RSS

Το “όχι” του Μεταξά

28 Oct

Η ΑΥΓΗ: 28/10/2009

Από το βιβλίο “Η Ελλάδα του ’40” της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας

Βραχυπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι παράγοντες μιας απόφασης

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ

Στις 10 Απριλίου 1938 ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα απηύθυνε στον πρωθυπουργό της Ελλάδας μία προσωπική επιστολή στα γαλλικά, της οποίας η ελληνική μετάφραση, όπως τη συνέταξαν οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Κυβέρνησης, έχει ως εξής:

Αγαπητέ μου κ. Πρόεδρε της Κυβερνήσεως,

Ανέγνωσα μετ’ ενδιαφέροντος εις τας εφημερίδας ότι η Εξοχότης Σας επεσκέφθη τας εγκαταστάσεις του αερολιμένος Φαλήρου, και διερωτήθην εάν, επί τη ευκαιρία ταύτη, οδήγησαν υμάς εις επιθεώρησιν των αποχωρητηρίων του αερολιμένος; Υποθέτω ότι όχι, διότι υπό την έποψιν ταύτην, τα υπάρχοντα διά τους αφικνουμένους εις Φάληρον ταξιδιώτας ιδρύματα είναι εις αρχέγονον κατάστασιν, είναι μάλιστα αίσχος διά τον πολιτισμόν.

Δεν γνωρίζω εάν η Δ/νσις της Πολιτικής Αέροπορίας είναι υπεύθυνος διά την αταξίαν και την βρωμερότητα αυτών, λαμβάνω όμως το θάρρος να εφελκύσω την προσοχήν υμών επί της λεπτομέρειας ταύτης, εκ της όποιας πολλοί διακεκριμένοι ταξιδιώται δύνανται ν’ αποκομίσουν μίαν πρώτην, κακήν περί της Ελλάδος εντύπωσιν. Αι πρώται εντυπώσεις έχουν σημασίαν δι’ ο και ελπίζω ότι θα συγχωρήσετε την αδιάκριτον τόλμην μου εάν φέρω ενώπιον της Υμετέρας Εξοχότητος το ήκιστα νόστιμον τούτο ζήτημα. Ως φίλος της Χώρας σας ετόλμησα τούτο.

Πιστός και αφοσιωμένος φίλος σας,

Σ. Ούατερλοου

Κανένα, ίσως, κείμενο της περιόδου δεν αντικατοπτρίζει καλύτερα από αυτή την επιστολή την ισχύ του Άγγλου πρεσβευτή στην Αθήνα και την εξάρτηση του πρωθυπουργού της 4ης Αυγούστου από τη Μεγάλη Βρετανία. Νομιμοποιούμεθα, όμως, στηριζόμενοι στη γνώση αυτής της πραγματικής εξάρτησης, να ισχυρισθούμε ότι «στις 28 Οκτωβρίου, ο Μεταξάς δεν είχε άλλη επιλογή από το να πει το “Όχι”…»; Ναι, γιατί σε τελευταία ανάλυση, ναι, θα μπορούσε να διευκρινίσει κανένας, ο Μεταξάς δεν είχε άλλη επιλογή. Πολύ φοβούμαι ότι, σε αυτή την περίπτωση, η πολύ βολική για τον ιστορικό αίρεση της τελευταίας ανάλυσης καλύπτει αδυναμίες ερμηνευτικών σχημάτων και ανεπαρκή τεκμηρίωση, που, αν υπήρχαν, θα εξηγούσαν ακριβώς τους λόγους για τους οποίους η τελευταία ανάλυση είναι αυτή και όχι κάποια άλλη.

Η ακύρωση της ελεύθερης βούλησης του Ι. Μεταξά οφείλεται στην προσπάθεια των ιστοριογράφων να ξεπεράσουν την αντίφαση ανάμεσα στη θεωρούμενη ως αναμφισβήτητη γερμανοφιλία του και την αντίστασή του στους αντιπάλους της Μ. Βρετανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανάμεσα στον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και στη συμπαράταξή του με τις Δυτικές Δημοκρατίες εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας. Στην πραγματικότητα, η αντίφαση αυτή δεν υπάρχει, γιατί από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι κληρονόμοι των «βασιλικών» του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ευθυγραμμισθεί με την εξωτερική πολιτική των Δυτικών Δυνάμεων στα Βαλκάνια, την οποία αυτή τη φορά θεωρούσαν αντίθετη με τα ελληνικά συμφέροντα οι «βενιζελικοί», οι παλιοί σύμμαχοι της Αντάντ στην Ελλάδα. Από την πλευρά της, η θεωρία της αυτόματης ευθυγράμμισης των απανταχού δικτατοριών με τις μητροπόλεις του φασισμού και του ναζισμού παραβλέπει τα βασικά αίτια της επιβολής των δικτατοριών στις καπιταλιστικές χώρες του Μεσοπολέμου και την ανοχή που επέδειξαν οι Δυτικές Δημοκρατίες απέναντι στις δικτατορίες και τα φασιστικά καθεστώτα, όταν δεν τα υποστήριξαν ανοικτά, όπως, μεταξύ άλλων, συνέβη και με την περίπτωση της δικτατορίας στην Ελλάδα. Για τη Μ. Βρετανία η δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε ευμενώς μια συνταγματική εκτροπή στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, γιατί είχαν προηγηθεί άλλες περιστάσεις, με χαρακτηριστικότερη την πρόσκαιρη υποστήριξή της στη δικτατορία του Πάγκαλου. Την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά δεν παρέλειψε να τη χαιρετήσει και η μεγάλη υπερατλαντική δημοκρατία των ΗΠΑ διά του στόματος του πρεσβευτή της στην Αθήνα Λ. Μακβή. Απευθυνόμενοι στην κοινή γνώμη των χωρών τους και προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τις συνταγματικές εκτροπές στην Ελλάδα, οι ιθύνοντες της δημοκρατικής Δύσης χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα τα ίδια επιχειρήματα με τους Έλληνες δικτάτορες: την κυβερνητική αστάθεια και την ύπαρξη κομουνιστικού κινδύνου.

Η διαμάχη για το “Όχι”

Η διπλή άγνοια, από τη μια μεριά, των μεταβολών στην ελληνική πολιτική ζωή του Μεσοπολέμου σε σχέση με την εποχή του εθνικού διχασμού και, από την άλλη μεριά, των αιτιών της δικτατορίας και της πραγματικής φύσης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου οδήγησε, επί δεκαετίες, στα πλαίσια αυτού που επικράτησε να ονομάζεται ιδεολογική χρήση της ιστορίας, σε μια περιοδικά αναφυόμενη, σε κάθε επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, διαμάχη από τις στήλες του Τύπου για το «ποιος είπε το όχι;» Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο αριστερός Τύπος και, σχεδόν αμέσως μετά, οι κεντρώες, παλιές δημοκρατικές εφημερίδες, αμφισβήτησαν το «όχι του Μεταξά». Η εκδοχή των «γεγονότων» που υποστήριζαν μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: «Ήταν ο ελληνικός λαός [που έδωσε] την απάντησή του στο ιταλικό τηλεσίγραφο. Κι αυτός που είπε το “ΟΧΙ”, αυτός τον ενίκησε. Την νίκην της 28ης Οκτωβρίου την εκέρδισεν ο ελληνικός Λαός – μόνον αυτός! Και την επέβαλε στην ηττοπαθή Κυβέρνησίν του, στην άτολμη στρατιωτικήν ηγεσία του».

Πρόθεσή μου δεν είναι να εξετάσω τη διαδικασία διαμόρφωσης αυτής της άποψης, η οποία, μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1974, επικράτησε καθολικά. Απλώς, θα προσπαθήσω να διευρύνω τον χρονικό ορίζοντα των γεγονότων του Οκτωβρίου του 1940 εντοπίζοντας ορισμένα από τα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα δεδομένα καθώς και τις παραστάσεις που συνέβαλαν στη συγκρότηση του πλαισίου αναφοράς, με βάση το οποίο πήραν τις αποφάσεις τους οι Έλληνες ιθύνοντες εκείνης της εποχής.

Από την “ουδετερότητα” στον πόλεμο

Προκειμένου για τα βραχυπρόθεσμα δεδομένα, που θα τα εξετάσω πρώτα, υπενθυμίζω ότι η Ελλάδα δεν μπήκε αυτόματα στον πόλεμο με την κήρυξή του τον Σεπτέμβριο του 1939, αλλά γνώρισε 14 μήνες ανήσυχης ουδετερότητας. Είναι πιθανόν σωστό, αυτό που έχει ήδη επισημανθεί, ότι στη φάση εκείνη της παγκόσμιας σύρραξης η παραμονή της Ελλάδας έξω από τον πόλεμο συνέφερε και τις δύο εμπόλεμες παρατάξεις, πράγμα που μειώνει τη σημασία της ουδετερότητας ως εκδήλωσης αυτόνομης ελληνικής πολιτικής. Αλλά και μετά την 28η Οκτωβρίου, όταν λειτούργησαν οι παράγοντες της «τελευταίας ανάλυσης», ο Μεταξάς αντιτάχθηκε σε πολλές από τις εισηγήσεις των Άγγλων επιτελών και αρνήθηκε να υιοθετήσει τις επιλογές τους. Είναι αλήθεια ότι, ιδίως μετά την 28η Οκτωβρίου και την αγγλική βοήθεια προς τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις εναντίον της Ιταλίας, είχε δημιουργηθεί μία πραγματική κατάσταση, η οποία δεν άφηνε στην ελληνική κυβέρνηση τα περιθώρια να αποφασίσει αν και με ποιον θα συμπαραταχθεί, αλλά μόνο, ενδεχομένως, τη δυνατότητα επιλογής των τεχνικών λεπτομερειών της συστράτευσης με τη Μ. Βρετανία. Στα πλαίσια και αυτής της κατάστασης, όμως, υπήρχαν στοιχεία που ενίσχυαν την άποψη των κυβερνώντων στην Ελλάδα ότι οι επιλογές τους δεν ήταν απλώς οι μόνες δυνατές, αλλά και οι μόνες ορθές. Συγκεκριμένα, η ουδετερότητα δεν υπήρξε για την ελληνική κυβέρνηση αποκλειστικά μια περίοδος αγωνιώδους αναμονής, αλλά και μια φάση συλλογής πληροφοριών για την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, την οικονομική και πολιτική κατάσταση των ευρωπαϊκών χωρών, με βάση τις οποίες μπορούσε να κάνει και έκανε, πραγματικά, τις δικές της εκτιμήσεις για την έκβαση του πολέμου. Μέσα στις συνθήκες που προέκυψαν από τη διακοπή των επικοινωνιών, οι πληροφορίες που συνέλεγαν οι ουδέτεροι ήταν πολύτιμες για τους εμπολέμους. Στην Αθήνα, ο Βρετανός πρεσβευτής φαίνεται ότι εκτιμούσε ιδιαίτερα τα στοιχεία από τις εκθέσεις Ελλήνων διπλωματών στη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη που του διαβίβαζε το ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών.

Φαντάζομαι ότι ο κύριος όγκος αυτών των πληροφοριών θα βρίσκεται στα αρχεία του Υπουργείου των Εξωτερικών και της Ιστορικής Υπηρεσίας του Στρατού. Ένα τμήμα τους, όμως, έχει διασωθεί στο Αρχείο Μεταξά, που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πρόκειται για προσωπικές επιστολές προς τον Μεταξά, μεταξύ άλλων του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο Χαράλαμπου Σιμόπουλου, του πρεσβευτή στη Μαδρίτη Περικλή Ι. Αργυρόπουλου και των διευθυντών των γραφείων Τύπου στο Λονδίνο και το Παρίσι Δημητρίου Λάμπρου και Σπύρου Φωκά-Κοσμετάτου. Οι δύο τελευταίοι φαίνεται ότι αποτελούσαν ένα παράλληλο δίκτυο πληροφόρησης, με το οποίο ο Μεταξάς συμπλήρωνε και έλεγχε τις πληροφορίες που έφθαναν από τη συνηθισμένη διπλωματική οδό. Ιδού εν περιλήψει η εικόνα της Ευρώπης που παρείχαν στον Μεταξά οι επιστολογράφοι του: Οι γερμανικοί βομβαρδισμοί της Αγγλίας δεν μπόρεσαν να κάμψουν το ηθικό του αγγλικού λαού και έχουν προκαλέσει μικρές ζημιές στην πολεμική βιομηχανία, της οποίας η απόδοση αυξάνει. Ο αγγλικός στρατός αναδιοργανώνεται και προσαρμόζεται στην ευέλικτη τακτική του νέου πολέμου. Η αγγλική νίκη το 1942 δεν είναι απίθανος ισχυρισμός. Από τη Γαλλία έρχεται η εκτίμηση ότι το καθεστώς του Βισύ δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει για πολύ την υποταγή των Γάλλων και διατυπώνεται η πρόβλεψη πολιτικής κρίσης, ο όρος Αντίσταση δεν χρησιμοποιείται ακόμα. Τέλος, από την Ισπανία περιγράφεται η διαμάχη αγγλόφιλων και γερμανόφιλων στους κόλπους της κυβέρνησης του Φράνκο και πολύ πριν από τη συνάντηση Φράνκο-Χίτλερ στην Hendaye προεξοφλείται ότι η Ισπανία θα παραμείνει ουδέτερη για λόγους, που ορισμένοι από αυτούς ισχύουν και για την Ελλάδα, όπως η εξάρτηση της από υπερπόντιες πηγές τροφίμων, που σε περίπτωση συμμαχίας με τη Γερμανία θα μπορούσαν να απομονωθούν από τον αγγλικό στόλο, με αποτέλεσμα τον λιμό σε μία χώρα ήδη αφαιμαγμένη από τον εμφύλιο πόλεμο. Τις παραμονές της 28ης Οκτωβρίου ο Μεταξάς διέθετε λοιπόν μια σειρά από πρόσφατες πληροφορίες που τον έκαναν να πιστεύει ότι η πλάστιγγα του πολέμου θα έκλινε τελικά υπέρ της Αγγλίας.

Σχετικά με τον τόνο αυτών των επιστολών, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ψυχρές εκθέσεις της διεθνούς συγκυρίας, όπως την αντιλαμβάνονταν οι συντάκτες τους. Πιθανόν από το Βερολίνο ή από άλλες ελληνικές διπλωματικές αποστολές να έφθαναν στον Μεταξά διαφορετικά μηνύματα, αλλά οι επιστολογράφοι του στο Παρίσι, το Βισύ, το Λονδίνο και τη Μαδρίτη τοποθετούνταν υπέρ της Αγγλίας, και τα μηνύματά τους ήταν εμφανώς προορισμένα για κάποιον που ήταν ήδη διατεθειμένος να πεισθεί για την αγγλική νίκη. Πουθενά δεν φαίνεται ότι στόχος των επιστολών είναι να πεισθεί κάποιος «γερμανόφιλος». Είναι σαφές από τον τόνο της αλληλογραφίας ότι οι διαλεγόμενοι είναι σύμφωνοι μεταξύ τους ως προς την προτίμηση στη Μ. Βρετανία σε βάρος της Γερμανίας. Ο Μεταξάς τον Οκτώβριο του 1940 είναι, λοιπόν, ένας σταθερός υποστηρικτής της Αγγλίας και όχι μια προσωπικότητα διχασμένη ανάμεσα στα φιλογερμανικά της αισθήματα και την αναγκαστική της σύμπλευση με την Αγγλία. Η τοποθέτησή του αυτή δεν ήταν πρόσφατη. Ο Μεταξάς δεν αναγκάσθηκε να κάνει στροφή στους εξωτερικούς του προσανατολισμούς μετά την 4η Αυγούστου, αλλά η 4η Αυγούστου έγινε δυνατή, μεταξύ άλλων λόγων, και γιατί από χρόνια ο Μεταξάς είχε ευθυγραμμίσει τις απόψεις του για την εξωτερική πολιτική με τις επιλογές των κυρίαρχων αγγλικών κύκλων. (…)

 
Leave a comment

Posted by on October 28, 2011 in 28 Οκτωβρίου 1940

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: