RSS

Η επίσκεψη Αντενάουερ στην Ελλάδα

12 Sep

  • Στο τραπέζι η εξωτερική πολιτική και η οικονομική συνεργασία υπό τη βαριά σκιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
  • 59 χρόνια πριν
  • Του Δημητρη Κ. Αποστολοπουλου*

Με δεδομένη την «ιστορική υποθήκη» της ναζιστικής κατοχής ξεκινούσε η επανασύναψη των σχέσεων Ελλάδας και Γερμανίας στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Παρά τις μεγάλες απώλειες του πληθυσμού, που ήλθαν ως αποτέλεσμα των βίαιων αντιποίνων και του λιμού, αλλά και τις τεράστιες υλικές καταστροφές σε υποδομές, πόλεις και χωριά, οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις της χώρας θα έδειχναν καλή πίστη, πιστεύοντας ότι η νέα Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διέφερε ριζικά από το Τρίτο Ράιχ. Ηδη τον Οκτώβριο του 1950 ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης, Γεώργιος Παπανδρέου, πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Δυτική Γερμανία με στόχο -πέρα από τις γενικότερες οικονομικές επαφές- να ξανακερδίσουν τα ελληνικά καπνά την παραδοσιακή τους θέση στη γερμανική αγορά, στόχος που επιτεύχθηκε με την υπογραφή σχετικής συμφωνίας.

Αλλά και το νέο γερμανικό κράτος από την πλευρά του, που στα τέλη του ίδιου έτους έστελνε μία από τις έξι πρώτες διπλωματικές του αποστολές στην Αθήνα, κατέβαλε κάθε προσπάθεια, προκειμένου οι παλιοί εχθροί, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, να «ξεχάσουν» τις φρικαλεότητες της γερμανικής κατοχής. Στο πλαίσιο αυτό υπεγράφη λίγο αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1953, μεταξύ του ομοσπονδιακού υπουργού Οικονομίας Λούντβιχ Ερχαρτ και του υπουργού Συντονισμού Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη, Συμφωνία για οικονομική συνεργασία και μεταφορά αγαθών αξίας μέχρι του ποσού των 200 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων. Με το Σύμφωνο του 1953, που επρόκειτο να υλοποιηθεί από τον ιδιωτικό τομέα, μεγάλες γερμανικές εταιρείες (Krupp, Stahlunion Export) σε συνεργασία με ελληνικές επιχειρήσεις θα συμμετείχαν στην ανοικοδόμηση της ελληνικής οικονομίας. Ως αντάλλαγμα η ελληνική πλευρά επρόκειτο να δείξει καλή θέληση σχετικά με την αποδέσμευση των γερμανικών περιουσιών στην ελληνική επικράτεια, που είχαν κατασχεθεί μετά τον πόλεμο.

Καθοριστική για τις μεταπολεμικές διμερείς σχέσεις ήταν η ένταξη και των δύο χωρών στον δυτικό συνασπισμό, η συμμαχία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά και η συμφωνία σχεδόν σε όλα τα σημαντικά πολιτικά θέματα των πρώτων μεταπολεμικών ετών μεταξύ ελληνικών και γερμανικών κυβερνήσεων. Η Ελλάδα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αγωνίζονταν για την υποστήριξη των συμφερόντων τους, που πολύ συχνά συνέπιπταν, μέσα στο πλαίσιο της Ευρώπης και της αντιπαράθεσης δυτικού και ανατολικού μπλοκ.

Το πρώτο επίσημο ταξίδι Γερμανού κυβερνήτη στη χώρα

Oταν ο καγκελάριος Κόνραντ Aντενάουερ επισκέφτηκε την Ελλάδα στις 10 Μαρτίου του 1954 -δέκα χρόνια μετά την απόσυρση των τελευταίων γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος- επρόκειτο για την πρώτη επίσημη επίσκεψη Γερμανού κυβερνήτη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830-32). Το ταξίδι του Αντενάουερ, το οποίο επρόκειτο να συνεχιστεί μετά τις 18 Μαρτίου στην Τουρκία, είχε για τη γερμανική πλευρά ψυχολογικό χαρακτήρα και ήταν ενδεικτικό της θέσης της Γερμανίας στον μεταπολεμικό κόσμο. Η θετική στάση της Αθήνας απέναντι στην ομοσπονδιακή γερμανική κυβέρνηση και τον Αντενάουερ διαφαινόταν ήδη πριν από την επίσκεψη του Γερμανού καγκελάριου στις δηλώσεις του γενικού διευθυντή του υπουργείου των Εξωτερικών, Αλέξη Κύρου. Χαρακτήριζε τον Αντενάουερ ως αυτόν ο οποίος κατάφερε να σπάσει τους δεσμούς της μεταπολεμικής Γερμανίας με τον ναζισμό και να εξασφαλίσει στη χώρα του «μια σταθερή θέση στον δημοκρατικό κόσμο». «Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι», δήλωνε ο Κύρου, «ότι η επαφή μεταξύ του καγκελαρίου και της ελληνικής κυβέρνησης θα συμβάλει στην προώθηση των ελληνογερμανικών σχέσεων».

Επειδή, όμως, στο οικονομικό επίπεδο η ελληνική κυβέρνηση είχε εκφράσει κάποια δυσφορία, κυρίως γιατί η γερμανική πλευρά δεν είχε ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της σε σχέση με το προαναφερθέν οικονομικό Σύμφωνο του 1953, ο καγκελάριος φρόντισε πριν από το ταξίδι στην Ελλάδα να πετύχει στο κυβερνητικό του συμβούλιο μια σημαντική σχετική απόφαση, που ενθάρρυνε τη γερμανική συμμετοχή στην ανοικοδόμηση της ελληνικής οικονομίας. Με κατάλληλους, εξάλλου, διπλωματικούς χειρισμούς και από τις δύο πλευρές αντιμετωπίστηκαν θέματα σχετικά με το παρελθόν του πολέμου που παραλίγο να επισκιάσουν το πρόγραμμα της επίσκεψης και τελικά η γερμανική πλευρά κατάφερε κατά τη διάρκεια των επαφών να επανακτήσει το γερμανικό κράτος τμήματα της προ του πολέμου περιουσίας του Ράιχ στην Ελλάδα.

Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η «κρούση» του Αντενάουερ σε Ελλάδα και Τουρκία ανταποκρινόταν στην επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών για στενότερη συνεργασία των αντικομμουνιστικών κρατών της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής και έδειχνε ότι σύντομα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα ξαναγινόταν καθοριστικός παράγοντας των διεθνών εξελίξεων. Σίγουρα, δεν ήταν τυχαίο ότι λίγο πριν από την επίσημη επίσκεψη του στρατηγού Τίτο στην Αθήνα (Ιούνιος 1954) -ο οποίος αναζητούσε στήριξη από τη Δύση φοβούμενος σοβιετική επίθεση εναντίον της χώρας του- και ενώ είχε δρομολογηθεί το Βαλκανικό Σύμφωνο Συμμαχίας Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας και Τουρκίας, ο Γερμανός καγκελάριος ταξίδεψε στην Αθήνα και στη συνέχεια στην Αγκυρα. Μια ματιά στον χάρτη έδειχνε ότι η αμυντική γραμμή Βελιγραδίου-Αθήνας-Αγκυρας ήταν το πιο προωθημένο στην Ανατολή εμπόδιο προσέγγισης της Σοβιετικής Ενωσης προς τον χώρο της Μεσογείου και η νέα γερμανική κυβέρνηση δήλωνε την παρουσία της στην αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης, θέτοντας τα θεμέλια για μια στενή (γερμανο-ελληνο-τουρκική) συνεργασία, που θα κάλυπτε και ζητήματα άμυνας και εθνικής ασφαλείας.

«Προμαχώνας της ελευθερίας»

Σε δημόσιες τοποθετήσεις του ο Αντενάουερ περιέγραφε την Ελλάδα ως «ακρογωνιαίο λίθο του ελεύθερου κόσμου» και δήλωνε ότι η γερμανική κυβέρνηση, γνωρίζοντας το οικονομικό βάρος που έφεραν οι Ελληνες για την προάσπιση της Δύσης, ήταν έτοιμη να συνδράμει στην προσπάθειά τους. Η Ελλάδα ως προωθημένος στην Ανατολή «προμαχώνας της ελευθερίας», επρόκειτο στα επόμενα χρόνια να παίξει έναν ασυνήθιστα σημαντικό ρόλο, ο οποίος θα προσέφερε στη χώρα και ευκαιρίες οικονομικού περιεχομένου. Μαζί με την αμοιβαία συμφωνία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής προωθούνταν και οικονομικές συμφωνίες, σημαντικές για την περιορισμένη βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας.

Σε ανταπόδοση της επίσκεψης του Γερμανού καγκελάριου έλαβε χώρα λίγο αργότερα η επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού, στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου, στη Δυτική Γερμανία (30 Ιουνίου – 5 Ιουλίου 1954). Η επίσκεψη επισκιαζόταν από την προσωπική ιστορία του Ελληνα πρωθυπουργού, καθώς το 1943 είχε μεταφερθεί και φυλακιστεί ο ίδιος στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως Oranienburg, Flossenburg και Dachau. Ωστόσο, το προσωπικό του παρελθόν δεν επηρέασε αρνητικά τις διμερείς επαφές, το αντίθετο μάλιστα, γεγονός που έδειχνε ότι στο επίπεδο τουλάχιστον των πολιτικών ελίτ οι μεταπολεμικές διμερείς σχέσεις είχαν εξομαλυνθεί αρκετά.

Νέο ξεκίνημα στις διμερείς σχέσεις

Οταν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ο Γερμανός καγκελάριος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ελλάδα συναντούσε τη συμπάθεια και κατανόηση του ελληνικού λαού, αλλά και η γερμανική κυβέρνηση παρασημοφορούσε στη Βόννη τον Αλέξανδρο Παπάγο, ο οποίος είχε κρατηθεί στο παρελθόν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είχαν ήδη γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης του πολεμικού παρελθόντος.

Ο Αντενάουερ, όπως και πολλοί σύγχρονοί του πολιτικοί της Δυτικής Ευρώπης, είχε λάβει ουμανιστική παιδεία, που ήταν στενά συνυφασμένη με τις αξίες του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Πέρα, όμως, από τη θετική του προδιάθεση, ο Γερμανός καγκελάριος έβλεπε στην Ελλάδα εξαιτίας γεωπολιτικών, γεωστρατηγικών και ιδεολογικών λόγων ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Ευρώπης και μια έπαλξη απέναντι στον κομμουνισμό. Αισθανόταν προφανώς μια ταυτότητα πεπρωμένων των δύο χωρών. Σε αυτό συντελούσε και το ότι στα σοβαρά εθνικά θέματα (Κυπριακό για την Ελλάδα / Επανένωση για τη Γερμανία) υπήρχε ένας σχετικός παραλληλισμός, που έσπρωχνε και τις δύο χώρες προς τη Δύση. Για τον Γερμανό καγκελάριο και την κυβέρνησή του προέκυπτε εξάλλου και το ανεκτίμητο πλεονέκτημα, ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολεμικής περιόδου (Παπάγου, Καραμανλή, Παπανδρέου) όχι μόνο ήταν φίλα προσκείμενες στη Γερμανία, αλλά και υποστήριζαν χωρίς επιφύλαξη σε διεθνές επίπεδο τη γερμανική κυβέρνηση σε όλα τα σημαντικά πολιτικά θέματα.

Με την επίσκεψη του Αντενάουερ στην Ελλάδα και την ανταπόδοση αυτής από τον Παπάγο τέθηκαν τα θεμέλια για τη δημιουργία μιας ειλικρινούς και διαρκούς συμμαχίας και εποικοδομητικής συνεργασίας των δύο χωρών, που θα κορυφωνόταν τα επόμενα χρόνια με σημαντικές οικονομικές συμφωνίες και κυρίως με την ξεκάθαρη υποστήριξη της Δυτικής Γερμανίας στη διαδικασία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1961). Η σχέση με την ανερχόμενη μεταπολεμική Γερμανία αποκτούσε ιδιαίτερη αξία για την Αθήνα, την ώρα που οι παραδοσιακές σχέσεις της με τη Μεγάλη Βρετανία είχαν αρχίσει να φθείρονται σημαντικά εξαιτίας του Κυπριακού, ενώ παράλληλα δημιουργούσε την προοπτική να εξισορροπηθεί ώς ένα βαθμό για την Ελλάδα η πολιτική και οικονομική κυριαρχία των ΗΠΑ.

* Ο κ. Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος είναι ερευνητής της Ακαδημίας Αθηνών και διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Βερολίνου.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 9/9/2013

Advertisements
 
Leave a comment

Posted by on September 12, 2013 in Γερμανία

 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: