RSS

Monthly Archives: April 2011

H Αθήνα παραδίδεται στους ναζί προδομένη και άοπλη

Η φοβερότερη περίοδος της σύγχρονης ιστορίας μας λίγο πριν και μετά το Πάσχα, πριν από 70 χρόνια

  • ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΥ, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 29/4/2011

«Το απόγευμα της 20ής Απριλίου Κυριακής του Πάσχα -μιας φοβερής ημέρας, που την εφώτιζαν αντί κεριών της Αναστάσεως και του φωτός της Λαμπρής, οι φωτιές των φονικών βομβών των στούκας»- οι σωματάρχες του ηπειρωτικού μετώπου παρέδιδαν τα όπλα στους ναζί εισβολείς. Εκείνο το Πάσχα, όπως το περιγράφει ο Π. Κανελλόπουλος από το μέτωπο, πριν από εβδομήντα ακριβώς χρόνια, ήταν σαν επιτάφιος θρήνος. Σε πλήθος κειμένων -από ιστορικά μέχρι λογοτεχνικά- χαρακτηρίζεται «μαύρο», «χωρίς Ανάσταση». Τα πάθη θα διαρκέσουν 1.264 μέρες και ο σταυρωμένος Χριστός ταυτίζεται με το εθνικό σώμα…

Στην Αθήνα, μετά την αυτοκτονία του πρωθυπουργού Κορυζή, δεν υπάρχει μόνο κενό εξουσίας. Στην πολιτικοστρατιωτική ηγεσία επικρατεί κλίμα που εκτείνεται από τη σύγχυση ως τον πανικό. Όλοι, σε πλήρη αποσύνθεση, περιμένουν το μοιραίο. Ο Γεώργιος Β΄, ταυτισμένος με την τεταρταυγουστιανή δικτατορία, αρνείται πεισματικά να προχωρήσει στο σχηματισμό εθνικής κυβέρνησης. Παρά τις πιέσεις ακόμη και των Άγγλων. Αναζητεί πρωθυπουργό και υπουργούς από το σκουπιδοτενεκέ του μεταξικού καθεστώτος.

Τελικά, αποφασίζει λαμπριάτικα να γίνει ο ίδιος πρωθυπουργός. Αλλά αμέσως αλλάζει γνώμη και καλεί την επομένη το βενιζελικό τραπεζίτη Εμμ. Τσουδερό να ορκιστεί πρωθυπουργός. Όταν την ίδια μέρα γίνεται γνωστή στην Αθήνα η συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου στο Μέτσοβο, παρά τις διαταγές περί του αντιθέτου, όλα πια έχουν κριθεί στο μέτωπο.

  • Πληροφορίες…

Για την τιμή των όπλων ο αρχιστράτηγος Παπάγος διατάσσει το διοικητή των ηπειρωτικών στρατιωτικών σωμάτων στρατηγό Πιτσίκα: «Πληροφορούμαι ότι ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου (στην πραγματικότητα ο διοικητής του Γ΄ Σώματος δεν είναι μόνος, αλλά συμπράττουν οι γερμανόφιλοι διοικητές των δύο άλλων Σωμάτων, Μπάκος και Δεμέστιχας, με πολιτικό «μέντορα» το μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα) ανέλαβε την πρωτοβουλίαν συνθηκολογήσεως. Δέον να κατανοηθή παρά πάντων ότι ύψιστα συμφέροντα Πατρίδος απαγορεύουν τούτο… Αντικαταστήστε αμέσως Τσολάκογλου…»

Ο τελευταίος, όμως, είχε ήδη αντικαταστήσει τον Πιτσίκα, ενώ ο πατριωτισμός της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας εξαντλούνταν στην απαγκίστρωση των Άγγλων από το πολεμικό μέτωπο.

Άλλωστε ο Τσολάκογλου και οι άλλοι δεν διέπρατταν, με την πρώτη συνθηκολόγηση, κάτι πιο επονείδιστο από αυτό στο οποίο συμφωνούσαν οι ηττοπαθείς αξιωματικοί, αλλά δεν μπορούσαν να το υλοποιήσουν υπακούοντας στο βασιλιά. Ο ίδιος ο αρχιστράτηγος, μόλις δύο μέρες νωρίτερα, ρωτούσε τους απεσταλμένους των σωματαρχών της Ηπείρου, που ζητούσαν επίμονα ανακωχή:

-Γιατί δεν κάνουν μόνοι των την συνθηκολόγησιν οι εκεί στρατηγοί;

Παρ’ όλα αυτά ο λαός βρισκόταν στο σκοτάδι. Με φήμες ή υπαινικτικά από τον αυστηρά λογοκριμένο Τύπο ενημερωνόταν για τη ζωή και την ελευθερία του, που διακυβεύονταν. Το πασχαλινό ψευτοπατριωτικό διάγγελμα του βασιλιά-πρωθυπουργού τον καλεί «όπως σύσσωμος και δι’ όλων του των ψυχικών και υλικών δυνάμεων είτε μάχεται εις τα μέτωπα είτε αγωνίζεται εις τα μετόπισθεν, συνεχίση τον αναληφθέντα υπέρ της τιμής και της ανεξαρτησίας ιερόν αγώνα.» Καλούσε σε «άμυνα μέχρις εσχάτων», ενώ μετά βίας συγκρατούσαν τον ίδιο στην πρωτεύουσα. Οργανωμένος είχε πάψει πια να υπάρχει…

  • Εξελίξεις

Οι εξελίξεις τη μεταπασχαλινή βδομάδα ήταν καταιγιστικές. Ολοκληρώνεται η φυγή του βασιλιά, της αυλής και της κυβέρνησης για την Κρήτη, ενώ ο Τσολάκογλου υπογράφει στα Γιάννενα και τη Θεσσαλονίκη τα άλλα δύο πρωτόκολλα παράδοσης. Αναπτύσσεται η τεράστια επιχείρηση εκκένωσης της χώρας από τους Αγγλους.

Η εβδομάδα θα τελειώσει με την παράδοση της Αθήνας, όπου «αι τοπικαί, πολιτικαί και στραιωτικαί αρχαί δηλούν προς τον διοικητήν των γερμανικών στρατευμάτων ότι αι πόλεις των Αθηνών και του Πειραιώς και ανοχύρωται είναι και ουδεμίαν προτίθενται να αντιτάξουν στρατιωτική αντίστασιν εις την κατοχήν». Ο πραγματικός Γολγοθάς τώρα αρχίζει…

  • Ο κατάμαυρος Απρίλιος του ’41

6-9 Απριλίου: Τα ξημερώματα αρχίζει η γερμανική εισβολή. Τα ναζιστικά στρατεύματα προσβάλλουν τις ελληνικές θέσεις στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Τα οχυρά στην ανατολική Μακεδονία («γραμμή Μεταξά») αντέχουν τρεις μέρες.

9 Απριλίου: Παρά την ηρωική αντίσταση, οι ναζιστικές δυνάμεις βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη. Εκεί υπογράφεται η πρώτη συνθηκολόγηση ελληνικής στρατιάς και 60.000 άνδρες παραδίδουν τα όπλα.

10-15 Απριλίου: Η άμυνα σε νέες θέσεις κατά μήκος του Αλιάκμονα. Σφοδρές συγκρούσεις στις διαβάσεις της δυτικής Μακεδονίας για ν΄ αναχαιτιστεί η φασιστική προέλαση.

15 Απριλίου: Ελληνικές δυνάμεις προσπαθούν να σταματήσουν τους Γερμανούς στην Καστοριά, ώστε να μείνουν ανοιχτοί οι δρόμοι υποχώρησης του στρατού της Αλβανίας. Όμως καταλαμβάνεται η πόλη και το Αργος Ορεστικού.

16-17 Απριλίου: Σύμπτυξη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στις Θερμοπύλες (υποχωρεί ύστερα από πέντε μέρες). Οι διοικητές των σωμάτων στρατού στο μέτωπο ζητούν άμεσα τη σύναψη ανακωχής. Οι Βρετανοί και ο βασιλιάς Γεώργιος πιέζουν για παράταση της αντίστασης ως αρχές Μαΐου, μέχρι να διασφαλιστεί η βρετανική απαγκίστρωσή από την Ελλάδα.

18 Απριλίου:Η υποχώρηση από το μέτωπο της Αλβανίας, που έχει αρχίσει μια βδομάδα νωρίτερα, παίρνει διαστάσεις διάλυσης. Ο πρωθυπουργός Κορυζής αυτοκτονεί.

19 Απριλίου:Οι στρατηγοί του μετώπου «αυτονομούνται» από την Αθήνα, όπου ο βασιλιάς προσπαθεί να σχηματίσει κυβέρνηση.

20-23 Απριλίου: Ο αντιστράτηγος Τσολάκογλου παραδίδει τα όπλα. Ο αρχιστράτηγος Παπάγος αποστασιοποιείται παραιτούμενος, ο Τσουδερός ορκίζεται πρωθυπουργός και η κυβέρνηση με το βασιλιά εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα. Αρχίζει η εκκένωση της Ελλάδας από τα βρετανικά στρατεύματα.

27 Απριλίου: Τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα.

29 Απριλίου: Ο Τσολάκογλου σχηματίζει την πρώτη κυβέρνηση των κουίσλιγκ.

  • Αρχίζει η τραγωδία

Την Κυριακή 27 του Απρίλη -μια βδομάδα μετά το Πάσχα- τα πρώτα τεθωρακισμένα των ναζί φθάνουν στο κέντρο της Αθήνας.

Πρώτη ενέργεια είναι η ύψωση του αγκυλωτού σταυρού στην Ακρόπολη.

Η επίσημη παράδοση θα γίνει δυόμισι ώρες αργότερα στους Αμπελοκήπους. Στο καφενείο «Παρθενών» (στη συμβολή Β. Σοφίας, Φειδιππίδου και Μεσογείων) τα υπολείμματα του μεταξικού καθεστώτος, που εξακολουθούν να κυβερνούν, θα υποδεχθούν τους Γερμανούς.

Οι εξουσίες ανατέθηκαν στο δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, ο οποίος με περίσσια δουλοπρέπεια ευχαρίστησε τους κατακτητές «διότι εσεβάσθησαν απολύτως την πόλιν των Αθηνών, η οποία έδωσε το φως του πολιτισμού στην ανθρωπότητα…»

Πρώτη πράξη του ήταν να ορίσει την αξία του κατοχικού μάρκου -εκδιδόταν στις κατειλημμένες χώρες χωρίς κάποιο αντίκρισμα- στις 50 δραχμές. Μαζί με ραδιοφωνικό διάγγελμα-διαταγή προς τους πολίτες για «απόλυτο πειθαρχία εις τας διαταγάς των Αρχών». Την επομένη θα φθάσει στην Αθήνα «θριαμβευτής» ο στρατιωτικός διοικητής των γερμανικών δυνάμεων ΝΑ Ευρώπης στρατάρχης Λιστ. Ο σχηματισμός κατοχικής κυβέρνησης θ’ ανατεθεί στους στρατηγούς που είχαν συνθηκολογήσει στις 20-23 Απριλίου. Οι τελευταίοι θα σπεύσουν για «εθνικούς» λόγους να συμμορφωθούν. Πολύ γρήγορα η εσχάτη προδοσία θα συμπληρωθεί με την επισιτιστική τραγωδία και τους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς…

Advertisements
 

Η καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς και οι σημαντικότερες επέτειοι

  • Η ιστορία του εργατικού κινήματος
Οι εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς τιμούν τη μνήμη των εργατών που συγκρούστηκαν με την αστυνομία το Μάιο του 1886 στο Σικάγο
Οι εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς τιμούν τη μνήμη των εργατών που συγκρούστηκαν με την αστυνομία το Μάιο του 1886 στο Σικάγο  

Η 1η Μαΐου καθιερώθηκε ως η Παγκόσμια Ημέρα των Eργατών κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης (Σοσιαλιστικής) Διεθνούς στις 20 Ιουλίου 1889 στο Παρίσι, εις μνήμην των θυμάτων του μακελειού του Σικάγου την 1η Μαΐου του 1886, όταν η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά εργατών που διεκδικούσαν οκτάωρη εργασία και καλύτερες συνθήκες δουλειάς.

Την 1η Μαΐου 1886, με βασικό αίτημα το οκτάωρο και οδηγό τις επιτυχημένες διεκδικήσεις Καναδών συναδέλφων τους, τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων, αφού την περίοδο εκείνη στις ΗΠΑ οι εργαζόμενοι αναγκάζονταν να δουλεύουν αμέτρητες ώρες, ακόμα και Κυριακές, χωρίς κανένα ρυθμιστικό πλαίσιο.

Στην απεργία συμμετείχαν περίπου 350.000 εργάτες από 1.200 εργοστάσια, ενώ στην πορεία-διαδήλωση του Σικάγου πήραν μέρος περισσότεροι από 90.000 εργαζόμενοι.

Τρεις μέρες αργότερα, στις 4 Μαΐου, άρχισαν βίαιες συμπλοκές στην πλατεία Χεϊμάρκετ της πόλης, αφού, παρά τον ειρηνικό χαρακτήρα της πορείας, η αστυνομία πήρε εντολή να τη διαλύσει με τη βία, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης προς συμπαράσταση των απεργών, στην οποία συμμετείχαν ενεργά μέλη του αναρχικού κινήματος. Στις συμπλοκές που ακολούθησαν, άγνωστος από το πλήθος πέταξε προς τις αστυνομικές δυνάμεις μία χειροβομβίδα, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες άλλους.

Σε απάντηση, οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν κατά των συγκεντρωμένων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερις διαδηλωτές και να τραυματιστούν πολλοί περισσότεροι. Στη συμπλοκή έχασαν τη ζωή τους και άλλοι έξι αστυνομικοί από πυρά αδιευκρίνιστης προέλευσης. Την προηγούμενη ημέρα, άλλοι τέσσερις διαδηλωτές είχαν σκοτωθεί από τις αστυνομικές δυνάμεις έξω από το εργοστάσιο ΜακΚόρμικ.

Μετά το μακελειό, οκτώ συνδικαλιστές, από τους οποίους οι έξι ήταν Γερμανοί μετανάστες, καταδικάστηκαν σε απαγχονισμό για τη βομβιστική επίθεση που προκάλεσε το θάνατο του αστυνομικού, παρ’ όλο που ο εισαγγελέας δεν είχε κανένα ουσιαστικό επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον τους. Ως μοναδικό επιχείρημα για την απόφασή του χρησιμοποίησε τους λόγους που εκφώνησαν, που κατά την άποψή του ενθάρρυναν τον άγνωστο να πετάξει τη χειροβομβίδα εναντίον των αστυνομικών. Από την πλευρά της υπεράσπισης των συνδικαλιστών υποστηρίχθηκε ότι η ρίψη της βόμβας στους αστυνομικούς ήταν πράξη προβοκάτσιας από το διαβόητο πρακτορείο ντετέκτιβ «Πίνκερτον», απεργοσπαστικό μηχανισμό που χρησιμοποιούσαν οι εργοδότες.

Η πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 είχε ως αποτέλεσμα να κερδίσουν το 8ωρο 185.000 εργάτες και να μειώσουν το χρόνο εργασία τους από δώδεκα σε δέκα ή και εννέα ώρες, τουλάχιστον άλλοι 200.000 εργάτες. Επίσης, σε πολλές περιοχές αναγνωρίστηκε η ημιαργία του Σαββάτου, ενώ αρκετές βιομηχανίες σταμάτησαν την κυριακάτικη εργασία.

Ύστερα από αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα, η Πρωτομαγιά υιοθετήθηκε ως η παγκόσμια μέρα της εργατικής τάξης και οι εκδηλώσεις της έλαβαν έκτοτε ετήσιο χαρακτήρα λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης σε όλο τον κόσμο.

Επίσημη γιορτή πολύ μεγάλης σημασίας, αφού είναι αφιερωμένη στους εργατικούς αγώνες και το σοσιαλιστικό κίνημα, είναι η Πρωτομαγιά στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και στην Κούβα, ενώ υπήρξε κορυφαίο γεγονός στην πρώην ΕΣΣΔ που συνοδευόταν από μεγάλη στρατιωτική παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας, παρουσία του γενικού γραμματέα του ΚΚΣΕ, της κυβέρνησης και σύσσωμου του Ανωτάτου Σοβιέτ.

  • Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Η πρώτη ελληνική κινητοποίηση για την Εργατική Πρωτομαγιά πραγματοποιήθηκε το 1893 από τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταύρου Καλλέργη, που ιδρύθηκε στις 20 Ιουλίου 1890 και εξέδιδε την εφημερίδα «Σοσιαλιστής». Περίπου 2.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο (την Κυριακή στις 2 Μαΐου, αφού η Πρωτομαγιά ήταν Σάββατο και εργάσιμη ημέρα) και διαδήλωσαν υπέρ της οκτάωρης εργασίας, της καθιέρωσης της Κυριακής ως αργίας και της κρατικής ασφάλισης για τα θύματα εργατικών ατυχημάτων.

Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσαν στον Πρόεδρο της Βουλής για να το εκφωνήσει, αλλά αυτός κωλυσιεργούσε προκαλώντας την έντονη και μεγαλόφωνη αντίδραση του Καλλέργη, που είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψή του για διατάραξη της συνεδρίασης. Ο Καλλέργης ξυλοκοπήθηκε και μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε για δύο μέρες και στη συνέχεια καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών.

Η Πρωτομαγιά γιορτάστηκε και το 1894 στο Παναθηναϊκό Στάδιο ύστερα από ενωτικό προσκλητήριο των διαφόρων σοσιαλιστικών ομάδων με ομιλητή τον Πλάτωνα Δρακούλη, που αναφέρθηκε στα ιστορικά γεγονότα του Σικάγου. Παρέμβαση με πολεμικό ύφος κατά της πλουτοκρατίας έκανε τότε και ο Σταύρος Καλλέργης.

Από τότε χρειάστηκε να περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια, ως το 1911 που γιορτάστηκε και πάλι η Εργατική Πρωτομαγιά. Στο διάστημα αυτό ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας και σε πολλούς κλάδους, ενώ πολλά σωματεία και δευτεροβάθμιες οργανώσεις δημιουργήθηκαν.

Το 1911, η Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης ανέλαβε τη διοργάνωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς στη συμπρωτεύουσα. Οι αστυνομικές δυνάμεις επενέβησαν και συνέλαβαν τους πρωτεργάτες, ανάμεσα σε αυτούς τον Α.Μπεναρόγια, που εξορίστηκε στη Σερβία.

Την ίδια χρονιά στην Αθήνα αποφασίζεται να γιορταστεί εκ νέου η Πρωτομαγιά με πρωτοβουλία του Ν. Γιαννιού στο Μετς, με κεντρικό σύνθημα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο».

Η Πρωτομαγιά γιορτάζεται ξανά το 1919, ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ, σε δώδεκα πόλεις. Τη χρονιά εκείνη έγινε και η πρώτη διάσπαση της ΓΣΕΕ, αφού από τα 11 μέλη τα 5 ήταν με το νεοϊδρυθέν ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος) και τα υπόλοιπα με το κόμμα του Βενιζέλου και διαφωνούσαν ως προς το περιεχόμενο του εορτασμού της. Στο μεταξύ, ψηφίστηκε ο Ν.281/1914 «περί Σωματείων» με τον οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τα σωματεία αρχίζουν να αποκτούν καθαρά εργατικό χαρακτήρα.

Η 1η Μαΐου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Α.Ν. 380/68, αποτελεί υποχρεωτική αργία, όταν κηρύσσεται ως τέτοια με απόφαση του υπουργού Απασχόλησης, διαφορετικά εντάσσεται στις προαιρετικές αργίες. Για το εργατικό κίνημα και τους εκπροσώπους του είναι απεργία.

Ξεχωριστή σημασία στην ιστορία του τόπου έχουν επίσης τα γεγονότα που συνέβησαν την Πρωτομαγιά του 1936, του 1944 και του 1976:

  • Θεσσαλονίκη 1936

Σαράντα χιλιάδες περίπου καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας συμμετείχαν σε απεργία την Πρωτομαγιά ζητώντας την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης. Σε απεργία αλληλεγγύης είχαν κατέβει και οι αυτοκινητιστές, οι οποίοι είχαν στήσει στην Εγνατία οδοφράγματα για να προστατευτούν.

Στις 9 Μαΐου οι χωροφύλακες άρχισαν επιθέσεις στις συγκεντρώσεις των απεργών χτυπώντας «στο ψαχνό». Πρώτος έπεσε νεκρός ο Τάσος Τούσης και ακολούθησαν άλλοι τέσσερις. Αντί για σημαίες υψώνονταν μαντίλια βουτηγμένα στο αίμα. Οι διαδηλωτές φώναζαν «Κάτω οι δολοφόνοι, να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά». Λίγο πιο πέρα οι χωροφύλακες πυροβολούν άοπλο πλήθος. Απολογισμός: 20 νεκροί, 300 τραυματίες. Το απόγευμα γίνεται νέα διαδήλωση, τη νύχτα η κυβέρνηση Μεταξά στέλνει στρατιωτικές δυνάμεις από τη Λάρισα και τέσσερα αντιτορπιλικά.

Την επόμενη ημέρα η κηδεία των θυμάτων είναι πραγματικός παλλαϊκός ξεσηκωμός, αφού στο νεκροταφείο συγκεντρώθηκαν 150.000 άνθρωποι. Στις 11 Μαΐου κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 Μαΐου πανελλαδική απεργία.

Οι καπνέμποροι υποχωρούν στις περισσότερες οικονομικές διεκδικήσεις, ενώ η κυβέρνηση Μεταξά αρνείται να ικανοποιήσει τα πολιτικά αιτήματα.

Ο Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος είχε γεννηθεί την Πρωτομαγιά του 1909, συγκλονισμένος απ’ τα γεγονότα, και ιδιαίτερα από το μοιρολόι της μάνας του πρώτου νεκρού πάνω από το πτώμα του γιου της, έγραψε τον «Επιτάφιο».

  • Καισαριανή 1944

Την Πρωτομαγιά του 1944 οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν 200 Έλληνες στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής σε αντίποινα για το θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού και των τριών συνοδών του στους Μολάους.

Δέκα φορτηγά χρειάστηκαν να μεταφέρουν τους 200 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, έξω από το οποίο μαζεύτηκε πλήθος κόσμου ψάχνοντας να βρει αν είναι κάποιος δικός του στα καμιόνια του θανάτου.

Έγιναν δέκα φορές εκτελέσεις ανά εικοσάδες βάφοντας κόκκινο τον τοίχο από το ζεστό αίμα που οι υπάλληλοι του δήμου προσπαθούσαν να μαζέψουν.

Οι μελλοθάνατοι έβαζαν τους νεκρούς στα φορτηγά, ενώ αρκετοί που δεν πέθαναν αμέσως, ξεψύχησαν στο δρόμο. Ηρωικές και οι τελευταίες τους λέξεις που ζητωκραύγαζαν για τη λευτεριά και το ΕΑΜ.

Κάθε χρόνο, στο Σκοπευτήριο, τον ιερό εκείνο τόπο της θυσίας των αγωνιστών της πατρίδας, γίνεται προσκλητήριο νεκρών, φόρος τιμής σ’ εκείνους που δέχτηκαν περήφανα το θάνατο.

«…Μόνο θυμηθείτε το, αν η ελευθερία δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.» (Γιάννης Ρίτσος – Σκοπευτήριο Καισαριανής…).

  • Πρωτομαγιά 1976

Ένα άλλο γεγονός που συνδέεται με την Πρωτομαγιά και έχει ιστορικές και πολιτικές προεκτάσεις είναι ο χαμός του Αλέκου Παναγούλη, ενός από τους κορυφαίους αγωνιστές ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου 1967.

Την Πρωτομαγιά του 1976 ο Αλέκος Παναγούλης, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με την ηρωική πράξη της απόπειρας δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, βρήκε τον θάνατο σε ένα περίεργο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, τα αίτια του οποίου παραμένουν μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστα.

  • Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
 

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Η ιστοριογραφία μας υστερεί ακόμη στην ορθή αποτίμηση των γεγονότων

και την ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας
66 χρόνια πριν

  • Του Σταθη Ν. Καλυβα*Η Καθημερινή, Kυριακή, 17 Aπριλίου 2011

Τα Δεκεμβριανά, όπως πέρασε στην ιστορία η στρατιωτική σύρραξη του ΚΚΕ με τους συνασπισμένους αντιπάλους του, ξεκίνησαν στις 3 Δεκεμβρίου 1944 και έληξαν με συντριπτική ήττα των κομμουνιστών στη μάχη της Αθήνας. Η λήξη των εχθροπραξιών επισφραγίστηκε με την ανακωχή της 10ης Ιανουαρίου 1945, ενώ, ένα μήνα αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου υπεγράφη η Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία καθόριζε τους όρους μετάβασης στο μεταπολεμικό πολιτικό καθεστώς

Τη Συμφωνία της Βάρκιζας αποτελούσαν εννέα άρθρα. Το πρώτο προέβλεπε τη δημιουργία μιας δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις ατομικές ελευθερίες, το δεύτερο την άρση του στρατιωτικού νόμου, το τρίτο την αμνήστευση των πολιτικών αδικημάτων που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944 (αλλά με την εξαίρεση των κοινών αδικημάτων), το τέταρτο την πλήρη απελευθέρωση των συλληφθέντων από τον ΕΛΑΣ, τον πέμπτο τη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Στρατού, το έκτο την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τον πλήρη αφοπλισμό του, το έβδομο την εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών, το όγδοο την αντίστοιχη εκκαθάριση σωμάτων ασφαλείας και, τέλος, το ένατο, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, και εκλογών με συμμετοχή διεθνών παρατηρητών. Η ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας θα οδηγούσε σε μια δημοκρατική και ειρηνική Ελλάδα. Οπως γνωρίζουμε όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά: ένας νέος εμφύλιος και μια καχεκτική δημοκρατία.

Το ερώτημα αν ο εμφύλιος πόλεμος του 1946-49 ήταν αναπόφευκτος ή αν η Βάρκιζα υπήρξε πράγματι μια χαμένη ευκαιρία για ένα διαφορετικό και καλύτερο μέλλον, έχει απασχολήσει επανειλημμένως τους ιστορικούς. Πρόκειται για δύσκολο ερώτημα, αφού απαιτεί τη σύγκριση του τι έγινε με αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει. Δεν είναι όμως άτοπο να επιχειρήσει κανείς να απαντήσει, αρκεί να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: η ορθή αποτίμηση των γεγονότων και η ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας. Η ιστοριογραφία μας, όμως, υστερεί και στα δύο.

Συσχετισμός δυνάμεων μετά τα Δεκεμβριανά

Η Συμφωνία της Βάρκιζας αντικατόπτριζε τον συσχετισμό δυνάμεων μετά τη μάχη της Αθήνας. Το ΚΚΕ ηττήθηκε: βρέθηκε εκτός κυβέρνησης, ενώ υποχρεώθηκε να αποστρατεύσει τον κομματικό του στρατό, τον ΕΛΑΣ, και να διαλύσει το κράτος που είχε δημιουργήσει στην κατοχή μέσω του ΕΑΜ. Με άλλα λόγια, απώλεσε τη δυνατότητα διεκδίκησης της εξουσίας, μια δυνατότητα που βασιζόταν αποκλειστικά στη στρατιωτική του ισχύ. Ομως, μολονότι συντριπτική, η ήττα του δεν ήταν ολοκληρωτική, καθώς το ΚΚΕ διέθετε ακόμη σημαντικά ερείσματα και οι Βρετανοί δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο εκτός Αθηνών. Ετσι διατήρησε τη δυνατότητα συμμετοχής στη νέα πολιτική πραγματικότητα που ξεκινούσε. Μπορούσε, μ’ άλλα λόγια, να παίξει το πολιτικό παιχνίδι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Εναν, περίπου, χρόνο αργότερα, όμως, επέλεξε την οδό μιας νέας ένοπλης σύγκρουσης. Γιατί απέτυχε η Βάρκιζα;

Η σχετική ιστοριογραφία διαιρείται σε δύο σχολές, με βάση τις πολιτικές συμπάθειες των φορέων της. Η αντικομμουνιστική μεταπολεμική σχολή θεωρούσε πως η Βάρκιζα δεν ήταν για το ΚΚΕ παρά μια ευκαιρία ανασύνταξης, ώσπου να ωριμάσουν οι συνθήκες για την επόμενη επιχείρηση κατάληψης της εξουσίας, τον «τρίτο γύρο», όπως και έγινε. Αλλωστε, το ΚΚΕ αθέτησε την υποχρέωσή του να αφοπλιστεί, αποκρύπτοντας τον καλύτερο οπλισμό του, ενώ οργάνωσε ένα ολόκληρο στρατόπεδο εκπαίδευσης των στρατιωτικών του στελεχών στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας. Αντίθετα, η σχολή αυτή υποβάθμιζε το θέμα των διώξεων που εξαπολύθηκαν εναντίον των οπαδών (πραγματικών ή φανταστικών) του ΚΚΕ και τις αποδίδει αποκλειστικά σε μη ελεγχόμενες αντεκδικήσεις. Στην αντίθετη ακριβώς όχθη, συναντά κανείς τη φιλοκομμουνιστική μεταπολιτευτική σχολή, που υποστηρίζει πως το ΚΚΕ είχε αγκαλιάσει τον κοινοβουλευτισμό, αλλά ότι την επιλογή του αυτή υπονόμευσαν οι αντίπαλοί του, σπρώχνοντάς το στον δρόμο της ένοπλης δράσης. Πρόκειται για μια αντίληψη που θεωρεί το ΚΚΕ ως μοναδική περίπτωση πολιτικού κόμματος (και δη επαναστατικού…) που αποστρεφόταν την εξουσία και κατέφευγε (επανειλημμένως μάλιστα) στα όπλα με το ζόρι, μόνο όταν το έσπρωχναν οι αντίπαλοί του. Στην ίδια ακριβώς λογική εντάσσεται και ο χαρακτηρισμός της παραβίασης της Συμφωνίας της Βάρκιζας ως «μονόπλευρης»: ότι δηλαδή παραβιάστηκε μόνο από την κυβερνητική πλευρά μέσω των διώξεων και της «λευκής τρομοκρατίας».

Παραβιάστηκε και από τις δύο πλευρές

Η αέναη ανακύκλωση ερμηνειών αυτού του τύπου είναι εντελώς άγονη. Για να ξεφύγουμε από τη στειρότητα και να προχωρήσουμε στον δρόμο της κατανόησης, θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε το προφανές: πως τη Συμφωνία της Βάρκιζας παραβίασαν και οι δύο πλευρές. Το κράτος ανέχτηκε, και ενίοτε οργάνωσε, τις διώξεις εναντίον των οπαδών του ΚΚΕ, ενώ το ΚΚΕ επέλεξε να διατηρήσει ανοιχτή την επιλογή της ένοπλης ρήξης, παραδίδοντας μόνο τη «σαβούρα» και τα «άχρηστα» όπλα του, τη στιγμή που απέκρυπτε οπλισμό για 30.000 στρατό. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην επαναδιατύπωση του αρχικού ερωτήματος: θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η διπλή αυτή παραβίαση, έτσι ώστε η χώρα να είχε αποφύγει τη δοκιμασία μιας νέας εμφύλιας σύρραξης; Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να δώσει η μελέτη της εμπειρίας ανάλογων περιπτώσεων στον υπόλοιπο κόσμο.

Η πολιτική επιστήμη έχει ασχοληθεί με ερωτήματα αυτού του είδους μέσω της συγκριτικής ανάλυσης πολλών εμφυλίων. Μια τέτοια ανάλυση βασίζεται σε μελέτη 41 εμφύλιων πολέμων της περιόδου 1944-1989. Εκκινώντας από τη διαπίστωση πως, ενώ το 55% των διακρατικών πολέμων της περιόδου αυτής έληξε με κάποιου είδους συμφωνία ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, μόνο το 20% των αντίστοιχων εμφυλίων είχε την ίδια κατάληξη, επιχειρεί να εξηγήσει τη συστηματική αποτυχία των διαπραγματεύσεων στους εμφύλιους πολέμους. Μήπως αυτό οφείλεται στο βαθύτερο μίσος που υποτίθεται πως χωρίζει τους αντιπάλους στους εμφυλίους;

Η απάντηση είναι αρνητική. Αντίθετα, το συμπέρασμα είναι πως ο κύριος λόγος που οδηγεί στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων και την κατάρρευση των συμφωνιών στους εμφυλίους είναι η αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων για την τήρηση των συμφωνηθέντων. Ο λόγος είναι πως, ενώ στους διακρατικούς πόλεμους οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό την αμυντική τους ικανότητα και μετά τη σύναψη της συμφωνίας (αφού πρόκειται για κράτη που διαθέτουν στρατό), δεν συμβαίνει το ίδιο με τις αντίπαλες πλευρές σε έναν εμφύλιο. Προϋπόθεση για τη λήξη ενός εμφυλίου είναι ο αφοπλισμός της μιας πλευράς (αφού δεν νοείται ύπαρξη κράτους δίχως νόμιμο μονοπώλιο βίας, δηλαδή με δύο αντίπαλους στρατούς στο εσωτερικό του). Είναι όμως αδύνατο να εγγυηθεί πειστικά η κυβερνητική πλευρά πως δεν θα παραβιάσει τα δικαιώματα της αντίπαλης παράταξης, μετά τον αφοπλισμό της: ο πειρασμός να κατασπαράξεις τον αντίπαλό σου αφού αυτός έχει καταθέσει τα όπλα, είναι πολύ μεγάλος. Ακόμα και αν δεν έχεις τέτοιες προθέσεις, δύσκολα θα πείσεις τον αντίπαλο σου γι’ αυτό. Γνωρίζοντάς το αυτό, η αφοπλιζόμενη πλευρά, είτε θα αποφύγει τις διαπραγματεύσεις είτε, αν αναγκαστεί να υπογράψει, θα επιχειρήσει να διαφυλάξει μέρος του οπλισμού της. Αντίστοιχα, η κυβερνητική πλευρά θα θεωρήσει τον μη αφοπλισμό ως απόδειξη προετοιμασίας ενός νέου γύρου και θα επιτείνει τις διώξεις. Είναι προφανές, λοιπόν, γιατί αποτυγχάνουν οι συμφωνίες αυτές, και μάλιστα εντελώς ανεξάρτητα από το αν οι δύο πλευρές έχουν καθαρές προθέσεις. Τρία συμπεράσματα αξίζει να υπογραμμιστούν. Πρώτον, η διεθνής εμπειρία δείχνει πως η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν είχε ποτέ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Δεύτερον, η αποτυχία της δεν οφείλεται απαραίτητα στις ύπουλες προθέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν τέτοιες!), αλλά σε ένα εγγενές πρόβλημα όλων των εμφυλίων: την αδυναμία εξασφάλισης αξιόπιστων εγγυήσεων. Είναι απαραίτητη, τέλος, η απόδραση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του επαρχιωτισμού που διακρίνει την ιστοριογραφία του ελληνικού εμφυλίου και των αγκυλώσεων που ταλανίζουν τη μελέτη του.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

 
Leave a comment

Posted by on April 17, 2011 in Βάρκιζα

 

Περί ιστορικών μύθων

  • Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος
  • ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Και ξαφνικά ανακαλύψαμε το ΄21. Χρειάστηκε να σιριαλοποιήσει την Ελληνική Επανάσταση ένα τηλεοπτικό κανάλι, για να εκτεθεί εν δήμω ό,τι ώς τώρα ήταν εξαντλημένο από την ιστορική επιστήμη.

Τίποτε καινούργιο δεν ειπώθηκε, καμιά νέα εκτίμηση δεν ανέτρεψε ήδη γνωστές, τεκμηριωμένες και εδραιωμένες. Κεχηνότες οι συμπολίτες μας ανακάλυψαν αίφνης πως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν ήταν στα Καλάβρυτα τη μέρα που τον απεικονίζει πασίγνωστη ρομαντική ζωγραφική εικόνα. Ενεοί πληροφορούνται πως ο Γύζης ζωγράφισε ένα «κρυφό σχολειό» που δεν υπήρξε ποτέ. Πράγματα χιλιοειπωμένα. Και να ιερεμιάδες για τους κατασκευασμένους μύθους της ιστορίας. Αλλά ας υποθέσουμε πως δεν είχαν πλαστεί αυτοί οι μύθοι. Ας υποθέσουμε πως ποτέ δεν καλλιεργούνταν το πεποιημένο γεγονός ότι ο δεσπότης της Πάτρας ύψωσε και ευλόγησε τη σημαία, ας υποθέσουμε πως ποτέ δεν γράφτηκε ότι στην τουρκοκρατία δεν λειτούργησε ούτε ένα κρυφό σχολειό, τι θα άλλαζε στην ερμηνεία, την αξιολόγηση και την ιδεολογία της Επανάστασης; Αλλαξε τίποτε από την ερμηνεία και την αξιολόγηση της Γαλλικής Επανάστασης, ο μύθος ότι ένας τυχαίος λοχαγός σε μια ταβέρνα ανέβηκε πάνω σ΄ ένα τραπέζι και άρχισε να τραγουδάει το αυτοσχέδιο εμβατήριό του που έγινε ο εθνικός ύμνος της Γαλλίας η «Μασσαλιώτιδα»;

Αλλά για να δούμε τα πράγματα κατάματα. Χρειαζόταν ο μύθος του Παλαιών Πατρών Γερμανού για να δικαιώσει η ιστορία κάποιους ιερωμένους που έδρασαν με τρόπο πιο ενεργό και ηρωικό; Ο Διάκος στην Αλαμάνα, διάκος δεν ήταν; Ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι παπάς δεν ήταν και ο μπουρλοτιέρης στο Κούγκι του Σουλίου παπάς δεν ήταν; Χρειαζόταν να πλαστεί ο μύθος της ευλογίας της σημαίας από έναν μητροπολίτη για να δηλωθεί η συμμετοχή του κλήρου στην Επανάσταση;

Αλλά ας πάμε και στον άλλο μύθο, του ταπεινού παπά που διδάσκει γράμματα από το οκτωήχι σε κρυφό σχολειό. Τον χρειαζόταν η Εκκλησία για να στηρίξει την άποψη πως μέσα από την ανοχή των μουσουλμάνων στην ιδρυματική θρησκεία των ορθοδόξων δημιούργησε εγγράμματους και συχνά λόγιους υπηκόους; Τι τον ήθελε τον ανώνυμο παπά του κρυφού σχολειού, αφού ΦΑΝΕΡΑ και ελεύθερα η Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Πόλη, η Πατμιάδα στην Πάτμο, στο Πήλιο, στα Γιάννενα, στη Σμύρνη λειτουργούσαν εκκλησιαστικά σχολεία όπου έμαθαν γραφή, ανάγνωση και ιστορία από ιερωμένους. Δηλαδή πού έμαθαν γράμματα ο Ρήγας, ο Κοραής, ο Πατροκοσμάς, ο Μάρκος Μπότσαρης, που έφτιαξε στα 20 χρόνια του και το πρώτο αλβανοελληνικό λεξικό;

Αρα οι δύο πολυσυζητημένοι ρομαντικοί συμβολικοί μύθοι, κι αν έλειπαν δεν θα άλλαζαν κατά κεραίαν τα ερμηνευτικά μας εργαλεία και την ιστορική δικαιοσύνη.

Αντίθετα ο προοδευτικός ιστορικός μύθος ότι ο Κωλέττης διατύπωσε και επέβαλε την ιδεολογική φούσκα για τη Μεγάλη Ιδέα απεδείχθη φούσκα. Οπως ο Βασίλης Κρεμμυδάς, μαρξιστής αλλά ιστορικός με βαθιά προσήλωση στην αλήθεια, απέδειξε σε ένα έξοχο πρόσφατο βιβλίο του πως ο Κωλέττης ούτε σχεδίασε, ούτε καν σκέφτηκε το δόγμα της Μεγάλης Ιδέας, αντίθετα μίλησε για μια Ελλάδα γέφυρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού προς την Ανατολή. Το ιδεολόγημα της Μεγάλης ιδέας έχει πάτρωνα τον Οθωνα που φιλοδοξούσε ματαιόδοξα να βασιλεύσει με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Κι όμως ο μύθος περί Μεγάλης Ιδέας που ξεκινούσε από τον Κωλέττη κι όχι από τον παραμυθιασμένο γιο του ψωνισμένου με το αρχαίο κάλλος βασιλιά της Βαυαρίας, τροφοδότησε και μάλιστα με πληθώρα διδακτορικών την ελληνική ιστοριογραφία.

Αλήθεια, πότε θα ξηλώσουμε και τον άλλο μύθο ότι το 1909 έγινε επανάσταση στο Γουδή; Ενα θεατρικότατο πραξικόπημα έγινε που κράτησε δύο μέρες, άρχισε και τέλειωσε μέσα στους στρατώνες, με απεσταλμένους που ανεβοκατέβαιναν στα ανάκτορα. Ηταν ένα κίνημα που δεν είχε καμία, μα καμία σύνδεση ή επαφή με κάποια λαϊκή ομάδα γι΄ αυτό και ξεθύμανε χωρίς καμία λαϊκή συμμετοχή. Αντίθετα, όταν ο λαός μετά τη μετάκληση του Βενιζέλου ζητούσε Συντακτική Βουλή, δηλαδή εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας, αγνοήθηκε και προχώρησε στην Αναθεωρητική Βουλή, όπου το βαρύτερο για το μέλλον της παιδείας μας άρθρο ήταν η καθιέρωση ως επίσημης συνταγματικά γλώσσας της καθαρεύουσας. Δηλαδή θεσμοθέτησε για 70 χρόνια τις απόψεις της συντήρησης, όπως αυτή εκφράστηκε στα «Ευαγγελικά» και στα «Ορεστειακά» όπου πολεμήθηκε η μετάφραση της Καινής Διαθήκης και η μετάφραση της αρχαίας τραγωδίας! Η υπερτίμηση όμως του μύθου της επανάστασης στο Γουδή, χρησιμοποιήθηκε για να θεμελιωθούν ιστορικές θεωρίες για τάχα μου αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας.

Τώρα τώρα άρχισαν να ξηλώνονται και άλλοι μύθοι, της Αριστεράς αυτοί, μετά την κατάρρευση του μύθου του Ζαχαριάδη. Η Ελλη Παπά αποπειράται να ξηλώσει τον μύθο του Κώστα Καραγιώργη και η Μαρία Καραγιώργη αντιδρώντας ξηλώνει τον μύθο του Νίκου Μπελογιάννη. Και αυτοί οι μύθοι, όπως και του Βελουχιώτη, όπου σε συνέδρια του κόμματος γίνεται σοβαρός λόγος για τα κωλουμπαριλίκια του Κλάρα, ήταν ζωτικοί για την ιστορία όχι μόνο του ΚΚΕ αλλά και την πολιτική ιστορία του τόπου, δεν ήταν μύθοι, άφηναν αναλλοίωτη την ερμηνεία των γεγονότων.

 

Ο Μεγαλέξανδρος των Ελλήνων… και των Αφγανών

  • ΙΣΤΟΡΙΑ
    Ο βρετανός μελετητής Ρίτσαρντ Στόουνμαν εξετάζει τον θρύλο του μακεδόνα βασιλιά
    του ΓΙΑΝΝΗ Ν.ΜΠΑΣΚΟΖΟΥ, ΤΟ ΒΗΜΑ:  20/03/2011

Ο Ρίτσαρντ Στόουνμαν εξετάζει τον θρύλο του Μέγα Αλέξανδρου και τις διάφορες μορφές που πήρε σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, από τον θάνατό του έως σήμερα

Πριν από μερικά χρόνια, μέσα σε ένα ταξί που με πήγαινε από την πόλη στο αεροδρόμιο του Λονδίνου, ρώτησα τον ταξιτζή από ποια χώρα προερχόταν. Μου δήλωσε Αφγανός και όταν με τη σειρά του έμαθε ότι ήμουν Ελληνας σχολίασε χαρούμενος πως είμαστε συγγενείς… λόγω Μεγάλου Αλεξάνδρου. Γέλασα, αλλά με το βιβλίο αυτό του Ρίτσαρντ Στόουνμαν συνειδητοποιώ πως ο μύθος είναι πολύ πλατύτερος από ό,τι πιστεύουμε, μια και ο συγγραφέας μελετά τους μύθους που ακολούθησαν τον θάνατο του μακεδόνα βασιλιά σε όλη τη Γη και πιστοποιεί ότι ζει μέσα από ιστορίες, παραλλαγές ιστοριών και παραμύθια σε πάρα πολλές χώρες.

Βεβαίως ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος είχε καταστεί θρύλος προτού πεθάνει. Τα στρατηγικά του κατορθώματα έκαναν τους συγχρόνους του να τον ζηλεύουν αλλά και να τον θαυμάζουν. Ο ίδιος εξάλλου φρόντισε να εξυψώσει τον θρύλο του μιμούμενος απροκάλυπτα τους αρχαίους ήρωες του μακεδονικού βασιλείου, τον Ηρακλή και τον Διόνυσο, ενώ κάποια στιγμή τόνισε τη θεϊκή καταγωγή του ύστερα από την επίσκεψή του στον ναό του Αμμωνα, στην όαση Σίβα, όπου λέγεται ότι του αποκαλύφθηκε πως ήταν γιος του θεού που ταυτιζόταν με τον Δία. Μετά τον θάνατό του, το 323 π.Χ., ο μύθος του εκτοξεύθηκε σε όλα τα πλάτη και μήκη της Γης. Γι΄ αυτό φρόντισαν κατ΄ αρχάς οι πρώτοι βιογράφοι του, όπως ο Καλλισθένης και ο Κλείταρχος, που διόγκωσαν τα κατορθώματά του, ενώ άλλοι, όπως ο Χάρης ο Μυτιληναίος, έδωσαν στα βιογραφικά του στοιχεία ένα εξωτικό άρωμα, κυρίως με τις ιστορίες του στρατηλάτη στην περσική αυλή.

  • Λαϊκό ανάγνωσμα

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε όμως ένα λαϊκό μυθιστόρημα αγνώστου συγγραφέα που γράφτηκε λίγο μετά τον θάνατό του και φέρει τον τίτλο «Μυθιστόρημα του Αλέξανδρου». Αυτό το έργο γράφτηκε και ξαναγράφτηκε και πέρασε από την ελληνική γλώσσα στις αραβικές και περσικές παραδόσεις και στη μεσαιωνική Ελλάδα, για να φθάσει στις ρομαντικές μυθιστορίες της Δυτικής Ευρώπης. Οπως τονίζει ο Στόουνμαν, με αυτές τις μεταγραφές χάνεται ο ιστορικός Αλέξανδρος κάτω από την αχλύ ενός άλλου, «πρωτεϊκού Αλέξανδρου που εκφράζει τους φόβους και τις επιθυμίες του ανθρώπινου γένους». Ο συγγραφέας τονίζει πως ο Μέγας Αλέξανδρος, είτε κατέβαινε στον Κάτω Κόσμο είτε επινοούσε τον πρώτο στον κόσμο καταδυτικό κανόνα είτε έδινε μάχες με φτερωτούς δαίμονες είτε συναντιόταν με τις Αμαζόνες, ενέπνεε τους λαούς ως ήρωας, ακόμη και ως θεός Ο Στόουνμαν εστιάζει στη θέληση του μακεδόνα ηγέτη να γίνει ένας παγκόσμιος σοφός, να παίξει έναν κεντρικό ρόλο στην ιστορία των λαών. Εξετάζοντας τους θρύλους του σε διάφορες γλώσσες, όπως η αραβική, η αρμενική, η βουλγαρική, η κοπτική, η τσεχική, η αγγλική, η αιθιοπική, η γαλλική, η γερμανική, η ελληνική/ μεσαιωνική κλπ, στον Καραγκιόζη, στο «Μπαουντολίνο» του Ουμπέρτο Εκο, ακόμη και στη διαμάχη με τα Σκόπια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, προκύπτει ένας Αλέξανδρος ικανός να αφουγκραστεί τους κραδασμούς του κό σμου γύρω του, από το Ισλάμ της Τζιχάντ ως τον χριστιανισμό των Σταυροφοριών.

Ιδιαίτερα στα δύο τελευταία κεφάλαια ο συγγραφέας εξετάζει την επίδραση του θρύλου του Αλέξανδρου στη μεσαιωνική Δύση: στην προφορική παράδοση της Γαλλίας και αργότερα της Γερμανίας, αλλά και σε ποιήματα που διαδίδονται από στόμα σε στόμα. Κατά τον 12ο αιώνα η επιρροή του μύθου δυναμώνει- εμφανίζεται πλέον και σε μυθιστορήματα-, για να περάσει στον 14ο και τον 15ο αιώνα, στον Τσόσερ, τον Σαίξπηρ κ.ά.
Στον πυρήνα όλων των παραλλαγών των μύθων του Αλέξανδρου, παρατηρεί ο συγγραφέας, βρίσκεται το ανέφικτο της ανθρώπινης επιθυμίας. Μπορεί ο χριστιανισμός ή ο μουσουλμανισμός να ενσωμάτωσαν τον Μέγα Αλέξανδρο στην ιστορία τους, αλλά ο στρατηλάτης ποτέ δεν έγινε θεός, ποτέ δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την αθανασία, παρά μόνο μέσω του μύθου. Ενσαρκώνει τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του οικουμενικού ανθρώπου, αλλά στο τέλος πρέπει να πεθάνει. Αυτό, καταλήγει ο συγγραφέας, είναι και το μυστικό της γοητείας του θρύλου του Μεγάλου Αλέξανδρου.
Ο καθηγητής Ρίτσαρντ Στόουνμαν είναι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της αρχαίας Ελλάδας και συγγραφέας πολλών βιβλίων στον τομέα της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας.Χρημάτισε σύμβουλος της γνωστής σειράς «Εveryman΄s Library on Classics» και είναι επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Εξιτερ.

Για να γράψει αυτό το βιβλίο, ο Στόουνμαν χρησιμοποίησε τις γλώσσες που γνωρίζει, όπως αγγλικά,ελληνικά, νέα και αρχαία, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, μεσαιωνικά αγγλικά και γερμανικά, αρχαία γαλλικά κ.ά. Το βιβλίο του Στόουνμαν για τον Μέγα Αλέξανδρο ανακηρύχθηκε από το περιοδικό «Choice» ένα από τα σπουδαιότερα ιστορικά έργα για το 2008. Επίσης το βιβλίο αυτό εισήλθε στη βραχεία λίστα για το βραβείο Runciman 2009, βραβείο που επιλέγει κάθε χρόνο η Αnglo-Ηellenic League με τη χορηγία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας προς τιμήν του ιστορικού σερ Στίβεν Ράνσιμαν. Το βιβλίο αυτό για τον Μέγα Αλέξανδρο εκδόθηκε από το Πανεπιστήμιο του Γέιλ.

 
Leave a comment

Posted by on April 1, 2011 in Μεγαλέξανδρος