RSS

Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για γυναικεία βήματα

24 Mar

24 Μαρτίου 2012

της Αγγέλικας Ψαρρά, Η ΑΥΓΗ: 25/03/2012

Πρωτόφαντοι καιροί, καιροί κρίσης, και η επιλεκτική προσφυγή στην ιστορία ενδύεται όλο και συχνότερα ρόλους πολιτικού επιχειρήματος: τόσο η κατοχή όσο και το 1821 ανασύρονται και πάλι ως φωτεινά παραδείγματα, ικανά να μαρτυρήσουν για τις κρυφές αρετές –καλύτερα την εν υπνώσει ουσία– του διωκόμενου, παρεξηγημένου ή/και παραστρατημένου ελληνικού έθνους/λαού. Στο κλίμα αυτό, αναπαράγονται και ανασημασιοδοτούνται αφηγήσεις σχετικές με ιστορικά συμβάντα ή πρόσωπα που απέκτησαν στο πέρασμα του χρόνου τη δύναμη εθνικού συμβόλου. Ανάμεσά τους και ο πασίγνωστος χορός του Ζαλόγγου, με τον οποίο, μέρα που ’ναι, σκέφτηκα να καταπιαστώ σήμερα.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «4 Αυγούστου» του Κώστα Πλεύρη, Φεβρουάριος 1971.

Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι σε όσα ακολουθούν δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το ίδιο το ιστορικό γεγονός ούτε με την παγίωση της σχετικής αφήγησης κατά τον 19ο αιώνα, ζητήματα για τα οποία μπορούμε να βασιστούμε στέρεα στις μελέτες του Αλέξη Πολίτη και της Βάσως Ψιμούλη.[1] Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι απόπειρες ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: την αλλαγή ως «λελογισμένη» διευθέτηση των έμφυλων ανισοτήτων από το λεγόμενο «πρώτο κύμα» της γυναικείας αμφισβήτησης και την αλλαγή ως ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων από το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία 1940-1950. Ούτως ή άλλως, δίχως τις παρελθούσες χρήσεις του, δύσκολα γίνονται κατανοητές και οι σημερινές επιβιώσεις του Ζαλόγγου.

***

Ως κορυφαία στιγμή του εθνικού αφηγήματος, ο χορός του Ζαλόγγου έμελλε να υιοθετηθεί αμετάλλακτος από τη γυναικεία κίνηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τα εγκώμια για τις γυναίκες του Σουλίου αποτελούσαν ήδη έναν διαδεδομένο –ιστοριογραφικό, ποιητικό, θεατρικό κ.ο.κ.– κοινό τόπο, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει ανεκμετάλλευτος: γυναίκες-εξαίρεση σαν τις Σουλιώτισσες ήταν απαραίτητες για τη συγκρότηση μιας γυναικείας εθνικής γενεαλογίας. Πόσο μάλλον που η Σουλιώτισσα ως συνεκδοχικό άθροισμα ποικίλων παραδειγμάτων γυναικείου ηρωισμού διευκόλυνε τη συγκρότηση μιας «θηλυκής» οπτικής για τις διαδικασίες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821. Έτσι, δεν είναι περίεργο που το Σούλι και οι ηρωίδες του κατέχουν ξεχωριστή θέση στο ιδρυτικό κείμενο της ιστορίας των γυναικών στην Ελλάδα, την Ιστορία της Γυναικός της Καλλιρρόης Παρρέν (1896).[2]

Αποτολμώντας να τοποθετήσει στο κέντρο του τις γυναίκες, το αφήγημα της Παρρέν κατέφευγε στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας προκειμένου να προσδώσει στη γυναικεία κίνηση το χρονικό βάθος που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει την οργανική ένταξή της στο σώμα του έθνους. Βασισμένη στην ιστοριογραφία και την εθιμογραφία της εποχής, καθώς και στις τότε διαθέσιμες συλλογές δημοτικών τραγουδιών, η παρρενική ανάγνωση της σουλιώτικης ιστορίας φρόντιζε να εξισορροπήσει το εγκώμιο της γυναικείας πολεμικής αρετής με συνεχείς διαβεβαιώσεις για τις θηλυκές αρετές των ηρωίδων της. Ιστορημένος ο χορός του Ζαλόγγου δίπλα σε παραδείγματα ένοπλης γυναικείας «ανδρείας», συνοδευμένα από αναφορές στις Αμαζόνες ή τις Σπαρτιάτισσες, αναλάμβανε να αποκαταστήσει την έμφυλη τάξη των πραγμάτων: η έμφαση στη μοναδικότητά του –«ο χορός των εξήκοντα ηρωίδων, εφαμίλλους των οποίων δεν έχει ουδαμού του κόσμου να επιδείξη η Ιστορία της Γυναικός»[3]– έθετε κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερη μοίρα κάποιες «ανδρίζουσες» συμπεριφορές των υπόλοιπων Σουλιωτισσών. Και πάλι, η Παρρέν πατούσε σε σταθερό έδαφος: για το Ζάλογγο ως «θυσία καταπληκτική» που οι νεότερες γενιές δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν είχε ήδη μιλήσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.[4]

Όπως και να έχει, ο χορός του Ζαλόγγου παρουσιάζεται από την Παρρέν ως ανυπέρβλητη εκδήλωση γυναικείας/μητρικής αυτοθυσίας, προανάκρουσμα της επικείμενης αναγέννησης της Ελλάδας. Κι εδώ, βέβαια, η συγγραφέας της Ιστορίας της Γυναικός μετρά τα λόγια της: ο γυναικείος χορός του θανάτου συνιστά παρακολούθημα της μεγαλειώδους ένοπλης αντίστασης των ανδρών, ενώ στο απονενοημένο διάβημα οδηγεί τις γυναίκες όχι απλώς η προσήλωσή τους στην πατρίδα, την τιμή και τη θρησκεία, αλλά και η «προς τους ήρωας συντρόφους τους στοργή».[5]

Είναι βέβαιο πως η θανάτωση των παιδιών από τις ίδιες τους τις μάνες προκαλούσε μια κάποια αμφιθυμία στην Καλλιρρόη Παρρέν. Δεν θα περάσει πολύς καιρός και οι Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου, «αι αγιάσασαι το όνομα της μητρός», θα δεχθούν σκληρή κριτική από θετική ηρωίδα του μυθιστορήματός της «Το νέον συμβόλαιον».[6] «Δεν αγαπώ τας ηρωίδας που πετούν τα παιδιά των από τον κρημνόν», υποστηρίζει εκεί μια αμερικανίδα γιατρός, ιερέας και πασιφίστρια, διευκρινίζοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν έχουν δικαίωμα οι μητέρες να θανατώνουν τα παιδιά τους.[7] Στον απόηχο της ίδρυσης της Ένωσης των Ελληνίδων και της γυναικείας συμμετοχής στον πόλεμο του 1897, η πάντοτε προσεκτική Παρρέν αναθέτει σε μια μυθιστορηματική «ξένη» να υπερασπίσει τη φιλειρηνική φύση των γυναικών ως μητέρων. Έτσι, καθώς η γυναικεία κίνηση διεκδικεί πλέον την έμφυλη αρμοδιότητα των γυναικών στην επούλωση των τραυμάτων του πολέμου, η συμβολική δύναμη του Ζαλόγγου μοιάζει προς στιγμήν να κλονίζεται.

Ο Χορός του Ζαλόγγου, έργο του Γ. Ζογγολόπουλου στο αεροδρόμιο της Αθήνας

Ας μη παραπλανηθούμε από τις –διόλου σπάνιες– αντιφάσεις των κειμένων της Καλλιρρόης Παρρέν. Ο χορός του Ζαλόγγου όχι μόνο δεν έμελλε να αμφισβητηθεί, αλλά, αντιθέτως, μέσα σε λίγα χρόνια θα γνώριζε εντυπωσιακή διάχυση. Υποψιάζομαι πως κάποιους από τους λόγους της ευρύτατης υποδοχής του πρέπει να τους αναζητήσουμε στην πολυσημία των έμφυλων νοημάτων του: πηγή περηφάνιας για τις γυναίκες, η θυσία του Ζαλόγγου δεν μπορεί παρά να λειτουργούσε καθησυχαστικά και για τους άνδρες, καθώς άφηνε άθικτες τις έμφυλες ιεραρχίες.

Στο κλίμα αυτό, δεν είναι παράδοξο που η γυναικεία κίνηση θα επιμείνει να αντιμετωπίζει το Ζάλογγο ως ανυπέρβλητο παράδειγμα γυναικείου ηρωισμού, το σημαντικότερο που έχει να επιδείξει η εγχώρια επαναστατική μυθολογία. Στο μεταξύ, δύο ενδιαφέρουσες εξελίξεις σημαδεύουν τη συνέχεια: η πρώτη αφορά τη σύνδεση του Ζαλόγγου με το υποτιθέμενο δημοτικό τραγούδι «Έχε γεια καημένε κόσμε».[8] Η δεύτερη σχετίζεται με το συνδυασμό του πατριωτικού αυτού τραγουδιού με έναν συρτό χορό, το «χορό του Ζαλόγγου», ο οποίος εμφανίζεται στα Ανθεστήρια, την «αμιγώς ελληνική» πρωτομαγιάτικη γιορτή που οργανώνει το Λύκειο των Ελληνίδων το 1911, λίγους μήνες μετά την ίδρυσή του. Την επόμενη χρονιά, το Ζάλογγο θα αποτελέσει θέμα θεατρικής αναπαράστασης στη γιορτή που διοργανώνει το Λύκειο προς τιμήν του Διεθνούς Συνεδρίου των Ανατολιστών.[9] Προτείνοντας το Ζάλογγο (και) ως χορευτικό γεγονός, το Λύκειο ανέθετε σε μιαν ενσώματη πρακτική τη μετάδοση των έμφυλων μηνυμάτων του στον δημόσιο χώρο. Την επιτυχία του εγχειρήματος μαρτυρούν η θερμή υποδοχή του κοινού, καθώς και η παράλληλη υιοθέτηση αντίστοιχων χορευτικών πρακτικών στα σχολεία.

Την εποχή του μεσοπολέμου, οι συντηρητικές («μετριοπαθείς») γυναικείες οργανώσεις θα συνεχίσουν να ανατρέχουν στο Ζάλογγο προκειμένου να προσδώσουν θηλυκό πρόσημο στην εγχώρια ιστορία. «Τι άλλο είναι ο χορός του Ζαλόγγου, το μεγαλειώδες αυτό και μοναδικόν εις την παγκόσμιον ιστορίαν γεγονός, παρά ζωντανό παράδειγμα περιφρονήσεως προς τον θάνατον χάριν της Ελευθερίας και της Πίστεως; Ποίος δύναται να μη αποκαλυφθή προ της μεγαλειώδους αυτής αποφάσεως και ποίος δύναται να μη υμνήση το μοναδικόν αυτό φαινόμενον εις τον κόσμον;».[10] Δεν έχει σημασία που τα λόγια αυτά υπογράφονται από μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Γυναικών, στο πλαίσιο των «Μνημοσύνων των Ηρωίδων του Εικοσιένα» (1921). Εκφράζουν, πιστεύω, μεγάλο τμήμα της μεσοπολεμικής γυναικείας κίνησης.

Με εξαίρεση ίσως ορισμένες σχετικές ποιητικές απόπειρες (Αγκέλ Ναγιώ [Αγγελική Παναγιωτάτου], Μυρτιώτισσα κ.ά.), δύσκολα θα διακρίνουμε κάποια προσπάθεια αποστασιοποίησης των γυναικείων οργανώσεων από την τρέχουσα  εκδοχή του Ζαλόγγου, τους συμβολισμούς και τις –θεσμικές και μη– τελετουργίες της.[11] Αντιθέτως, όπως προκύπτει και από τους εορτασμούς για την Εκατονταετηρίδα του 1930, οι εκδηλώσεις του Λυκείου και του Εθνικού Συμβουλίου των Ελληνίδων προς τιμήν των ηρωίδων του ’21 έρχονταν να συμπληρώσουν τους επίσημους κρατικούς εορτασμούς, αναλαμβάνοντας τη «θηλυκή» συνιστώσα τους.[12] Τις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου, πάντως, δεν θα τις μνημόνευαν μόνον οι αθηναίες ομόφυλές τους. Και δεν θα «μαινόταν από ενθουσιασμόν» μόνο το αθηναϊκό «πλήθος», παρακολουθώντας στο Στάδιο το χορό του Ζαλόγγου από τη χορευτική ομάδα του Λυκείου.[13] Στο επίσημο πρόγραμμα της Εκατονταετηρίδας είχε περιληφθεί εξαρχής σχολική συγκέντρωση στο βράχο του Ζαλόγγου, επιμνημόσυνη δέηση, εντοίχιση αναμνηστικής πλάκας, κατάθεση στεφάνου και ο «χορός του Ζαλόγγου» από μαθήτριες και γυναίκες «των πέριξ χωρίων».[14] Στο κλίμα αυτό, αξίζει να σημειωθεί η σιωπή της ριζοσπαστικής μερίδας του μεσοπολεμικού γυναικείου κινήματος. Είναι βέβαιο ότι διαφορετικά μηνύματα προσπαθούσαν να αντλήσουν οι γυναίκες του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας από την παρουσία των προμητόρων τους στην επανάσταση του 1821.[15]

***

Είναι, νομίζω, σαφές ότι οι γυναικείες οργανώσεις του μεσοπολέμου δεν πρότειναν μιαν ιδιαίτερη ανάγνωση της ιστορίας του Ζαλόγγου. Το πολύ που διεκδίκησαν ήταν η έμφυλη αρμοδιότητά τους να «αισθανθούν», ως γυναίκες, και «ν’ αποδώσουν αληθινά» τα νοήματά του.[16]Από την πλευρά του, το μεταξικό καθεστώς δεν θα αδιαφορούσε, βέβαια, για τους συμβολισμούς ενός ιστορικού συμβάντος που, δίχως να προδίδει τις έμφυλες ισορροπίες, υποδείκνυε τη δυνατότητα υπέρβασης των θηλυκών αδυναμιών στο όνομα της πατρίδας.[17] Έτσι, όταν ξεσπά ο πόλεμος, το Ζάλογγο συνιστά ένα πανίσχυρο σύμβολο. Διόλου τυχαία, είναι ήδη παρόν στο εμβληματικό τραγούδι των ημερών «Παιδιά, της Ελλάδας παιδιά».[18]

Στη συνέχεια, με δεδομένη τη συστηματική προσφυγή του λόγου της αντίστασης στα παραδείγματα του ’21, το Ζάλογγο καταλαμβάνει βαθμιαία κεντρική θέση στο αντιστασιακό ιδίωμα, λειτουργώντας άλλοτε ως μεταφορά, άλλοτε ως παρομοίωση, κάποτε και ως κυριολεξία. Συνήθως διατηρεί το φύλο του, είτε διεκδικείται σε πρώτο πρόσωπο («ίδιο ηρωισμό δείχνουμε με τις Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο»[19]), είτε καλείται να χαρακτηρίσει όλες ανεξαιρέτως τις Ελληνίδες («Οι Ελληνίδες πατριώτισσες αναδείχνονται εφάμιλλες με τις θρυλικές Σουλιώτισσες»[20]), είτε επιστρατεύεται για να εγκωμιάσει κάποιες υποδειγματικές γυναικείες συμπεριφορές («Από το σημερινό μας αγώνα δεν λείπουν και οι ηρωίδες του Ζαλόγγου»[21]). Κι αν η δύναμη του συμβόλου τού επιτρέπει να περιλάβει κάποτε και τους άνδρες («Εμείς όλοι και όλες ας φωνάξωμε δυνατά: Είμαστε πρόθυμοι το χορό του Ζαλόγγου να τον χορέψωμε και στην πράξη, στ’ αλήθεια, όχι μόνο στη σκηνή»[22]), το Ζάλογγο παραμένει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο γυναικεία υπόθεση. Έτσι, καθώς οι Σουλιώτισσες δίνουν το μέτρο της γυναικείας αντιστασιακής συνείδησης («Σήμερα ξύπνησα Σουλιώτισσα. […] Βαδίζω πλάι σας στο δρόμο που οδηγεί στη Νίκη ή στο Ζάλογγο»[23]), ο ΕΛΑΣ τιμωρεί σκληρά τις γυναίκες που παραστράτησαν, επειδή ακριβώς λησμόνησαν πως κατάγονταν από τις ηρωίδες του Ζαλόγγου.[24]

Το Ζάλογγο, ωστόσο, δεν θα παραμείνει απλό σχήμα λόγου. Και δεν θα συνδεθεί αποκλειστικά με την εαμική αντίσταση. Όπως υποστηρίζουν οι βιογράφοι της, η Λέλα Καραγιάννη τραγούδησε και χόρεψε το «Έχε γεια καημένε κόσμε», όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το εκτελεστικό απόσπασμα τον Σεπτέμβριο του 1944 στο Χαϊδάρι.[25] Μπροστά στο θάνατο, η «Μπουμπουλίνα» της κατοχής μεταμορφωνόταν σε Σουλιώτισσα, κατορθώνοντας να συμφιλιώσει, ενσαρκώνοντάς τα, και τα δύο –αντιθετικά, αλλά και συμπληρωματικά– ηρωικά γυναικεία πρότυπα του ’21. Τα χρόνια του εμφυλίου, το ίδιο τραγούδι συνοδεύει συχνά τις κομμουνίστριες που θα σταθούν με τη σειρά τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ενώ μιαν  αντίστοιχη σπαραχτική τελετουργία υιοθετούν οι μελλοθάνατες των φυλακών Αβέρωφ: τραγουδώντας το «Έχε γεια καημένε κόσμε», χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου γύρω από το φοίνικα της αυλής προτού οδηγηθούν στην απομόνωση της τελευταίας νύχτας.[26] Ιστορική θα μείνει και η στάση της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα που εκτελέστηκε το 1947 με ομάδα συντρόφων της στο νεκροταφείο της Ξηριώτισσας (Λαμία): η κομμουνίστρια δασκάλα έσυρε το χορό του Ζαλόγγου, τραγούδησε το τραγούδι του και, προτού ξεψυχήσει, πρόλαβε να ζητωκραυγάσει υπέρ του ΚΚΕ.[27]

Δίχως αμφιβολία, οι αναφορές στο Ζάλογγο διευκολύνουν την εποχή αυτή τους κομμουνιστές να υπογραμμίσουν τον πατριωτισμό τους, συγκροτώντας μια γενεαλογία ικανή να τους τοποθετήσει στην πλευρά των υπερασπιστών του έθνους. Έτσι, οι Σουλιώτισσες παραγκωνίζουν προσώρας τις κλασικές προμήτορες  –τις γυναίκες της Κομμούνας ή της Οκτωβριανής Επανάστασης– για να δώσουν αυτές τη σφραγίδα τους στην υπέρτατη θυσία. Δεν είναι παράδοξο: οικείος σε όλες τις μελλοθάνατες, ο χορός του Ζαλόγγου τούς επέτρεπε να μιμηθούν μια πασίγνωστη τελετουργία με στόχο να την επινοήσουν –και να την επιτελέσουν– εξαρχής, επιστρέφοντάς της το πραγματικό της νόημα. Ο δικός τους χορός του Ζαλόγγου δεν ήταν μια θεατρική ή χορευτική αναπαράσταση ενός ιστορικού συμβάντος. Ο θάνατος τον μετουσίωνε στο ίδιο το συμβάν.

Καθώς από μεταφορά το Ζάλογγο κατέληγε σε κυριολεξία, τον καιρό του εμφυλίου ήταν επόμενο ορισμένα περιστατικά της πολεμικής σύγκρουσης να προσλαμβάνονται από τους κομμουνιστές ως αναβιώσεις του παλιού θρύλου και να βαφτίζονται με το ίδιο όνομα.[28] Από την πλευρά τους, οι εθνικόφρονες γυναικείες οργανώσεις ανέτρεχαν κι αυτές στο Ζάλογγο προκειμένου να ενημερώσουν «τας γνησίας την φύσιν γυναίκας του πολιτισμένου Κόσμου» για τη μοίρα των Ελληνίδων που έπεφταν στα νύχια των κομμουνιστών. Σε σχετική έκκλησή τους, υποστηρίζουν ότι οι σύγχρονες Ηπειρώτισσες επιλέγουν την αυτοκτονία για να γλιτώσουν από τα σεξουαλικά μαρτύρια που υφίστανται εκατοντάδες άλλες άτυχες συμπατριώτισσές τους. Αυτές «σύρονται καθημερινώς ως λεία από ορδάς αγρίας, από όντα, τα οποία την μορφήν έχουν ανθρώπου, […] διά να ζήσουν την ζωήν του πρωτογόνου θήλεος, το οποίον υπάρχει μόνον διά να πληροί του αγρίου κτήτορος τας φρικώδεις ορέξεις».[29]

Ασφαλώς και δεν ολοκληρώνεται εδώ το χρονικό των πολιτικών χρήσεων του Ζαλόγγου. Καθώς, ωστόσο, τελειώνει ο χώρος που είχα στη διάθεσή μου, περιορίζομαι να σημειώσω ότι, παρά την ποικιλία των σημασιών που του αποδόθηκαν, ο «ιστορικός» πυρήνας του ίδιου του θρυλικού περιστατικού παρέμεινε τα χρόνια αυτά ανέγγιχτος. Έτσι, την ίδια ιστορία αφηγείται η Αθηνά Ταρσούλη στη μεταξική Νεολαία το 1939, στις αριστερές Ελληνίδες και την αντικομμουνιστική Ελληνοπούλα το 1946.[30]

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Ποια νοήματα να διακινούν, άραγε, οι σημερινές αναφορές στο Ζάλογγο; Οι μεταφορικές χρήσεις του στον πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο είναι, προφανώς, αμέτρητες. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια κάποια αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος στον «εθνικοπατριωτικό» χώρο, ενώ εσχάτως εμφανίζονται και νέα «Ζάλογγα» διαφορετικών εθνοτικών, τοπικών και λοιπών παραδόσεων. Θυμίζω ότι οι έμφυλες πτυχές της υπόθεσης υπήρξαν παρούσες στη συζήτηση για το εγχειρίδιο της ΣΤ΄ Δημοτικού, με τις γυναίκες του Ζαλόγγου να διεκδικούνται ως υγιές αντίβαρο στις «ενεργητικές» γυναικείες μορφές του ’21. Πρόσφατη είναι και η γραφική απόπειρα του Γ. Καραμπελιά να κηρύξει το Ζάλογγο εν κινδύνω προκειμένου να κατακεραυνώσει το εγχώριο «εθνοαποδομητικό» ιστορικό ρεύμα.[31] Στο μεταξύ, οι μαθήτριες συνεχίζουν να χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου σε δημοτικά και νηπιαγωγεία. Κρατώντας κάποτε αγκαλιά και την κούκλα τους. Πώς να εγγράφεται, άραγε, μέσα τους η ενσώματη αυτή τελετουργία που τη μέρα της εθνικής γιορτής (και του Ευαγγελισμού, για να μην ξεχνιόμαστε) τις διαχωρίζει από τα αγόρια και, προκειμένου να μη διασαλευτεί η έμφυλη τάξη του κόσμου, τις σπρώχνει να πέσουν στον γκρεμό;

Σημείωση: στην έντυπη έκδοση δημοσιεύτηκε το άρθρο χωρίς τις υποσημειώσεις. Αυτή είναι η πλήρης εκδοχή του


[1] Η μελέτη του Αλέξη Πολίτη δημοσιεύτηκε χωρίς υποσημειώσεις στο περ. Ο Πολίτης, τχ. 139, Δεκέμβριος 2005, σ. 35-43 και πλήρης στο συλλογικό Μύθοι και ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα (23 και 24 Νοεμβρίου 2005), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 2007, σ. 267-298. Βάσω Δ.  Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005.

[2] Τα πρώτα τεύχη της Ιστορίας της Γυναικός από κτίσεως κόσμου μέχρι σήμερον εκδόθηκαν το 1889, ενώ το 1896 άρχισαν να εκδίδονται τα τεύχη που αφορούσαν τις Ελληνίδες την εποχή της οθωμανικής κατάκτησης: Ιστορία της Γυναικός. Σύγχρονοι Ελληνίδες 1530-1896, εκ του τυπογραφείου Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1896. Το έργο παρέμεινε ανολοκλήρωτο.

[3]  «Ιστορία της Γυναικός», Εφημερίς των Κυριών, τχ. 463, 3 Νοεμβρίου 1896, σ. 8.

[4] Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Ε΄, μέρος δεύτερο, Εκδ. Οίκος Ελευθερουδάκη, χ.χ., σ. 218. Για τις κατά καιρούς αναφορές του Παπαρρηγόπουλου στο Ζάλογγο, βλ. Α. Πολίτης, «“Ο Χορός του Ζαλόγγου “…», ό.π., σ. 293 (υποσημ. 29).

[5] Ιστορία της Γυναικός. Σύγχρονοι Ελληνίδες, ό.π., σ. 50-53 («Ο χορός των εξήκοντα»).

[6] Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα της Κ. Παρρέν που ολοκληρώνει την τριλογία με τον κοινό τίτλο «Τα βιβλία της Αυγής». «Το Νέον Συμβόλαιον» δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην Εφημερίδα των Κυριών (23 Δεκεμβρίου 1901 – 28 Σεπτεμβρίου 1903). Είχαν προηγηθεί η «Χειραφετημένη» και «Η Μάγισσα».

[7] «Το Νέον Συμβόλιαον», Εφημερίς των Κυριών, τχ. 704, 20 Απριλίου, σ. 3. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η συνέχεια της συζήτησης: στην παρατήρηση της ελληνίδας ηρωίδας του έργου ότι δεν είναι δυνατόν να κρίνονται οι γυναίκες του Ζαλόγγου από ανθρώπους που δεν γνώρισαν τι σημαίνει δουλεία, η Αμερικανίδα αντιγυρίζει ότι και οι μαύροι στην πατρίδα της δεν υπέφεραν λιγότερα απ’ ό,τι οι χριστιανοί από τους Τούρκους, κι όμως δεν σκότωσαν τα παιδιά τους. Για μια ακόμη αναφορά στο «χορό των Σουλιωτίδων», βλ. στο ίδιο, τχ. 759, 13 Σεπτεμβρίου 1903, σ. 6.

[8] Όπως αναφέρει ο Α. Πολίτης, η πρωιμότερη καταγραφή του τραγουδιού «Έχε γεια καημένε κόσμε» είναι του 1908 («“Ο Χορός του Ζαλόγγου “…», ό.π., σ. 285). Βλ. ακόμη, Ρένα Λουτζάκη, «Ο χορός του Ζαλόγγου», Αρχαιολογία, τχ. 100, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2006, σ. 17-25. Το άρθρο της Λουτζάκη ασχολείται με τρεις εκδοχές του χορού του Ζαλόγγου: τη σχολική, τη θεατρική (το έργο του Σπ. Περεσιάδη) και την κινηματογραφική (την ταινία του Στ. Τατασόπουλου).

[9] Νάντια Μαχά-Μπιζούμη, «Η ιματιοθήκη του Λυκείου των Ελληνίδων (1911-2000). Ιστορική προσέγγιση στον τρόπο συγκρότησης και διαχείρισης μιας ενδυματολογικής συλλογής», στον συλλογικό τόμο Το Λύκειον των Ελληνίδων. 100 χρόνια, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα 2010, σ. 195 και Ευαγγελία Άντζακα-Βέη, «Οι ελληνικοί χοροί στο Λύκειο των Ελληνίδων. Τα πρώτα πενήντα χρόνια», στο ίδιο, σ. 233-244.

[10] Άννα Ηλία Ασπιώτου, «Από τα μνημόσυνα των ηρωίδων του Εικοσιένα», Ελληνίς Α΄, τχ. 4-5, Ιούνιος – Ιούλιος 1921, σ. 112.

[11] Αγκέλ Ναγιώ, «Στις ηρωίδες του 21 σαν ύμνος και μνημόσυνο», στο ίδιο, Ι΄, τχ. 4, Απρίλιος 1930, σ. 79. Για τις «Σουλιώτισσες» της Μυρτιώτισσας, βλ. Αθηνά Ταρσούλη, Ελληνίδες ποιήτριες, Αθήνα 1951, σ. 101-103.

[12] Ενδεικτικά: Έλλη Χαρ. Αποστολίδου, «Ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδος» και Τ., «Ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδος εις το Στάδιον»,Ελληνίς Ι΄, τχ. 4, Απρίλιος 1930, σ. 94-96. Ακόμη: Καίτη Κ. Ζέγγελη, «Η οργανωθείσα από το Ε.Σ.Ε. εορτή της Εκατονταετηρίδος», στο ίδιο, Ι΄, τχ. 5, Μάιος 1930, σ. 110.

[13] «Η αναπαράστασις της Επαναστάσεως του 21», Σκριπ, 7 Απριλίου 1930.

[14] «Η Εκατονταετηρίς. Εορταί εις Ήπειρον. Το Πρόγραμμα», στο ίδιο, 22 Απριλίου 1930.

[15] Βλ., χαρακτηριστικά, «Το Εθνικό Συμβούλιο για την Εκατονταετηρίδα», Ο Αγώνας της Γυναίκας, 15 Μαΐου 1930, σ. 3-4.

[16] Έ. Αποστολίδου, «Ο εορτασμός…», ό.π., σ. 94-95.

[17] Για τις αναφορές του μεταξικού καθεστώτος στις Σπαρτιάτισσες και τις Σουλιώτισσες, βλ. Eleftheria Vasilaki, «Entre tradition et modernité: Idéologie, femmes, féminité sous le régime de Métaxas (Grèce 1936-1941)», διδακτορική διατριβή, Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, Université Panteion des Sciences Sociales et Politiques, Παρίσι 2003, σ. 54-65, 175-177.

[18] Το Ζάλογγο αναφέρεται στο τελευταίο τετράστιχο του πασίγνωστου τραγουδιού που φέρει την υπογραφή του Μ. Τραϊφόρου και του Μ. Σογιούλ: «Λέω σ’ όσες αγαπούνε και για κάποιον ξενυχτούνε και στενάζουνε / πως η πίκρα κι η τρεμούλα σε μια τίμια Ελληνοπούλα δεν ταιριάζουνε / Ελληνίδες του Ζαλόγγου και της πόλης και του λόγγου και Πλακιώτισσες / όσο κι αν πικρά πονούμε υπερήφανα ας πούμε σαν Σουλιώτισσες / Παιδιά, της Ελλάδας παιδιά…» (http://vembosofia.blogspot.com, τελευταία ανάκτηση 17.2.2012).

[19] «1821 – 1944», Συναγωνίστρια. Όργανο της Επιτροπής Γυναικών του Ε.Α.Μ. Δυτικής Μακεδονίας, χρ. Α΄, φύλλο 2, 30 Μαρτίου 1944.

[20] «25 Μάρτη 1821», Αλληλεγγύη. Όργανο της Πανθεσσαλικής Επιτροπής της Εθνικής Αλληλεγγύης, φ. 9, 25 Μαρτίου 1944.

[21] Από ομιλία της Ελένης [Μαρίας] Καραγιώργη, Ο Ρήγας, φ. 2, 11 Αυγούστου 1943, όπως παρατίθεται στο  Α. Βερβενιώτη, «Οι συναγωνίστριες. Τα αίτια της συμμετοχής και η δράση των γυναικών στις εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις 1941-1944, Παράρτημα», Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1991, σ. 148.

[22] «Ο Χορός του Ζαλόγγου», Ελεύθερες Νέες, φ. 2, Μάρτιος 1944.

[23] «Η γυναίκα μίλησε», Ε.Α.Μ., ΕΑΜ Μαγνησίας, φ. 17, 21 Αυγούστου 1943. Παρατίθεται στο Α. Βερβενιώτη, «Συναγωνίστριες…», ό.π., σ. 215.

[24] «Ο Μητροπολίτης Ηλείας Αντώνιος επεσκέφθη την Κόρινθον. Ο ΕΛΑΣ έγινε τρομοκράτης των καταχτητών», Λευτεριά, ΕΑΜ Αργολιδοκορινθίας, φ. 5, 15 Οκτωβρίου 1944. Στο ίδιο, σ. 79.

[25] Ενδεικτικά: Δ. Κοτρώτσης, Λέλα Καραγιάννη, εκδ. Μαυρίδης, Αθήνα χ.χ., σ. 287, Αλέξανδρος Λ. Ζαούσης, Λέλα Καραγιάννη. Η Μπουμπουλίνα της Κατοχής 1941-1944, Ωκεανίδα, Αθήνα 2004, σ. 251-252 και Χρήστος Ζαλοκώστας, Το χρονικό της σκλαβιάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1997, σ. 264. Πβλ., ακόμη, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Χαϊδάρι, 8 Σεπτεμβρίου 1944. Η αόρατη Στρατιά στο απόσπασμα, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 79-92.

[26] Ολυμπία Βασιλικής Παπαδούκα, Κεντρικαί Γυναικείαι Φυλακαί Αβέρωφ, Αθήνα 1981, σ. 62.

[27] Βασίλη Φυτσιλή, Βαγγελίτσα Κουσιάντζα. Μια ηρωίδα του λαού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987, σ. 44-46.

[28] Βλ., ενδεικτικά, Κώστας Γκριτζώνας, Μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού, (το κεφάλαιο «Σύγχρονες Σουλιώτισσες»), Φιλίστωρ, Αθήνα 2001, σ. 118-123.

[29] «Διαμαρτυρία των Ελληνίδων διά την αρπαγήν γυναικών υπό των συμμοριτών», Δελτίον Λυκείου των Ελληνίδων, περ. Γ΄, τχ. 2, Νοέμβριος 1948, σ. 3-4. Βλ. και την αγγλική εκδοχή του κειμένου «Protest», HelleniaThe Voice of Greek Women, τχ. 1, Αύγουστος 1948, σ. 14, όπου αναφέρονται και οι οργανώσεις που υπογράφουν την έκκληση, μεταξύ των οποίων το Λύκειο των Ελληνίδων και το Εθνικό Συμβούλιο.

[30] Αθηνά Ταρσούλη, «Ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως», Η Νεολαία, 25 Μαρτίου 1936, σ. 802-803∙ «Σουλιώτισσες», Ελληνίδες, τχ. 2, Μάρτιος 1946, σ. 12-13∙  «Γυναίκες ηρωίδες», Η Ελληνοπούλα, Α΄, τχ. 6, 25 Μαρτίου 1946, σ. 4-5.

[31] Γιώργος Καραμπελιάς, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς και η αποδόμηση της ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011. Βλ. και την απάντηση της Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», The Books’ Journal, τχ. 17, Μάρτιος 2012, σ. 70-73.

 
Leave a comment

Posted by on March 24, 2012 in 25 Μαρτίου 1821

 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: