανών, των Κινέζων και τώρα τώρα των Εμίρηδων. Και οι θύρες αυτές εύκολες δεν είναι, στόματα αδηφάγα είναι, θηριώδη και ανελέητα. Τρέφονται με σάρκες ανθρώπων και πίνουν το αίμα και το δάκρυ λαών.

Ρομαντικές ρητορείες, θα πείτε. Ο Σολωμός με παρέσυρε που μέσα στον θυμό του που ο λαός του δεν θεωρούσε Εθνικόν ό,τι είναι αληθές αλλά το αντίθετο, παρ΄ όλα αυτά με το σπλάχνος που πάντα διαθέτουν οι ποιητές για τους παραστρατημένους αναφωνούσε: «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε/ πάντοτ΄ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε»!

 

Tags: