RSS

Ο Καπετάν Μπαρούτας και η έναρξη του εμφυλίου πολέμου

13 Apr

Του Μάνου Ιωαννίδη*Η ΑΥΓΗ: 13/04/2012

Νύχτα της 30ής προς 31 Μάρτη 1946. Παραμονή των πρώτων βουλευτικών εκλογών, μετά την απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά και τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Τμήμα καταδιωκομένων ΕΛΑΣιτών του Βερμίου και των Πιερίων, του Υψηλάντη (Αλέκος Ρόσιος, φιλόλογος καθηγητής στη Σιάτιστα) και του καπετάν Πάνου (Ευριπίδης Καπετάνιος, αλλά και Ευριπίδης Πάνος, από Ροϊδολείβος Σερρών, καπνεργάτης και Ακροναυπλιώτης), με τον καπετάν Μπαρούτα επικεφαλής όπως φημολογήθηκε, χτυπά, καταλαμβάνει και αφοπλίζει τον σταθμό Χωροφυλακής και Εθνοφυλακής στο Λιτόχωρο Πιερίας. Σκοτώθηκαν, κατά την επίσημη άποψη, 9 χωροφύλακες και 3 εθνοφύλακες, ενώ οι αντάρτες αποκόμισαν τον οπλισμό του σταθμού και άλλα λάφυρα. Τους αιχμάλωτους τους άφησαν ελεύθερους. Αργότερα, το 1947, θα γραφτεί σ’ ένα χρονικό στην «Εξόρμηση», την εφημερίδα του Δημοκρατικου Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), ότι τα θύματα ήταν 23 νεκροί και 4 αιχμάλωτοι.

Ήταν το ξεκίνημα που άναψε τον καταστρεπτικό για τη χώρα μας εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος μέχρι τη στιγμή εκείνη ήταν μονόπλευρος (ενεργητικός για τη νόμιμη εξουσία και τις παρακρατικές ληστοσυμμορίες και παθητικός για τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης –Λευκή Τρομοκρατία τον είπανε).

Τι ήταν όμως εκείνο που ώθησε τον Ν. Ζαχαριάδη να αποφασίσει ή να αποδεχθεί την πρόκληση για μια σίγουρη αιματοχυσία; Ήταν η αποτυχία της πολιτικής μας για την εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, χάριν της οποίας μάλιστα χάθηκε ή θυσιάστηκε ή σπρώχτηκε στον θάνατο ο «απόβλητος» Άρης Βελουχιώτης; Ήταν η διάσωση των καταδιωκομένων αγωνιστών και των οικογενειών τους από το επίσημο κράτος και τις παρακρατικές ληστοσυμμορίες; Ήταν το γεγονός ότι υπήρχαν κρυμμένα όπλα (από την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ) που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αυτοάμυνα των καταδιωκόμενων αγωνιστών αλλά και για τον εκβιασμό των Μεγάλων, τέως συμμάχων μας, για μια λύση στο ελληνικό πρόβλημα; Ήταν η «ζήλεια» του Ζαχαριάδη για το κλέος που είχαν δρέψει άλλοι κατά τα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, ενώ αυτός ήταν έγκλειστος στο Νταχάου, όπως ισχυρίστηκαν μερικοί; Ή ήταν μια καθαρή επανάσταση για την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικού κράτους;

Ήταν κάτι απ’ όλα. Αλλά στην πορεία, κάτι περισότερο από το τελευταίο. Γι’ αυτό και η -αλλοπρόσαλλη, όπως την είπαν μερικοί- πολιτική του Ν. Ζαχαριάδη από τη στιγμή της απελευθέρωσής του από το στρατόπεδο του Νταχάου και την επιστροφή του στην Ελλάδα (29.5.45), όταν «βαρούσε μια στο σφυρί και μια στο πέταλο». Και να γιατί.

Η αποτυχία της εφαρμογής του πρώτου σκέλους της Συμφωνίας της Βάρκιζας (12 Φεβρ. 1945) ήταν δεδομένη με την -αδιάλλακτη και άκαπνη στην Κατοχή- Δεξιά στην εξουσία, με αφοπλισμένο τον ΕΛΑΣ και με τον κίνδυνο που ένιωθαν οι συνεργάτες των κατακτητών (Τάγματα Ασφαλείας, ΕΑΣΑΔ κ.λπ.) να δώσουν λόγο για τις πράξεις τους. Δεν έγινε απολύτως τίποτε από την πλευρά της πολιτείας και των Άγγλων πατρώνων της προς την κατεύθυνση των υποχρεώσεών της για την αποκατάσταση της ενότητας του κράτους, την επαναφορά της ειρήνης και της πολιτικής ομαλότητας, την ανάπτυξη ελεύθερου πολιτικού βίου, την ελεύθερη διάδοση των πολιτικών ελευθεριών, τον σεβασμό των ελευθεριών των πολιτών, την εξασφάλιση των πολιτικών και κομματικών φρονημάτων κ.λπ., όπως είχε υποχρέωση να πράξει από τη Συμφωνία.

Ανέχθηκε απλώς μόνο τη συνέχιση μιας επίπλαστης ελευθερίας στη λειτουργία του ΚΚΕ και των άλλων ΕΑΜικών κομμάτων και οργανώσεων, καθώς και τη συνέχιση της κυκλοφορίας των εφημερίδων και περιοδικών τους. Επίσης και των συγκεντρώσεών τους. Που όμως δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε (όπου το θέλησε) να προστατέψει από την ασυδοσία των αναρίθμητων παρακρατικών συμμοριών που άρχισαν ευθύς αμέσως να εμφανίζονται και να δρουν σε όλη την Ελλάδα, οι οποίες έσπαζαν γραφεία, τυπογραφεία, έκαιγαν δέματα εφημερίδων, σκότωναν και έδερναν εφημεριδοπώλες, διέλυαν συγκεντρώσεις, έδερναν, βασάνιζαν και δολοφονούσαν ΕΑΜικούς αγωνιστές ή μέλη των οικογενειών τους, κούρευαν αγωνίστριες, βίαζαν, διαπόμπευαν, έκαιγαν τις περιουσίες τους και διενεργούσαν συλλήψεις με την ανοχή ή και τη συνεργασία της Χωροφυλακής και της Εθνοφυλακής.

Από την άλλη, όμως, έσπευσε η πολιτεία να ασκήσει ταχύτατα τα δικαιώματά της από το άρθρο 4 της Συμφωνίας (περί… αμνηστίας) για την εξόντωση των αγωνιστών με τη δίωξη των «κατοχικών αδικημάτων». Ήδη, πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι των υπογραφών των συμβαλλομένων, στις 14 Ιουνίου 1945, δικάζονται στο Κακουργιοδικείο Αθηνών και καταδικάζονται σε θάνατο με την υπ’ αριθ. 51/1945 απόφασή του οι ΕΑΜικοί αγωνιστές από το Πυριτιδοποιείο Κων. Γιρανταλής, Σαμ. Δέντης, Αναστ. Κούνουπας, Πέτρος Κουφάκης και Πέτρος Πατμανίδης, ενώ στις 13 Ιουλίου 1945 καταδικάζονται σε θάνατο από το ίδιο δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 77/1945 απόφασή του οι Μιχ. Πολυχρονίδης, Λάζ. Ιγνατιάδης, Σταύρος Μανέας, Στέφ. Καπαρέλης από τη Νίκαια Πειραιά (εκτελέστηκαν αργότερα όλοι το 1948 στο Γουδή και στην Αίγινα). Και ασφαλώς δεν ήταν οι μόνοι που είχαν καταδικαστεί τότε από τα Κακουργιοδικεία, που συνεδρίαζαν νυχθημερόν σε όλη τη χώρα, όταν μέχρι τις 10 Δεκεμβρίοιυ 1945 οι διωχθέντες ανέρχονταν σε 80.000 από τους οποίους οι μισοί βρίσκονταν ήδη στις φυλακές ως κατάδικοι ή υπόδικοι, ενώ παρέμεναν εκκρεμείς ακόμη 48.056 δικογραφίες (δηλώσεις του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Ρέντη!), χωρίς να υπολογίζουμε τα αμέτρητα θύματα της αχαλίνωτης τρομοκρατίας των παρακρατικών συμμοριών, που μέρα με τη μέρα δυνάμωνε με τη βοήθεια ή την ανοχή των κρατικών οργάνων και είχαν φθάσει να δολοφονούν στα δικαστήρια ακόμη και δικηγόρους, υπερασπιστές αγωνιστών.

Η κατάσταση αυτή ήταν φυσικό να σπρώξει εκατοντάδες στην αρχή και χιλιάδες σε λίγο αγωνιστές στη φυγή προς το βουνό για την προστασία της ζωής, της ελευθερίας ή της σωματικής τους ακεραιότητας, που θα οργανωθούν σε «Ομάδες Καταδιωκομένων» και που, όταν πέφτει από το ΚΚΕ το σύνθημα της απάντησης στην τρομοκρατία με τα ίδια μέσα και όπλα, θα συγκροτήσουν ένοπλες ομάδες (από τα κρυμμένα από τον ΕΛΑΣ όπλα και τον αφοπλισμό σταθμών Χωροφυλακής) και θα προχωρήσουν στη συγκρότηση των πρώτων αρχηγείων, τα οποία σε λίγο θα εξελιχθούν σε συντάγματα και μεραρχίες του ΔΣΕ.

Ο χρόνος όμως προχωρούσε και έπρεπε να διενεργηθούν οι πρώτες μετά την απελευθέρωση βουλευτικές εκλογές. Ορίστηκαν από την τότε δοτή κεντρώα κυβέρνηση Θ. Σοφούλη -με την επιμονή του Μπέβιν, υπουργού Εξωτερικών της εργατικής κυβέρνησης της Μ. Βρετανίας- για τις 31 Μαρτίου 1946, παρά τις προτάσεις του ΕΑΜ και άλλων δημοκρατικών ηγετών και πολιτικών και την απειλή τους για αποχή, για την αναβολή τους μέχρις ότου αναθεωρηθούν κανονικά οι προπολεμικοί εκλογικοί κατάλογοι (των τελευταίων προηγούμενων εκλογών του 1936) και καταλαγιάσει η τρομοκρατία, ώστε να διενεργηθούν υπό ομαλές συνθήκες. Έφθασαν τότε (από 5 έως 29 Μαρτίου) μέχρι την παραίτησή τους 13 υπουργοί και υφυπουργοί της κυβέρνησης που δεν ήθελαν να συνεργήσουν ή να πάρουν μέρος σε τέτοιες εκλογές (Η. Πετιμεζάς, Γ. Καφαντάρης, Ι. Πελτέκης, Γ. Καρτάλης, Γ. Μπουρδάρας, Σ. Μερκούρης, Α. Μυλωνάς, Γ. Νόβας, Π. Ευριπαίος, Γ. Πάλλας, Χ. Παπασταύρου, Χ. Ευελπίδης και Ι. Γεωργάκης). Μπέβιν και Σοφούλης όμως ήταν αμετάπειστοι και οδηγούμεθα πια στο άνοιγμα του ασκού του Αιόλου.

Ήδη η Κ.Ε. του ΕΑΜ (7.2.46) και το ΚΚΕ (17.2.46 – 2η Ολομέλεια) είχαν αποφασίσει την αποχή από τις εκλογές, ενώ στις 20 Μαρτίου, τελευταία ημέρα υποβολής υποψηφιοτήτων για τις εκλογές, ο Ν. Ζαχαριάδης και ο Μ. Πορφυρογένης έφευγαν ατμοπλοϊκώς μέσω Θεσσαλονίκης, για το συνέδριο του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας στην Πράγα. Τις κρίσιμες αυτές μέρες ο αρχηγός του ΚΚΕ άφηνε πίσω του τους Γ. Σιάντο και Γ. Ιωαννίδη να χειριστούν τα της αποχής!

Και τότε πέφτει στο κενό, την ύστατη ώρα, μια προσπάθεια του Γ. Σιάντου -κατοχικού γραμματέα του ΚΚΕ- για την αποτροπή της θύελλας που ερχόταν από την αποχή από τις εκλογές των δυνάμεων ΚΚΕ, ΕΑΜ και των άλλων κεντροαριστερών πολιτικών. Την αναφέρει ο αντιστασιακός Σόλων Γρηγοριάδης, γιος του πολιτευτή των Αριστερών Φιλελευθέρων Νεόκοσμου Γρηγοριάδη στο βιβλίο του για τον εμφύλιο πόλεμο και κατά συνέπεια δεν είναι εύκολο να αμφισβητηθεί.

Σε συνεννόηση προφανώς με τον Ιωαννίδη, ο Σιάντος κάνει κάτι που πέρασε στα ψιλά της Ιστορίας, το οποίο όμως ήταν τόσο σημαντικό, ώστε ίσως να μας έσωζε από τις οδυνηρές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου αν γινόταν αποδεκτό από τους ανένδοτους Σοφούλη και Μπέβιν. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (20 Μαρτίου) καλεί στα γραφεία του ΚΚΕ στην οδό Πειραιώς 8 τους συνεργαζόμενους με το ΕΑΜ «Αριστερούς Φιλελεύθερους» Σταμ. Χατζήμπεη και Νεοκ. Γρηγοριάδη -που και αυτοί, με βαριά καρδιά όμως, είχαν ταχθεί υπέρ της αποχής- για κάτι σημαντικό, όπως τους διεμήνυσε.

Πηγαίνει ο Χατζήμπεης και εκεί ο Σιάντος τού προτείνει να πάρει μέρος στις εκλογές το κόμμα τους, πίσω από το οποίο όμως θα στοιχηθούν και θα το υποστηρίξουν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Και αν δέχονται την πρότασή του, πρέπει να σπεύσουν να ζητήσουν από τον πρωθυπουργό παράταση 2-3 ημερών της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων.

Περιχαρής ο Χατζήμπεης, βρίσκει τον Γρηγοριάδη, ο οποίος συμφωνεί με την πρόταση και ύστερα από επίμονες τηλεφωνικές προσπάθειές του με το γραφείο του υφυπουργού Προεδρίας Γερ. Λύχνου κλείνεται το ραντεβού για τις 5 το απόγευμα. Ο Λύχνος, φανερά ικανοποιημένος από την απροσδόκητη αυτή εξέλιξη, του λέει ότι δεν είναι θέμα της αρμοδιότητάς του, αλλά ούτε και του ίδιου του πρωθυπουργού και ότι θα του δώσει απάντηση μόλις θα είχε κάτι το οριστικό. Απάντηση όμως δεν πήρε ποτέ ο Χατζήμπεης. Η αποτροπή της αποχής της Αριστεράς από τις εκλογές -όπως έδειξαν οι εξελίξεις- δεν βόλευε προφανώς ούτε το κόμμα των Φιλελευθέρων του Σοφούλη ούτε και όσους άλλους θα παίρνανε μέρος στις εκλογές, που είχαν τη βεβαιότητα ότι με την τρομοκρατία που κορυφωνόταν όσο πλησίαζε η μέρα των εκλογών και την καλπονοθεία από την ελλιπή αναθεώρηση των παμπάλαιων εκλογικών καταλόγων θα άγρευαν τις ψήφους της Αριστεράς. Και είναι σκοτεινή η Ιστορία σ’ αυτό το σημείο, αν ποτέ έφθασε η πρόταση αυτή στον Μπέβιν και ποια ήταν η απάντησή του.

Και μένει το ερώτημα που ποτέ δεν απαντήθηκε από τους πρωταγωνιστές αυτής της απέλπιδας κίνησης. Με πρωτοβουλία τους οι Σιάντος και Ιωαννίδης κινήθηκαν προς μια έμμεση συμμετοχή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στις εκλογές επωφελούμενοι από την απουσία του Ζαχαριάδη, επειδή έβλεπαν τις οδυνηρές για το κόμμα τους και τον λαό συνέπειες της αποχής, ή και αυτή η κίνηση ήταν ένας από τους πολλούς ελιγμούς της αλλοπρόσαλλης πολιτικής του Ζαχαριάδη; Πιθανότερο είναι το δεύτερο γιατί οι παλαίμαχοι αυτοί κομμουνιστές -Σιάντος και Ιωαννίδης- ποτέ δεν θα μπορούσαν να παραβιάσουν καταστατικές αποφάσεις. Γι’ αυτό και άφησε τον γάμο και πήγε για πουρνάρια αυτός ο “ανένδοτος”, θιασώτης της αποχής, ώστε τον ελιγμό της υπαναχώρησης να τον ολοκληρώσουν οι “διαλλακτικοί” κατοχικοί ηγέτες. Στους οποίους θα μπορούσε μάλιστα αργότερα -αν τα πράγματα έρχονταν ανάποδα για το κόμμα από την έμμεση αυτή συμμετοχή του στις εκλογές- να την καταλογίσει, κατά την πάγια τακτική του, στη δική τους πρωτοβουλία που παραβίαζε την απόφαση μιας ολομέλειας της Κ.Ε.

Ο Ζαχαριάδης όμως, από την άλλη, φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη κατευθυνόμενος για την Πράγα, συναντιέται με τον Μάρκο Βαφειάδη του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ και, συνεχίζοντας την τακτική των ελιγμών του, δίνει την εντολή γα ένα προειδοποιητικό, αλλά τρανταχτό, επιθετικό πια χτύπημα κατά των κυβερνητικών δυνάμεων, που έπρεπε να γίνει πριν από την ημέρα των εκλογών. Ο Βαφειάδης μεταβιβάζει την εντολή στους επικεφαλής των ομάδων καταδιωκομένων ΕΛΑΣιτών στο Βέρμιο και τα Πιέρια καπετάνιους Υψηλάντη και Πάνο κι αυτοί επιλέγουν το χτύπημα του Σταθμού Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο Πιερίας. Έτσι, στις 26 Μαρτίου, φθάνουν με τις μικρές ομάδες τους σε μια σπηλιά του Ολύμπου όπου συναντώνται με τους καταδιωκόμενους επίσης παλιούς καπετάνιους του ΕΛΑΣ Τζαβέλλα (Παππού ή Γεροτζαβέλλα), Γιώργο Ελευθερίου (Φωτεινό), Γιώργο Ανδρεάδη και μερικούς άλλους καταδιωκόμενους. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν από το Λιτόχωρο και τα γύρω χωριά. Σχηματίζεται μια ομάδα 33 ανταρτών στο σύνολό τους και οργανώνουν την επίθεση κατά του σταθμού της Χωροφυλακής με τα παραπάνω αποτελέσματα.

Και ο καπετάν Μπαρούτας; Δεν αναφέρεται στο παραπάνω χρονικό της Εξόρμησης. Προέκυψε και έγινε τότε πασίγνωστος από μεταγενέστερη δήλωση του Ζαχαριάδη, ο οποίος, σχολιάζοντας την επίθεση στο Λιτόχωρο, είπε ότι η Ελλάδα σε λίγο θα γεμίσει από καπετάν Μπαρουτάδες. Για να τον φέρνει όμως η φήμη που σερνόταν στα χωριά του Ολύμπου ως συμμετέχοντα στην επιίθεση, φαίνεται πως πράγματι θα ήταν στην ομάδα των 33 επιδρομέων.

Για την ιστορία να πούμε ότι το κοσμικό όνομά του Μπαρούτα ήταν Θωμάς Λιόλιος, γεννημένος το 1902 στη Φυτειά Βεροίας, και ότι στον ΕΛΑΣ ήταν καπετάνιος λόχου σαμποτέρ στο Βέρμιο. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν παρέδωσε τον οπλισμό του και ήταν επικεφαλής μιας ομάδας καταδιωκομένων στην ίδια περιοχή. Σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1946 κοντά στη Νάουσα σε συμπλοκή με χωροφύλακες και παρακρατικούς. Δύο παιδιά του σκοτώθηκαν επίσης στον ΔΣΕ. Η Κατίνα, ανθυπολοχαγός του ΔΣΕ, σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο 1948 στο Μπίκοβικ του Γράμμου και ο Κώστας (Μπαρουτάκης), υπολοχαγός του ΔΣΕ, σκοτώθηκε τον Ιούλιο του 1949 στο Βίτσι.

ΥΓ.: Ο Μ. Ιωαννίδης είναι συνταξιούχος δικηγόρος. Υπήρξε κατά την Κατοχή καπετάνιος του λόχου ΕΛΑΣ Βύρωνα Αθηνών, φοίτησε στη Σχολή Αξ/κών του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ στο Βουνό, ονομάστηκε ανθυπολοχαγός και στη συνέχεια τοποθετήθηκε επιτελής του Προτύπου Τάγματος της Α’ Ταξιαρχίας Αθηνών που έδρευε στην Καισαριανή. Eίναι συγγραφέας του βιβλίου «Φάκελος Νο 9745/Β – Στα χρόνια του Μεγάλου Αγώνα» (εκδ. Μέδουσα).

Advertisements
 
 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: