Του Κωστή Γιούργου

Γιατί το Πολυτεχνείο επιμένει απροσάρμοστο; Γιατί καταφέρνει, σαράντα χρόνια τώρα, να προσπερνά αλώβητο τους καλλωπισμούς, τις απόπειρες ιδιοποίησης, τη συκοφάντηση, τις προσπάθειες συμμόρφωσής του με την ευήθεια του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος;

Απ’ την αρχή σχεδόν, αλλά ειδικά μετά την καθιέρωση του επίσημου «εορτασμού», επισημάνθηκε ότι όλα τα σύμβολα γύρω από τα οποία πλέκεται το τυπικό των εκδηλώσεων -το τανκ, η πύλη που καταρρέει, η σημαία που κλονίζεται και πέφτει- είναι παρμένα από τις δύο ώρες της καταστολής και κανένα από τις εβδομήντα ώρες της εξέγερσης. Ότι ο εορτασμός υποτονίζει την κατάληψη, τα συνθήματα, το πάθος, ότι παραβλέπει τη χαρά της ανυπακοής, την έξαρση της αυταπάρνησης, την περιφρόνηση του κινδύνου. Τι θα είχε μείνει, ρωτούν, αν η Βαστίλη είχε καταπνιγεί στο αίμα, αν οι μπολσεβίκοι σφαγιάζονταν από τη φρουρά των Χειμερινών Ανακτόρων; Με δυο λόγια: Αν είναι αλήθεια ότι μια πράξη ιστορικών προθέσεων το αποτύπωμά της το αφήνει μόνο μέσα στο παιχνίδι της εξουσίας, τότε το Πολυτεχνείο ποιο αποτύπωμα άφησε;

Άφησε -απαντά στον εαυτό της η ερώτηση- την πικρή διαπίστωση ότι η βίαιη καταστολή του Πολυτεχνείου πρόσφερε τον κοινό τόπο όπου έσπευσαν κατόπιν οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις για να παίξουν το παιχνίδι της δικής τους εξουσίας, το παιχνίδι της «αποκατάστασης της δημοκρατίας», ουσιαστικά της παλινόρθωσης προσώπων, συστημάτων, καταστάσεων και πολιτικών της προδικτατορικής περιόδου.

Σε πείσμα, ωστόσο, κάθε ένστασης, το Πολυτεχνείο αντέχει στην ουσιοκτόνα επανάληψη του τυπικού και στη σκύλευση του μηνύματός του. Τι συμβαίνει εδώ;

Συμβαίνει ότι τα γεγονότα εκείνα εντυπώθηκαν στη μνήμη μιας κοινωνίας, παγωμένης μέχρι τότε από τον φόβο, ως κορυφαία πράξη ελευθερίας σε συνθήκες πλήρους ανελευθερίας σε ολόκληρη τη μεταπολεμική πορεία του τόπου, κορυφαία πράξη που καταγράφηκε την ώρα της τέλεσής της με μια λέξη: Εξέγερση. Αυτή η πολυσήμαντη λέξη, που έχει εντυπωθεί στον λόγο ακόμη και των υβριστών της, δίνει στο Πολυτεχνείο τη δύναμη να αντέχει στην επετειακή πλήξη και στη βίαιη καταστολή – εναλλακτικά ή συνδυαστικά. Γύρω από αυτή τη λέξη οργανώνουν την υπεράσπισή τους το ρίγος της ανυπακοής, η ηδονή της πληρότητας, η αυτοεκτίμηση που χαρίζουν στον ταπεινωμένο η αυταπάρνηση και η περιφρόνηση του κινδύνου.

Μια απογείωση της ψυχής καλά γειωμένη, ωστόσο, στην πραγματικότητα. Το Πολυτεχνείο δεν είναι προϊόν τυχαίας ανάφλεξης. Ο Νοέμβρης του 1973 είχε ξεκινήσει φορτισμένος, με σοβαρά επεισόδια, τραυματισμούς και συλλήψεις στο μνημόσυνο του Γ. Παπανδρέου. Η δίκη των συλληφθέντων πρόσθεσε νέα ένταση, με καθημερινές φοιτητικές πορείες προς την πλατεία Συντάγματος, ξεκινώντας από το Πολυτεχνείο. Απρομελέτητα, το Πολυτεχνείο μετατοπιζόταν ώρα με την ώρα όλο και πιο κοντά στο επίκεντρο.

Αλλά αυτό που ωρίμαζε γοργά γύρω από το Πολυτεχνείο ήταν, με τη σειρά του, αποτέλεσμα υποκειμενικών και αντικειμενικών διεργασιών που είχαν ξεκινήσει εντός και, ιδίως, εκτός συνόρων ήδη τη δεκαετία του 1960, φέρνοντας στο προσκήνιο μια  ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία, τους φοιτητές, τον «συλλογικό εκφραστή του δικαιώματος στην ανυπακοή».

Έγιναν και στην Ελλάδα της δικτατορίας «συλλογικός εκφραστής του δικαιώματος στην ανυπακοή» οι φοιτητές – απέναντι όχι μόνο στη χούντα αλλά σε όλο το μετεμφυλιακό πλέγμα εξουσίας, εξάρτησης, κοινωνικών διακρίσεων και θεσμικών στρεβλώσεων που οδήγησαν στο πραξικόπημα.

Ανεμπόδιστες από τα μετεμφυλιακά συμπλέγματα της ήττας τέθηκαν σε πυκνότατο χρόνο οι βάσεις μιας νέας αριστερής ηγεμονίας στον χώρο των ιδεών και της πολιτικής, μεταμορφώθηκαν σε ενεργούς πολίτες νέοι άνθρωποι που, επιλέγοντας να αναμετρηθούν με τις εξωτερικές προκλήσεις και τα εσωτερικά τους όρια, ανταμείφθηκαν με την κατανόηση της ευθύνης του ατόμου απέναντι στον εαυτό του και στο σύνολο.

Ναι, το Πολυτεχνείο άφησε το αποτύπωμά του στην Ιστορία. Παίζοντας μάλιστα το παιχνίδι της εξουσίας, αλλά με τον δικό του, ανατρεπτικό τρόπο: πείθοντας ότι «η εξουσία της απόφασης μπορεί να είναι στα χέρια εκείνων που αναλαμβάνουν, χωρίς ιδιοτέλειες, το κόστος της εφαρμογής της».

Γι’ αυτό το Πολυτεχνείο βρήκε εξαρχής καταφύγιο μέσα μας. Γι’ αυτό και μπορεί να επιμένει ασυμβίβαστο.