RSS

Category Archives: Ασδραχάς Σπύρος Ι.

Η Επανάσταση του 1821 και οι «αναμορφώσεις» της

Ο εθνικός χαρακτήρας της επετείου και οι πολλαπλές αναγνώσεις της

Του Σπ. Ι. Ασδραχα* Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/3/2012

Η επέτειος της 25ης Μαρτίου 1821 (καθιερωμένη το 1838) μετέχει του ιστορικού «πλάσματος» και της ιστορικής οντολογίας. Είναι επίσης επιδεκτική ανασηματοδοτήσεων, υπόφορων της συγκυρίας. Το «πλάσμα» (δηλαδή η αναγωγή σε γεγονός ενός μη-γεγονότος) αρχίζει από την ίδια την ημερομηνία και εκφράζει μια παλιά σύζευξη, δηλαδή του θρησκευτικού με ένα προ-εθνικό κρυστάλλωμα ριζωμένο στους όρους της κατάκτησης: κατακτημένοι και κατακτητές είχαν ένα εσωτερικό σύνορο, τη θρησκεία. Το σύνορο εξέφραζε ταυτόχρονα συμβιωτικότητα και αντιπαλότητα: Η δεύτερη ενείχε τα σπέρματα της ανατροπής της πρώτης: ανήκει στη γενεαλογία του εθνισμού, αλλά δεν τον προχρονολογεί. Η αντιπαλότητα, αλλιώς η μη αποδοχή της συμβιωτικότητας κατακτητών και κατακτημένων, παρά το γεγονός ότι προσέβλεπε σε μια αποδεσμευμένη από την κατάκτηση εδαφικότητα, δεν ταυτιζόταν αχρονικώς με την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Η χρονολογία της τελευταίας θα κρυσταλλωθεί στην Επανάσταση του 1821 με πιο πρόσφατο προηγούμενο την εθνικοποίηση του οικουμενικού κοινωνικού σχήματος του Ρήγα Βελεστινλή. Read the rest of this entry »

 

1821: Μια εθνική επανάσταση που ενέχει την ταξική διάσταση, αλλά δεν είναι ταξική

24 Μαρτίου 2012

 συνέντευξη του Σπύρου Ι. Ασδραχά,  Η ΑΥΓΗ: 25/03/2012

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»

Στις σημερινές συνθήκες της κρίσης αλλάζουν πολλά, ανάμεσά τους και τα εργαλεία με τα οποία σκεφτόμαστε το παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείτε ότι ανασηματοδοτείται η σχέση μας με το παρελθόν, και ιδιαίτερα με κρίσιμες στιγμές όπως η Επανάσταση του 1821;

 Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνηθες ιστοριογραφικό δίλημμα, της αναλογίας και της επανάληψης. Σε ποιο βαθμό αναλογίες που προκύπτουν από διαφορετικές ή εν μέρει ανόμοιες δομές μπορούν να τροφοδοτήσουν τις κατανοήσεις των σημερινών φαινομένων, όπως η καπιταλιστική κρίση; Προσωπικά, θεωρώ ότι μας χρειάζονται και, με τους κατάλληλους όρους, μπορούν να συνεισφέρουν στον εμπλουτισμό των αναλυτικών εργαλείων μας.

Όπως έγραφε ο Σβορώνος σε εκείνο το επίδικο άρθρο του για την εθνογένεση, για να γνωρίσεις τις διαδοχικές συνειδητοποιήσεις ενός λαού, πρέπει να γνωρίσεις την ιστορία του. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τι ακριβώς ήταν αυτό το Εικοσιένα. Καθώς πριν από το 1821 υπάρχουν μια σειρά επαναστατικών κινητοποιήσεων στον ελλαδικό χώρο, τίθεται το γνωστό ζήτημα αν η Επανάσταση του Εικοσιένα είχε το ίδιο περιεχόμενο, λ.χ., με το 1770. Θα έλεγα ότι η επισφαλής λύση προβλημάτων ορίζεται εν πολλοίς από την κακή τοποθέτησή τους. Και θεωρώ κακή τοποθέτηση του προβλήματος να ρωτάμε αν το 1770 είχε τους χαρακτήρες της Επανάστασης του 1821. Είναι σαν να λέμε ότι ο νόμος της βαρύτητας υπήρχε από την εποχή που πέφτουν τα μήλα από τη μηλιά, σαν να λέμε ότι ο προάγγελος του νόμου της βαρύτητας, που διατύπωσε ο Νεύτωνας, ήταν η παλινωδία του Πλάτωνος στον Φαίδρο: οι ψυχές που αιωρούνται, και οι βαριές ψυχές που πέφτουν. Read the rest of this entry »

 

Tags:

Εβδομήντα χρόνια από την 28η Οκτωβρίου 1940

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται, την Πέμπτη, από την 28η Οκτωβρίου 1940. Με την ευκαιρία αυτή, αξιοποιώντας μια ιδέα του Σπύρου Ι. Ασδραχά, ζητήσαμε από έξι εκλεκτούς φίλους των «Ενθεμάτων», παιδιά όλοι και όλες τότε, να μας πουν πώς θυμούνται την πρώτη εκείνη μέρα του πολέμου. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκριση. Τα κείμενά τους, τα οποία ακολουθούν, πέρα από τη λογοτεχνική τους αξία, αποτελούν μαρτυρικές ψηφίδες που μας διασώζουν την αίσθηση εκείνης της μοναδικής μέρας. Μια αίσθηση που συμπυκνώνει πολλά συναισθήματα (το ξάφνιασμα, τον φόβο, την αναστάτωση, την έξαψη, τη θλίψη κ.ά.) μέσα από το φίλτρο του ανυποψίαστου παιδικού βλέμματος, όπως αναδύεται αλλά και αναπλάθεται σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά.

  • Η βοή του πολέμου

Λίγους μήνες πριν είχαμε αλλάξει σπίτι: ένας ψηλοτάβανος όροφος με ευρύχωρα δωμάτια, όπου χάνονταν τα έπιπλα και μια μεγάλη ταράτσα με ανοιχτή θέα στο Ιόνιο. Λευκάδα 1940. Η μάνα μου είχε σχεδιάσει να πάει στην Αθήνα να ξεγεννήσει το μακαρίτη αδερφό μου, το Γιώργο, γιατί με μένα είχε δύσκολη γέννα στο πατρικό της στο Αργοστόλι, αρχές Μαγιού του 1933.

Πρωί στις 28 του Οκτώβρη είχαμε βγει στην ταράτσα, όταν φάνηκαν στον ουρανό αεροπλάνα προς την Πρέβεζα. «Θα βομβαρδίσουν» λέει η μάνα μου και πριν αποσώσει το λόγο της, πάνω στο βομβ…, αρχίζει στην Πρέβεζα καταγισμός βομβών και οβίδων από τα αντιαεροπορικά. Ήταν ο πόλεμος.

Δεν θυμάμαι τη συνέχεια, θυμάμαι μόνο ακόμη ζωηρά ότι φύγαμε από την πόλη της Λευκάδας και περάσαμε απέναντι στο Ξηρόμερο, στην Περατιά, για να εγκατασταθούμε στο γονικό του πατέρα μου που το κρατούσε μόνη και χηρεμένη από καιρό η βάβω μου, από χρόνια στα μαύρα για το χαμό του δευτερότοκού της, του Γιώργου, που όπως τον παπούλη μου, τον Σπύρο, δεν γνώρισα παρά από μεγεθυμένες φωτογραφίες, περασμένες με το μολύβι. Στη σύντομη διαδρομή Λευκάδα-Πειρατιά με το μονόξυλο προσπαθούσα να διαβάσω κάτι από το «Όταν ήμουν δάσκαλος» του Κονδυλάκη.

Η αναθύμηση υποδεικνύει τα κενά της μνήμης, κυριολεκτικότερα ό,τι τότε δεν έκανε εντύπωση. Εκ των υστέρων θυμάμαι μια από τις συνέπειες του πολέμου και της φυγής που είχε προκαλέσει: την πλησμονή ανθρώπων σε στενό στεγασμένο χώρο, το «ανθρωπομάνι» του σπιτιού. Το δικό μας σπίτι δεν ήταν τεράστιο: μαζί με το «αβέρτο» τέσσερα δωμάτια στο ανώι και δυο στο κατώι, ο ένας χώρος αποθηκευτικός κι ο άλλος κατοικήσιμος με πατημένη γη αντί για πλακόστρωτο ή σανιδένιο πάτωμα. Σ’ αυτούς τους πέντε χώρους στεγαστήκαμε δεκατέσσερα άτομα, τα δύο νήπια, τα έξη πρωτοξάδερφα. Αναλογίζομαι ότι πολύ πριν από τον πόλεμο στους ίδιους χώρους είχε στεγαστεί μια εφταμελής οικογένεια, η παπουδική μου — ίσως και κανένας σέμπρος, πιθανόν με τη φαμίλια του. Η φαμίλια του σπιτιού σκόρπισε με τους γάμους· ο πόλεμος τη συνένωσε μερικώς, αλλά εγώ είχα συνηθίσει σε μικρή φαμίλια, πατέρας, μάνα κι εγώ κι ένα ακόμη πρόσωπο.

Η Λευκάδα ήταν πόλη ανοχύρωτη αλλά και κάπως προετοιμασμένη, αφού διέθετε τουλάχιστον ένα (μόνο ένα θυμάμαι) καταφύγιο και φυσικά τις σειρήνες. Λίγο αργότερα έφεραν στο Κάστρο ένα ολιγοθόρυβο αντιαεροπορικό, «σκάστρα» το ονομάτισαν. Πριν το εγκαταστήσουν, τα ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν χαμηλά και έρριχναν τις βόμβες τους, λίγες στην πόλη και περισσότερες στη θάλασσα. Όταν μπήκε η «σκάστρα» πέταγαν ψηλότερα και έτρεξε λόγος ότι είχαν ειδοποιηθεί οι Ιταλοί από την «πέμπτη φάλαγγα», την κατασκοπία. Αργότερα ειπώθηκε ότι επίτηδες οι Ιταλοί αεροπόροι άδειαζαν στη θάλασσα, ωσότου σε κάθε αεροπλάνο τοποθετήθηκε και ένας φασίστας. Μυθολογία μάλλον του πολέμου, που έχει ωστόσο το νόημά της. Οπωσδήποτε γίνανε ζημιές στα σπίτια της πόλης. Υπήρξαν και τρεις, όπως λένε, νεκροί. Γράφω επίτηδες από μνήμης, χωρίς να ανατρέχω σε βοηθήματα και μεταφέρω υστερότερα ακούσματα. Αλλιώς η παραϊστορία μου θα γινόταν ιστοριογραφική απόπειρα και θα έχανε τους αναβαθμούς της προσωπικής μαρτυρίας. Ίσως σκοτώθηκε η Μαντάμ (όπως την έλεγαν), μια οικοδιδασκάλισσα Γερμανίδα που, δεν ξέρω πώς, ξέμεινε στη Λευκάδα και δεν είχε τίποτα κοινό με την άλλη Μαντάμ, Γαλλίδα αυτή, την Ορτάνς του Καζαντζάκη. Λένε ότι σκοτώθηκε και ο Τσίτσας, ευτυχισμένος στην Κουκάνα του. Κρασοπατέρας, ροφούσε το κρασί από τα βαρέλια με ένα κούφιο καλάμι. Εκεί, στην ευδαιμονία του, τον βρήκε, αλήθεια ή ψέμα, ελεήμονας θάνατος.

Οι άνθρωποι, αμάθητοι από βομβαρδισμούς, μικρή ισχύος στην περίπτωση: πολλοί εγκατέλειπαν την πόλη και ίσως οι περισσότεροι καταύλιζαν στην κοντινή χοιρότρυπα, μια σπηλιά με σταλαγμίτες αλλά και πήλινα εδώλια, λατρευτικό στην αρχαιότητα σπήλαιο. Εμείς στην Περατιά δεν είχαμε αεροπορικές επιδρομές, τις ακούγαμε κυρίως από την Πρέβεζα και τους βλέπαμε πλήξανε τη Λευκάδα. Θυμάμαι και μιαν αερομαχία με τα καταδιωκτικά της RAF εναντίον ενός ιταλικού σμήνους. Ο βρόντος γέμιζε την ακοή και ωθούσε στον αντίβροντο, σε μας εκείνον της «σκάστρας», βρόντος χωρίς απλωσά. Οι ήχοι του πολέμου έθεταν σε ενέργεια το δόλο, αλλά και ξυπνούσαν ένα είδος συμπαθητικής μαγείας. Όταν στο χωριό ο Γαλιαρδής έβλεπε τ’ αεροπλάνα κι άκουγε τη «σκάστρα» βρόνταγε με τη γκλίτσα του το σανίδωμα μπροστά από τη μπασιά του σπιτιού του. Αργότερα διηγούνταν ότι στο μέτωπο ο Βασίλης ο εφημεριδοπώλης («καλόν αούτικον παιδίον») βρόνταγε κατά τις συρράξεις έναν τενεκέ προσθέτοντας μιαν ακόμη φωνή σ’ εκείνη των όπλων. Αλλού η αυθόρμητη συμμετοχή στον πόλεμο έπαιρνε πρακτικότερες μορφές. Ακούγαμε ότι στη Ζαβέρδα τρεις απόμαχοι, άριστοι στο σημάδι, έφτιαξαν ομάδα για να ρίχνουν στα ιταλικά αεροπλάνα με όποια ντουφέκια είχαν — ο γερο-Σερετήσιος, ο Κολοκύθας και ο Καλαμάκιας· τον έλεγαν έτσι, γιατί πετύχαινε με το όπλο του τρέχοντας καλαμένιους στόχους. Με τους ακίνδυνους ήχους ενσωματώνονταν στο νοητό πόλεμο τα «μπαμ» και τα «μπουμ» των παιδικών παιχνιδιών — κι εκείνο το «κτίμπομπομ», που έδινε αντίλαλο στον κρότο της ντουφεκιάς.

Ωστόσο, για μένα ο πόλεμος είχε κάτι σαν απελευθέρωση — δεν λέγω λύτρωση. Όχι μόνο γιατί βρέθηκα ανάμεσα στους ανθρώπους και στους συνήλικες της Ακαρνανίας, της δεύτερης πατρίδας μου που την εξιδανίκευαν τα λεγόμενα του πατέρα μου, που δεν λογάριαζε μάλλον τις λευκαδίτικες διαδρομές των απώτερων προγόνων του, Ηπειρωτών ίσως και σίγουρα Ακαρνάνων. Αλλά κυρίως, γιατί απαλλαγόμουν από δυο μου αντιπάθειες: την επιθετικότητα των «παιδιών του δρόμου» –κονσόλους ή μούλους τους έλεγαν– και από τα «καλά» παιδιά, τους γόνους των καθωσπρέπει οικογενειών με τα οποία θα έπρεπε να συγχρωτίζομαι. Στην Περατιά οι συνήλικές μου ήταν ένα σώμα, παρότι δεν ήταν και οι γονείς τους. Εκεί έμαθα πρωτόγνωρα για μένα παιχνίδια, τη γουρούνα και το γουρουνάρη, τον μπρίτζολα, το σταυρό (ξυλίκι το λεν αλλού). Το πιο ωραίο ήταν η γουρούνα: για να την παίξεις, έπρεπε να έχεις γκλίτσα. Δεν έπαιζαν όλα τα λιανοπαίδια του χωριού μαζί, αλλά τα γειτονόπουλα. Οι διατυπώσεις είναι φυσικά υστερινές, ανακρατούν όμως το τοτεσινό άφατο συναίσθημα.

Ο πόλεμος, σαν τον αέρα που αναπνέουμε, εισχωρεί παντού, ανατρέπει τους βίους και στην άψα του δεν γίνεται παρά για λίγους ισχυρούς επωφελής. Κάποιοι από τον κοσμάκη, θα επωφεληθούν αργότερα στην Κατοχή: λαθρέμποροι, μαυραγορίτες. Εισχώρησε ο πόλεμος και στο δικό μας οικογενειακό βίο. Εκεί που ετοιμαζόταν η μάνα μου να ξεγεννήσει στην Αθήνα, ξεγέννησε στην Περατιά με την πρακτική μαμή του χωριού. Μαρία νομίζω την έλεγαν, καλωσυνάτος άνθρωπος. Οι γιατροί στο μέτωπο ή αλλού επιστρατευμένοι, και η πολύπειρη μαμή της πόλης της Λευκάδας, η Ελένη, που κατά τις νυχτερινές της διαδρομές είχε συναντήσει εξώκοσμα τέρατα –το ασκί, το βαρέλι– δεν την πρόκαμε. Την επιλόχεια αρρώστια της τη θεράπευε με αρχαϊκούς τρόπους ένας απόστρατος αρχίατρος, ο μπαρμπα-Νίκος Ασπρογέρακας. Ερχόταν από το Πέρα χωριό (γιατί η Περατιά αποτελούνταν από δυο συνεχόμενα χωριά, το Πάνω και το Κάτω και το απόμακρο Πέρα χωριό) με το σελωμένο άλογό του και τα ρεμέδια του, αμισθί βέβαια, όχι μόνο ως μακρυνός συγγενής που ήταν.

Απολησμονήθηκα με τα μικρά ατομικά άλγη και δεν λέγω τίποτε για τη μονότονη καθημερινότητα του πολέμου που τη ζούσα περισσότερο ως βοή στο απυρόβλητο όπου βρισκόμαστε. Θα μπορούσα να μιλήσω για το τέλος του, όπως το έζησα σ’ ένα χωριό της Κεφαλονιάς, τα Ραζάτα. Θα ήταν μια μακρά παραϊστορία που δε γίνεται να στριμωχτεί στο διαθέσιμο χώρο των φιλόξενων «Ενθεμάτων». Ίσως να παλιμπαιδίζω στο γέρμα του βίου μου, αλλά πρόκειται για αναθυμήματα που αναχάραξα, για να μην τ’ αποξεχάσω σε όλη μου την αναστοχαζόμενη ζωή.

  • Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Η ΑΥΓΗ: 24/10/2010