RSS

Category Archives: Ασδραχά Αικατερίνη

Ό,τι δεν σβήστηκε από τη μνήμη

Το σχολείο μας, του Ξενόπουλου, στον ίδιο δρόμο με το σπίτι μας, έκλεισε και κάναμε μάθημα 3-4 παιδιά με τη δασκάλα. Είχαμε κι άλλες; Δεν θυμάμαι. Τη δικιά μας πάντως τη λέγαν Γεωργία και έχω μια φωτογραφία της μαζί με άλλα τρία κορίτσια, εγώ με φιόγκους στις κοτσίδες, γύρω από ένα τραπέζι, όταν κάναμε μάθημα.

Μ’ αυτή την Γεωργία έπαθα την πλάκα μου. Πριν πολλά χρόνια, μια μέρα που ήμουν στο σπίτι της συμμαθήτριάς μου της Αλεξάνδρας, στο Σούνιο, ήρθε ένα νεαρό ζευγάρι φίλων και μέσα στην κουβέντα αποδείχτηκε ότι η κοπέλα ήταν εγγονή της Γεωργίας (!!). Στη φωτογραφία η Γεωργία δείχνει τόσο γελαστή και καλή…

Στο μεταξύ ο πατέρας μου είχε φύγει, αξιωματικός της διαχειρίσεως, στη Λάρισα. Τέλειωσε ο πόλεμος και δεν ερχότανε. Η μάνα μου έκλαιγε συνέχεια· καθόταν πάνω στο ντιβάνι κι έκλαιγε, ήταν σίγουρη πως είχε σκοτωθεί.

Εμάς, εμένα και την μικρότερη αδελφή μου, μας είχε αναλάβει η αγαπημένη μου γιαγιά, που έμενε στο κάτω πάτωμα (το σπίτι μας ήταν διώροφο). Ήταν Κατοχή. Οι Γερμανοί είχαν ένα αρχηγείο τους στον επάνω δρόμο από τον δικό μας. Θυμάμαι αμυδρά κάτι συρματοπλέγματα κι έναν ουρανό σκοτεινό σα να μην έβγαινε ποτέ ο ήλιος.

Μια νύχτα, εμείς είμασταν απάνω, στο σπίτι, μαζί με την θεία μου την Πολυξένη, που δεν είχε παντρευτεί γιατί, αν θυμάμαι, ο αρραβωνιαστικός της χάθηκε στην Καταστροφή του 1922, στη Μικρά Ασία. Ξαφνικά ακούστηκαν βαρειά πατήματα από αρβύλες. Τρομάρα. Άγρια χτυπήματα στην πόρτα. Η θεία μου άνοιξε το μικρό πάνω παραθυράκι της πόρτας, ήταν Γερμανοί στρατιώτες. Βάρβαροι. Η θεία μου ήξερε κάτι λίγα γερμανικά. Σαν τώρα θυμάμαι τη φωνή της: Was wollen Sie?… κι αυτοί κάτι της είπαν ή μάλλον της έδειξαν, νομίζω ότι δεν είχαμε κάνει καλή συσκότιση. Αυτή γινόταν με κάτι χάρτινες κορδέλλες που κολλούσαμε πάνω στα τζάμια κι από πάνω τραβούσαμε τις κουρτίνες. Αυτό είναι όλο κι όλο που θυμάμαι απ’ αυτήν την τρομάρα.

Μια άλλη φορά είχαμε πάει στο καταφύγιο που ήτανε στο υπόγειο του απέναντι σπιτιού. Εκεί τρέχαμε όταν χτυπούσαν οι σειρήνες, κάποιοι γείτονες έβαζαν και μια κατσαρόλα πάνω στο κεφάλι τους για να γλυτώσουν από τα βλήματα! Είχε χτυπήσει συναγερμός και –αυτό το θυμάμαι καλά– οι χρωματιστοί γερμανικοί προβολείς διασταυρώνονταν στον ουρανό προσπαθώντας να παγιδέψουν τα αγγλικά αεροπλάνα που έρχονταν από πάνω, αν και η Αθήνα ήταν ανοχύρωτη πόλη… Και ξαφνικά, πολύ κοντά μας, έπεσε μια βόμβα. Αυτόν τον κρότο δεν θα τον ξεχάσω ποτέ, ούτε την τρομάρα. Νομίσαμε πως έπεσε πάνω στο σπίτι και πως ήρθαν τα τελευταία μας. Ένας κόμπος μού κάθισε στο λαιμό από την τρομάρα μου και δεν έφυγε ούτε μετά από πολύν καιρό. Τελικά η βόμβα είχε πέσει σ’ ένα άδειο οικόπεδο, τρία σπίτια παρακάτω από το δικό μας…

Και μια άλλη φορά θυμάμαι ένα γερμανικό μπλόκο. Είχε γίνει στην Καλλιθέα, όπου υπήρχαν τμήματα του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Οι Γερμανοί ήταν παντού. Θυμάμαι τις αγριοφωνάρες τους και στον δρόμο μας, μπροστά από τα σπίτια, να μπούμε μέσα, να μην βλέπουνε…

(Τι δύσκολη η δουλειά της μνήμης… μία ομίχλη πυκνή, και πού και πού ξεμυτίζει ένα αμυδρό φως· λίγο όμως, πολύ λίγο).

Θυμάμαι πώς μαζευόμασταν όλοι στο ίδιο υπόγειο για ν’ ακούσουμε από αποσφραγισμένο ραδιόφωνο τον σταθμό του Λονδίνου με τα νέα του πολέμου: it’s London calling… με το σήμα του BBC.

Τον χειμώνα του ’41 δεν θα τον ξεχάσει κανείς. Λιμός και οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους. Μια φωνή ενός γέρου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου· γυρνούσε γύρω από τα σπίτια και φώναζε: πει-νά-ωωω…

Για να μην πεθάνουμε κι εμείς, πήγαινε ο πατέρας μου στο χωριό του, το Κουπάκι Δωρίδος, να φέρει καλαμπόκι που το αντήλλασσε με κασσίτερο. Ο πατέρας μου, που είχε γυρίσει στο μεταξύ. Και πότε γύρισε; Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά ο πόλεμος είχε τελειώσει προ πολλού και είχαμε γερμανική κατοχή.

Ήταν νύχτα. Εγώ κοιμόμουν κάτω στης γιαγιάς μου, σ’ ένα δωμάτιο που έβλεπε στην αυλή. Είχα –νομίζω– τα μάτια μου ορθάνοιχτα. Και βλέπω… έναν άγγελο, με κάτασπρη φορεσιά, πετώντας, ήρθε και φίλησε τον τοίχο πάνω από το προσκεφάλι μου και το φιλί του έλαμψε και ο τοίχος έλαμψε στο μέρος που φίλησε. Εγώ είχα μείνει ξερή, αλλά νομίζω πως δεν μου φάνηκε πολύ περίεργο. Δεν πέρασε λίγη ώρα και βαρειά βήματα αρβύλας ακούστηκαν ν’ ανεβαίνουν την εξωτερική σκάλα που πήγαινε στο επάνω πάτωμα, στο δικό μας σπίτι, και βρισκόταν πάνω ακριβώς απ’ το δωμάτιο που κοιμόμουνα στο σπίτι της γιαγιάς. Ήταν ο πατέρας μου. Φωνές, κακό, ήταν αγνώριστος, με στρατιωτικά, τσαλακωμένος, χάλια. Εκεί σταματάει αυτή η ενθύμηση.

Θυμάμαι και τις μικρές που μας έρχονταν απ’ το χωριό, πολλές ήταν συγγένισσες του πατέρα μου. Απ’ αυτές θυμάμαι μόνο ένα μεγάλο καζάνι που έστηνε η μάνα μου στη μέση της κουζίνας κι αυτές έρριχναν μέσα τα μαλλιά τους να πλυθούνε για να φύγουν οι ψείρες…, αλλάζαμε συχνά κοπέλες, δεν θυμάμαι γιατί και πώς. Βοηθούσαν τη μητέρα μου στις δουλειές, πιο πολύ όμως ήταν για να φάνε ένα κομμάτι ψωμί, που ήταν τις πιο πολλές φορές σκέτο σκουπόψωμο.

Στις 12 Οκτωβρίου του ’44 ήρθε η απελευθέρωση. Ξεκουμπίστηκαν οι κακούργοι. Αυτή τη μέρα δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Ο πατέρας μου μάς πήρε, εμένα και την μικρή, 11 και 7 χρονών, και πήγαμε στο γραφείο στην πλατεία Ομονοίας, που ήταν η Εφορεία, Ίωνος 5. Τότε η Ομόνοια ήταν στρογγυλή και κάτι είχε στη μέση, που δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο τον κόσμο, τις φωνές, τα τραγούδια, και προπαντός τους αντάρτες του ΕΛΑΣ να κατεβαίνουν από την Πανεπιστημίου και να παρελαύνουν με τα φυσεκλίκια τους σταυρωτά στο στήθος. Κάπου διάβασα ότι ο ΕΛΑΣ δεν μπήκε στην Αθήνα. Εγώ όμως τους είδα. Θα πρέπει κάποια τμήματα του εφεδρικού ΕΛΑΣ να μπήκαν για την παρέλαση. Βάδιζαν κανονικά σαν στρατός. Αξέχαστο θέαμα, ανατριχιάζω στη θύμησή του.

  • Αικατερίνη Ασδραχά, Η ΑΥΓΗ: 24/10/2010

Advertisements