RSS

Το τραγούδι στον πόλεμο του ’40. Αυστηροί ρεμπέτες και μούσες του ελαφρού ρεπερτορίου τραγούδησαν στον πόλεμο εναντίον του κατακτητή.

26 Oct

Της Γιώτας Συκκά, Η Καθημερινή, 25/10/2013

Ηταν οι αγαπημένες ερμηνεύτριες των Ελλήνων στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Η Σοφία Βέμπο έγινε εθνικό σύμβολο. Αλλά δραστήρια με μαχητικό πνεύμα ήταν και η Δανάη Στρατηγοπούλου. Η πρώτη από λαϊκή οικογένεια, αυτοδίδακτη, ξεχώρισε νωρίς για τη φωνή και την εκφραστικότητά της στη θεατρική σκηνή. Η δεύτερη, αντίθετα, από λόγιο περιβάλλον, με καλές μουσικές σπουδές, μεγαλωμένη σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν οι τέχνες, ξεχώρισε στην πίστα και το βαριετέ.

Το «βαρύ πυροβολικό της Μάντρας του Αττίκ», όπως χαρακτήριζαν τη Δανάη, τραγουδούσε σε νοσοκομεία και συμμετείχε στην Εθνική Αλληλεγγύη και την Αντίσταση. Ενώ η Βέμπο ζούσε τον δικό της μοναδικό θρίαμβο όπου τη χρειάζονταν.

Ενας άλλος κόσμος έβρισκε παρηγοριά στο αίσθημα του λαϊκού, που επίσης ήταν στις επάλξεις. «Καιρός πια το μπουζούκι μου στο πλάι να τ’ αφήσω/ να πάρω το ντουφέκι μου να πάω να πολεμήσω./Δε το βαστάω σπλάχνο μου να κάθομαι εδώ πέρα/ και τα παιδιά να πολεμούν ’κεί πάνω νύχτα-μέρα», έγραψε ο ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης.

Είναι η εποχή που οι πολεμικές επιθεωρήσεις («Πολεμική Αθήνα», «Φινίτο Μπενίτο», «Κορόιδο Μουσολίνι», «Πολεμικές Καντρίλιες» κ.ά.) έχουν απήχηση παντού. Τα τραγούδια άλλοτε ντύνουν αγαπημένες μελωδίες με επίκαιρους στίχους («Παιδιά της Ελλάδος παιδιά») και άλλοτε είναι νέες συνθέσεις ή σατιρικές παρωδίες βασισμένες σε διεθνείς επιτυχίες, όπως το «Με το χαμόγελο στα χείλη» σε στίχους Γ. Οικονομίδη, που δεν είναι άλλο από την ιταλική μελωδία « Reginella Campagnola» του Eldo di Lazzaro.

Το τραγούδι της εποχής κολακεύει και τους συμμάχους με την «Αγγλοελληνική συμμαχία» ή «Ζήτω το ουίσκι κι η ρετσίνα» σε στίχους του Πωλ Μενεστρέλ: «Με τους Βρετανούς εμείς έχουμε κοινά σημεία/ το συναίσθημα τιμής και ψυχή στην τρικυμία./ Σκώτο αυτοί – εμείς τσολιά/ ένα σκοπό τη λευτεριά/», τραγουδά η Βέμπο, ενώ το 1946 τρα-

Δανάη και Βέμπο γούδησε για τους προδομένους από τους συμμάχους το κομμάτι των Σουγιούλ-Τραϊφόρου: «Ποιος το περίμενε στ’ αλήθεια/ να βγουν ψευτιές και παραμύθια/ και να ξεχάσουν τώρα πια τα λόγια εκείνα τους/ που μας τα λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους;».

Στη δίνη του Εμφυλίου, γράφει ο μουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας στην πολύτιμη έκδοση «Το ελληνικό τραγούδι από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950» (Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.), που είναι οδηγός σε αυτή τη μουσική διαδρομή, η Βέμπο «είπε ένα τραγούδι του Μιχάλη Σουγιούλ για το “παιδομάζωμα” και περιόδευσε το 1949 στον Γράμμο και στο Βίτσι στις τάξεις του εθνικού στρατού». Η Βέμπο τραγούδησε και για την εθνική συμφιλίωση (σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη): «Τώρα που αίμα αδερφικό το χώμα ιδρώνει/ κι η Ελλάδα πνίγει την Ελλάδα στα βουνά…».

Ρεμπέτικα και λογοκρισία

Τα ρεμπέτικα, τα λαϊκά και τα νεοδημοτικά της εποχής δεν είχαν βέβαια την προβολή του ελαφρού ρεπερτορίου και των επιθεωρήσεων. Πολλά δεν δισκογραφήθηκαν καν. Οι ρεμπέτες ωστόσο εξέφρασαν με τον δικό τους απλό και άμεσο λόγο τις αγωνίες τους: «Οσο κι αν το ’λεγαν πολλοί εγώ δεν φανταζόμουν/ πως τώρα στα γεράματα φαντάρος θα γινόμουν/», τραγουδά ο Μάρκος Βαμβακάρης, ενώ ο Δημήτρης Γκόγκος-Μπαγιαντέρας και ο Στέλιος Χρυσίνης καταγράφουν στο «Του Κυριάκου το γαϊδούρι» την ιστορία ενός μανάβη που του κλέψανε το 1942 στη μεγάλη πείνα το γαϊδούρι του για να το φάνε…

Αλλοι το ρίξανε στο τσάμικο και τους ρυθμούς του (Γιώργος Παπασιδέρης, Γεωργία Μηττάκη, Χρήστος Κονιτόπουλος κ.ά.) και άλλοι σε παλιές επιτυχίες με νέους στίχους. Η γνωστή «Βαρβάρα» του Παναγιώτη Τούντα έγινε «Ακου Ντούτσε μου τα νέα», ο «Αντώνης ο βαρκάρης» μετατράπηκε σε «Μπενίτο» από τον Βαμβακάρη, το «Σιγά καλέ την άμαξα» του Τσιτσάνη σε «Ψηλά στ’ αλβανικά βουνά». Ο Βαμβακάρης έγραψε το «Χαϊδάρι» για τους φυλακισμένους, ενώ ο Μιχάλης Γενίτσαρης κατέγραψε όσο λίγοι την περίοδο εκείνη: «Οι Γερμανοί μάς κυνηγούν μα εμείς δεν τους ακούμε/ εμείς θα τη σαλτάρουμε ώσπου να σκοτωθούμε./ Θα σαλτάρω θα σαλτάρω/ τη ρεζέρβα να του πάρω/». Τραγούδι έκανε και τη δράση των μαυραγοριτών: «Μικροί μεγάλοι γίνανε/ μαυραγορίτες όλοι/ κι αφήσαν όλο τον ντουνιά/ με δίχως πορτοφόλι/ (…) Πουλήσαμε τα σπίτια μας/ και τα υπάρχοντά μας/ για δυο ελιές κι ένα ψωμί/ να φάνε τα παιδιά μας».

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη κλείνει μέσα της όλη την τραγική εκείνη περίοδο. «Ο,τι είχα μέσα μου και ό,τι έκρυβα από τα θλιβερά γεγονότα που ζούσα», έλεγε ο ίδιος, «τα είπα με το τραγούδι μου αυτό», που είχε αρχικό τίτλο «Ματωμένη Κυριακή». «Διότι εκείνη τη βαριά χειμωνιάτικη νύχτα μιας Κυριακής, είδα με τα μάτια μου τον θάνατο ενός παλικαριού. Μάτωσε η καρδιά μου και εγώ με τη σειρά μου μάτωσα το τραγούδι…».

Ομως και η Αντίσταση είχε το δικό της μεγάλο ρεπερτόριο, είτε αναφερόταν στον Αρη Βελουχιώτη και τους αντάρτες του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ είτε στον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον ΕΔΕΣ.

Η απελευθέρωση έφερε σε πολλούς όνειρα για μια νέα αρχή και σε άλλους προβλήματα. «Η ζωή ξαναρχίζει για μας πιο χαρούμενη τώρα», τραγουδούσε η Κάκια Μένδρη, όμως οι Βαμβακάρης, Γενίτσαρης κ.ά. δίνουν μια διαφορετική εικόνα: «Ερχότανε μια παρέα, σου έλεγε “παίξε «ΕΛΑΣ- ΕΛΑΣ για την πατρίδα””, ερχόταν η άλλη και σου έλεγε “παίξε «Ζέρβα σε θέλει ο βασιλιάς””».

Η λογοκρισία χειρότερη από πριν, και για δισκογράφηση ούτε λόγος. Εκτός αν πήγαινε διά της πλαγίας οδού. «Απ’ τη μάνα μου διωγμένος» τραγουδούσε ο Τσιτσάνης με τον Βαμβακάρη, όμως το «Κάποια μάνα αναστενάζει», που έγραψε ο πρώτος με τον Μπακάλη, απαγορεύτηκε ένα μήνα από την κυκλοφορία του, και το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Απόστολου Καλδάρα πέρασε από τη λογοκρισία μόνο όταν άλλαξαν κάποιοι στίχοι.

Στο μεταξύ, η χώρα αρχίζει να φλερτάρει με την επιθυμία για καλοπέραση, φυγή, τα αρχοντορεμπέτικα, τη νέα τάξη. «Είμαι η γυναίκα η μοντέρνα που ψηφίζω/ γλεντώ στα κέντρα, πίνω ουίσκι και καπνίζω» τραγουδά η Μαρίκα Νίκου το 1949.

Στην ατμόσφαιρα αυτής της δεκαετίας και η μουσική σκηνή «1002 Νύχτες» στου Ψυρρή, που ετοιμάζει για την Κυριακή (27/10) τα ρεμπέτικα της δεκαετίας του ’40. Η Ελλάδα στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής αλλά και του εμφυλίου πολέμου, μέσα από τους: Σωτήρη Παπατραγιάννη, Δημήτρη Κρανίδα, Αντώνη Ξηντάρη, Θοδωρή Ξηντάρη.

Advertisements
 
Leave a comment

Posted by on October 26, 2013 in 28 Οκτωβρίου 1940

 

Tags:

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: