RSS

«Εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν…»

31 Mar
  • Γράφει ο Νίκος Θεοτοκάς, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

O Μακρυγιάννης αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα στρατιωτικού της Επανάστασης που, δίχως να προέρχεται από τις κλεφταρματολικές αυθεντίες, αναδείχθηκε στην ιεραρχία των ενόπλων επενδύοντας, με όλες τις σημασίες της λέξης, στις υπηρεσίες του προς τις εθνικές Διοικήσεις .

Οι μαρτυρίες που μας άφησε, τα «Απομνημονεύματα», τα «Οράματα και Θάματα», οι αναφορές του προς τις «Διοικήσεις του Εθνους» και οι εικονογραφίες που «υπαγόρευσε» στους Ζωγράφους αποτελούν εξαιρετικής σημασίας τεκμήρια για τη μελέτη της Ελληνικής Επανάστασης και όσων ακολούθησαν στο ελληνικό βασίλειο ώς τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Η συμμετοχή του στον Αγώνα άλλαξε ανεπίστρεπτα τη μοίρα του, και η ιστορία της ζωής του υποδεικνύει τις ασυνέχειες και τις προσδοκίες που άνοιξαν η Επανάσταση του 1821 και ο πόλεμος για την Ανεξαρτησία. Οπως όμορφα το λέει: «Δεν θα μπούμεν εύκολα πίσου εις του αυγού το τζόφλιο· ότι δεν είμαστε πουλάκι να χωρέσουμεν πίσου, εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν».

Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε στο Αβορίτι της Δωρίδας στις αρχές του 1776. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον καιρό της καταδίωξης των ομάδων του Καλλιακούδα από τον Αλή Πασά, σκοτώθηκε ο πατέρας του, που- όπως φαίνεται- εμπλεκόταν σε δραστηριότητες ενόπλων της περιοχής. Η οικογένεια, καταδιωγμένη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό και τις ιδιοκτησίες της και να καταφύγει στη Λιβαδειά.

Εντεκα ετών, ο μικρός Γιάννης στάλθηκε στη δούλεψη του Παναγιωτάκη Λιδωρίκη, που ήταν τότε επιφορτισμένος με την τάξη και την ασφάλεια στη Δεσφίνα, και λίγα χρόνια αργότερα πήγε στην Αρτα, στη δούλεψη του Θανάση Λιδωρίκη, σφραγιδοφύλακα του Αλή Πασά.

Στα 1814 κατάφερε να εξασφαλίσει ένα σημαντικό δάνειο (πέντε-έξι χιλιάδες γρόσια, όπως γράφει) από εμπόρους και άρχοντες της Αρτας, που το επένδυσε κερδοφόρα σε παραδοσιακού τύπου οικονομικές δραστηριότητες, όπως τα προστύχια (οι προαγορές της αγροτικής παραγωγής), το τοπικό εμπόριο, τα εργαστήρια και η τοκογλυφία. Παίρνοντας το όνομα του αφέντη του, Γιαννάκης του Λιδωρίκη, απέκτησε μεγάλη περιουσία στην προεπαναστατική Αρτα με μετρητά, ομολογίες και ακίνητα.

Αρχές του 1820 έγινε κοινωνός «της πατρίδος του μυστικού» και βρέθηκε σε ένα από τα δίκτυα της Φιλικής Εταιρείας στην πόλη του. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, καταδιωγμένος, άφησε την παλιά του ζωή και πέρασε στον κόσμο των όπλων, πληρώνοντας «εξ ιδίων», με τα πολλά μετρητά που διέθετε, τους ανθρώπους που αποτελούσαν το «μπουλούκι» του. Αλλαξε και το όνομά του. Ο Γιαννάκης του Λιδωρίκη έγινε Μακρυγιάννης, ψηλός Γιάννης δηλαδή, και εντάχθηκε στο ορδί του Γώγου Μπακόλα. Στις μάχες που προηγήθηκαν της κατάληψης και της λεηλασίας της Αρτας από τους επαναστάτες ο Μακρυγιάννης έμαθε τον πόλεμο, το νέο του επάγγελμα. Μετά την ανακατάληψη της πόλης από τα σουλτανικά στρατεύματα κατέφυγε στο Σερνικάκι, χωριό των Σαλώνων, όπου ζούσε ο αδελφός του. Με τη συνδρομή του τελευταίου, τις συστάσεις του Μπακόλα και κυρίως το ρευστό χρήμα που διέθετε, του ανατέθηκε η «οπλαρχηγία τεσσάρων χωρίων των Σαλώνων» με τον όρο να πληρώνει τους άνδρες από το πουγκί του. Στη συνέχεια, ακολουθώντας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Γκούρα, βρέθηκε στην Αθήνα όπου συνδέθηκε με τους νοικοκυραίους της πόλης και με τη στήριξή τους ανέλαβε αστυνομικά καθήκοντα στην πόλη. Από εκεί και ύστερα αυξάνει το «μπουλούκι» του. Με το ρευστό που έχει στο «κιμέρι» συνεχίζει να πληρώνει «εξ ιδίων του». Τώρα όμως επιτελεί μια δημόσια υπηρεσία και για τα έξοδά του πιστώνει την εθνική Διοίκηση και παίρνει αποδεικτικά για όσα καταβάλλει, υπολογίζοντας και ένα εύλογο «διάφορο».

Ο Μακρυγιάννης αντιλαμβάνεται καλά και πολύ νωρίς τις σταθερές και τους οικονομικούς μηχανισμούς του πολέμου και επενδύει σε αυτούς. Ετσι, ο παλιός έμπορος και τοκιστής της Αρτας θα επιταχύνει τη διαδρομή του από τις κατώτερες στις μεσαίες στρατιωτικές θέσεις του Αγώνα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ένα ικανοποιητικό κέρδος από την επένδυση των χρημάτων του στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Το φθινόπωρο του 1823, όταν η Επανάσταση έμοιαζε πια εδραιωμένη στον Μοριά και τη Ρούμελη και οξύνονταν οι αντιθέσεις που απελευθέρωσε ο γενικός ξεσηκωμός, ο Μακρυγιάννης εγκατέλειψε τον Ανδρούτσο και τον Γκούρα προσφέροντας τις υπηρεσίες του στη διαιρεμένη κεντρική Διοίκηση, λαμβάνοντας τον βαθμό του χιλίαρχου. Με το ξέσπασμα των εμφυλίων βρέθηκε «μισθωτός», όπως το λέει ο Γενναίος, στους Κολοκοτρωναίους και το Εκτελεστικό. Αρχές Μαρτίου ο Μακρυγιάννης θα αυτομολήσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, έχοντας ήδη- όπως φαίνεται – εξασφαλίσει τον βαθμό του και τους μισθούς των ανθρώπων που μετακινήθηκαν μαζί του. Υπηρετώντας τη νέα Διοίκηση, μέσα στο 1824, ο Μακρυγιάννης θα κερδίσει τον βαθμό του υποστράτηγου και έπειτα του στρατηγού. Κι ως στρατηγός, μετά τους εμφυλίους, θα πολεμήσει γενναία στην πολιορκία των κάστρων του Ναυαρίνου, στη μάχη των Μύλων, στην πολιορκία της Ακρόπολης και στις μάχες του Φαλήρου και του Αναλάτου.

Ο Νίκος Θεοτοκάς είναι καθηγητής Ιστορικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Advertisements
 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: