RSS

Category Archives: Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος

9 Μαΐου 1945: Γιατί νίκησαν οι Σύμμαχοι

65 χρόνια από το τέλος του Πολέμου στην Ευρώπη

Η υπεροχή σε άνδρες και υλικό, οι νίκες του Ερυθρού Στρατού και η ήττα του γερμανικού Ναυτικού

Εξήντα πέντε χρόνια μετά τον τερματισμό του Πολέμου στην Ευρώπη, σαν σήμερα, στις 9 Μαΐου 1945, λίγοι θυμούνται εκείνα τα σχεδόν πέντε χρόνια των πολύνεκρων συγκρούσεων και της απάνθρωπης αγριότητας. Οι Σύμμαχοι, το στρατόπεδο της δημοκρατίας και της προόδου, είχαν νικήσει το μίασμα του ναζισμού που εξέφραζε η τότε Γερμανία. Δεν ήταν απρόβλεπτη η νίκη τους, μολονότι ως το φθινόπωρο του 1942 η πολεμική μηχανή του Χίτλερ είχε κατακτήσει την Ευρώπη από τις ακτές του Ατλαντικού ως τα περίχωρα της Μόσχας, και κυριαρχούσε στον αέρα και στις θάλασσες βυθίζοντας κατά μέσον όρο τρία στα πέντε πλοία που μετέφεραν στη Βρετανία πολεμικό υλικό, άνδρες και τρόφιμα από την Αμερική. Πώς συνέβη, λοιπόν, και κέρδισαν παρ΄ όλα αυτά οι Σύμμαχοι; Υπάρχουν πολλές απαντήσεις στο ερώτημα. Ο αριθμός τους μάλιστα αυξομειώνεται και αρκετές χάνουν τη σημασία τους με την πάροδο του χρόνου, καθώς πολλαπλασιάζονται οι ψύχραιμες αναλύσεις των ειδικών και βγαίνουν στην επιφάνεια απόρρητα έγγραφα και αρχεία του πολέμου.

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μεγάλος παράγων στην ήττα της χιτλερικής Γερμανίας θεωρήθηκε- ιδιαίτερα στη Γαλλία και στα Βαλκάνια- η Αντίσταση στην κατοχική Ευρώπη. Τα έγγραφα του ναζιστικού επιτελείου όμως αποκαλύπτουν ότι, στην πραγματικότητα, μόνον η δράση των παρτιζάνων στη Ρωσία και, πολύ λιγότερο, των ανταρτών στα Βαλκάνια τους ενοχλούσε.

Στα χρόνια της ψυχροπολεμικής έντασης και με την επιρροή που είχε η Αμερική στον διεθνή Τύπο και στα ΜΜΕ η νίκη εμφανιζόταν ως αποτέλεσμα αποκλειστικά σχεδόν της εισόδου της Αμερικής στον πόλεμο. Ανάλογη ήταν- και εξακολουθεί να είναι- η θέση της Μόσχας, αλλά τουλάχιστον οι Ρώσοι πρόβαλαν τον ρόλο τους κυρίως στη χώρα τους και σε κάθε περίπτωση ο Ερυθρός Στρατός ήταν εκείνος που συνέτριψε τη χιτλερική στρατιωτική μηχανή.

Τρεις είναι οι κύριοι παράγοντες της νίκης των Συμμάχων: Η αριθμητική υπεροχή τους σε άνδρες και σε υλικό. Η νίκη του Ερυθρού Στρατού στο Στάλινγκραντ και στο Κουρσκ. Και η ήττα του γερμανικού Ναυτικού στον Ατλαντικό, καθώς τα γερμανικά ναυπηγεία δεν μπόρεσαν να αντικαταστήσουν όσα βύθιζε η δράση του Βρετανικού και του Αμερικανικού Ναυτικού.

Η Γερμανία εξάλλου δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει έρευνες και εφευρέσεις των εργαστηρίων της, όπως λ.χ. η μηχανή αεροπλάνων τζετ. Μόλις πρόλαβε στους τελευταίους μήνες του πολέμου να τοποθετήσει αυτή την «επαναστατική μηχανή» σε 12 μαχητικά της. Και υστερούσε εντυπωσιακά στον χώρο της κατασκοπείας και της αξιοποίησης πληροφοριών.

Αντίθετα προς ό,τι πίστευε το συμμαχικό στρατηγείο στο Λονδίνο, οι εκτεταμένοι και συνεχείς βομβαρδισμοί δεν είχαν σοβαρή ψυχολογική επίδραση στον γερμανικό πληθυσμό – όπως άλλωστε δεν είχαν και στους κατοίκους του Λονδίνου, ακόμη και όταν, το 1944, έγιναν στόχος των γερμανικών πυραύλων, των πρώτων που χρησιμοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα.

Εκείνο που πέτυχαν οι βομβαρδισμοί ήταν να αναγκάζουν τους Γερμανούς να μετακινούν συνεχώς τα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας τους, πράγμα πολύ δύσκολο επειδή η έκταση της Γερμανίας είναι περιορισμένη και η μετεγκατάσταση των εργατών μέγα πρόβλημα. Ηταν αυτές ακριβώς οι δυσχέρειες που καθυστέρησαν την κατασκευή νέων μεγάλου βεληνεκούς πυραύλων- ο Βέρνερ Μπράουν, ο δημιουργός τους, μετέφερε τα σχέδια του στην Αμερική πέντε χρόνια αργότερα. Και σε αυτές οφείλεται η αποτυχία των γερμανών τεχνικών και ερευνητών να αναπτύξουν τις εργασίες τους για την ατομική ενέργεια.

Οι στρατιωτικοί αναλυτές έχουν καταλήξει στο ότι η κήρυξη του πολέμου ήταν τρέλα. Μια χώρα 70 εκατ. κατοίκων δεν θα μπορούσε να ανανεώσει τις ένοπλες δυνάμεις της έπειτα από τρία χρόνια συγκρούσεων. Ο Χίτλερ και οι στρατηγοί του δεν το αγνοούσαν αυτό, πίστευαν όμως ότι ο «κεραυνοβόλος πόλεμός» τους θα εξουδετέρωνε τον εχθρό το πολύ σε δύο χρόνια. Κάτι τέτοιο φάνηκε ότι θα μπορούσε να συμβεί με την κατάκτηση της Γαλλίας σε τρεις εβδομάδες.

  • ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

Η νίκη των Συμμάχων οφείλεται ως έναν βαθμό και… στον ίδιο τον Χίτλερ. Τα λάθη του ήταν κραυγαλέα. Είχε σχεδιάσει να εισβάλει στη Βρετανία μόλις κατακτούσε τη Γαλλία, αλλά δεν είχε εξασφαλίσει τη βενζίνη για τα τότε ελικοφόρα αεροπλάνα του και η εισβολή δεν έγινε ποτέ. Ηθελε να αποκτήσει το πετρέλαιο του Ιράκ αλλά αντί να εισβάλει στην Τουρκία από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα όπου είχε βάσεις και από εκεί να προχωρήσει σχεδόν ανενόχλητος και «ελευθερωτής των μουσουλμάνων» προτίμησε να πάει μέσω Καυκάσου και μέσω Βόρειας Αφρικής. Η οροσειρά του Καυκάσου στάθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο στα μηχανοκίνητά του και στην αφρικανική έρημο οι δυνάμεις του Ρόμελ νικήθηκαν κατά κράτος.

Ο Χίτλερ επέμεινε να μην υποχωρήσει η στρατιά του φον Πάουλους από το Στάλινγκραντ με αποτέλεσμα να κατακρεουργηθεί από τα σοβιετικά πυρά και να παραδοθούν 90.000 επίλεκτοι. Σε αντίστοιχα τραγικές συνθήκες,ο Στάλιν και οι σοβιετικοί στρατηγοί του δεν δίσταζαν να υποχωρήσουν αφήνοντας ακόμη και οχυρωμένες θέσεις.

  • Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Η απέραντη σε μέγεθος και σε ανθρώπινο υλικό Σοβιετική Ενωση ανανέωσε σχεδόν δίχως προβλήματα τα 5 εκατ.και πλέον που έχασε στους τέσσερις πρώτους μήνες του πολέμου. Ούτε και είχε πρόβλημα να μεταφέρει τις πολεμικές βιομηχανίες της πέρα από τα Ουράλια. Τα χιτλερικά έγγραφα μαρτυρούν την κατάπληξη των χιτλερικών αξιωματικών, όταν τον Αύγουστο του 1943 εμφανίστηκαν στο Κουρσκ 12 σοβιετικές μεραρχίες με στρατιώτες που πρωτοέμπαιναν σε μάχη, με νέου τύπου ατομικό οπλισμό καθώς και 3.500 τανκς μεγάλης ευελιξίας και τρομερής δύναμης πυρός.

Απέναντί τους ήταν στρατιώτες που πολεμούσαν συνεχώς στην πρώτη γραμμή επί 8-12 μήνες και 3.000 προβληματικά τανκς. Η μάχη- η μεγαλύτερη σύγκρουση μηχανοκινήτων- διήρκεσε ημέρες,οι απώλειες ήταν τρομακτικές και στις δύο πλευρές,αλλά τελικώς επιβλήθηκε η ποιότητα (τανκς) και η ποσότητα (άνδρες) του Ερυθρού Στρατού.

Η νίκη στο Κουρσκ έσπασε το Ανατολικό Μέτωπο του Χίτλερ και άνοιξε τον δρόμο στους Σοβιετικούς για το Βερολίνο. Αυτά επέτρεψαν στο αμερικανοβρετανικό στρατηγείο να κρίνει ότι «υπάρχουν σήμερα προϋποθέσεις αποτελεσματικής (απόβασης) στις γαλλικές ακτές» (στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ 22 Δεκεμβρίου 1943). Τον Ιούνιο του 1944 πραγματοποιήθηκε η απόβαση, ανοίγοντας δεύτερο μέτωπο στον Χίτλερ. Το τέλος του πολέμου ήταν πλέον απλώς ζήτημα χρόνου.

  • ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Μία εβδομάδα πριν από τη λήξη του πολέμου στην Ευρώπη συναντήθηκαν στο Τοργκάου της Γερμανίας οι Αμερικανοί που έρχονταν από τα δυτικά και οι Σοβιετικοί από τα ανατολικά. Σήμερα οι δυο ανδρες της ιστορικής φωτογραφίας που έδωσαν τότε τα χέρια, ο Αλαν Γκιτζ της 1ης αμερικανικής στρατιάς Πεζικού και ο Γκαβρίλ Πατσουκόφ του 82ου ρωσικού συντάγματος Μηχανοκίνητων, υπέργηροι βετεράνοι τώρα, θα βρίσκονται στην εξέδρα των επισήμων στις τελετές της Μόσχας, παρακολουθώντας την παρέλαση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και των στρατιωτικών αγημάτων της Αμερικής, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας.

 

“Το Λένινγκραντ είναι καταδικασμένο να πεθάνει από λιμό”

  • ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “ΛΕΝΙΝΓΚΡΑΝΤ, Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ (1941-19440”
  • ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ Ν. ΔΟΡΔΑΝΑ, Η ΑΥΓΗ: 28/04/2009

Η μεγάλη διαφορά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε σχέση με τον Μεγάλο Πόλεμο έγκειται όχι μόνο στην ταχύτητα με την οποία διεξήχθησαν οι πολεμικές συγκρούσεις, αλλά πολύ περισσότερο στις τεράστιες απώλειες των αμάχων. Ως πρόβλημα τους αντιμετώπισε ευθύς εξαρχής το μιλιταριστικό Γ΄ Ράιχ, για την επίλυση του οποίου δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τα πιο ωμά και απάνθρωπα μέσα, ακολουθώντας απαρέγκλιτα τη διακηρυγμένη αρχή ότι η ανθρώπινη ζωή στις κατεχόμενες χώρες δεν έχει καμία αξία.

Η ιστορία  που διηγείται στο βιβλίο του “Λένινγκραντ, Η πολιορκία (1941-1944)” (εκδ. Ωκεανίδα)  ο ιστορικός Michael Jones δεν είναι μια ακόμα «συνηθισμένη» ιστορία του πολέμου. Το Λένινγκραντ συνιστά μια αυτόνομη ιστορία τρόμου και μαζικής εξόντωσης αμάχων, ένα έγκλημα που υπερβαίνει τα όρια και τη «λογική» του πολέμου. Ωστόσο αυτή η σχεδόν απίστευτη εξόντωση αμάχων δεν έχει βρει έως σήμερα, απ΄ όσο γνωρίζω, τη θέση της στην ιστοριογραφία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επί Σοβιετικής Ένωσης παρέμεινε εσκεμμένα στα ιστορικά αζήτητα, καθώς δεν μπορούσε να ενταχθεί στο σοβιετικό αφήγημα των μεγάλων επιτευγμάτων και μόλις το 1989 άνοιξε τις πύλες του το Μουσείο του Αποκλεισμού.

Ο Jones έρχεται με το βιβλίο του να συμβάλει στην ιστορία της πόλης και να την διηγηθεί με έναν απλό, απόλυτα κατανοητό και συνάμα γοητευτικό τρόπο, εγχείρημα που από μόνο του έχει αξία όταν κανείς επιχειρεί να μιλήσει για την φρίκη. Χάρη στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα και τη διεισδυτική ματιά του καταφέρνει να καλύψει σφαιρικά τα γεγονότα: α) αναλύοντας τις πολεμικές επιχειρήσεις και τις στρατηγικές επιλογές των δύο αντιπάλων μετά τη γερμανική εισβολή και β) εξηγώντας τις κινητήριες δυνάμεις που βοήθησαν τους απλούς ανθρώπους να παραμείνουν άνθρωποι, όταν ακόμα και αυτό δεν ήταν τότε καθόλου αυτονόητο.

Για τους Γερμανούς ο αποκλεισμός της πόλης ήταν μια στρατηγική επιλογή κυνισμού και βαρβαρότητας. Τον Χίτλερ δεν τον ενδιέφερε αναγκαστικά να καταλάβει τη μεγάλη πόλη αλλά να την εξαφανίσει με κάθε τρόπο από τον χάρτη, καθώς αποτελούσε την κοιτίδα της μπολσεβίκικης επανάστασης αλλά και κέντρο της βαριάς βιομηχανίας. Αρκούσε ο συνεπής βομβαρδισμός της, η καταστροφή των υποδομών και η αποστέρηση όλων των χρειαζούμενων για την επιβίωση του πληθυσμού.

Στο ερώτημα πόσο θα άντεχαν οι άμαχοι, οι στρατιωτικοί συμβουλεύτηκαν έναν ειδικό διατροφολόγο που αποφάνθηκε πως ο πρώτος χειμώνας αρκούσε για να αποδεκατιστεί ο πληθυσμός. Τότε η πόλη θα έπεφτε σαν ώριμο φρούτο στα χέρια του γερμανικού στρατού. Η επιστήμη στην υπηρεσία του πολέμου γνώρισε στην εθνικοσοσιαλιστική περίοδο μια πρωτόγνωρη άνθιση ασκούμενη στους ανθρώπους-πειραματόζωα.

Από την άλλη οι αναφορές στη σοβιετική ηγεσία είναι πράγματι εντυπωσιακές γιατί δείχνουν το μέγεθος της ανικανότητας (η περίπτωση του στρατάρχη Κλιμέντ Βοροσίλοφ πριν την αντικατάστασή του από τον Γκεόργκι Ζούκοφ) και της διαφθοράς που ταλάνιζε το σταλινικό καθεστώς. Η εικόνα ενός καθεστώτος που θυσίαζε χωρίς δισταγμό τα παιδιά του (συγκρότηση του Στρατού των Εθελοντών, δημιουργία του προγεφυρώματος Νέφσκι, ολοσχερής καταστροφή των αποθηκών τροφίμων Μπαντάγεφ, η σφαγή των παιδιών στο Λιτσκόβο) αναδύθηκε σε όλη της την έκταση κατά τη διάρκεια του φοβερού πρώτου χειμώνα του αποκλεισμού.

Από τη μια βρίσκονταν οι αξιωματούχοι της πόλης που αφενός είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό εναντίον αντικαθεστωτικών, όπου ως αντισοβιετική πράξη λογιζόταν και η παραμικρή διαμαρτυρία για τη λιμοκτονία στην οποία είχε καταδικαστεί ο πληθυσμός, και αφετέρου οι ίδιοι δεν στερούταν τίποτε, κάνοντας μάλιστα και επίδειξη της καλοζωίας τους.

Από την άλλη ήταν οι απλοί άνθρωποι που η πείνα τούς έκανε ικανούς για τα πιο μεγάλα και απίστευτα πράγματα αλλά και τα πιο μικρά και απάνθρωπα. Τα διασωθέντα ημερολόγια αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες των στιγμών εκείνων του μεγαλείου αλλά και της πλήρους απελπισίας. Με την θερμοκρασία στους -40, χωρίς νερό και ηλεκτρικό, οι κόλλες από τις ταπετσαρίες, οι ζώνες, οι γάτες και οι σκύλοι, τα πτώματα, τα ξύλα, τα χόρτα και τα απομεινάρια περιλήφθηκαν στο «μενού» του άνισου πολλές φορές αγώνα που έδινε η ζωή έναντι του θανάτου.

Ο κανιβαλισμός, τα λουκάνικα από ανθρώπινο κρέας, οι δολοφονίες για τον εφοδιασμό με κρέας αλλά και με κουπόνια προμήθειας ψωμιού ήταν μερικές μόνο από τις οδυνηρές προεκτάσεις του αποκλεισμού που δεν παρήγαγαν ηρωισμό και επομένως σκοπίμως αποσιωπήθηκαν από τους κομματικούς αξιωματούχους.

Εκείνο που δεν περίμενε κανείς ήταν τις στιγμές που οι άνθρωποι «πέθαιναν σαν τις μύγες» να διατρανώνεται η πίστη για την ζωή, η θέληση να παραμείνει κανείς άνθρωπος, να διατηρήσει τον αυτοσεβασμό του. Παρά τις στοίβες των πτωμάτων στους δρόμους και στα νοσοκομεία, πάντα υπήρχε ένα χέρι που απλωνόταν για να ανασηκώσει κάποιον πεσμένο από αδυναμία στον δρόμο, να του δώσει το δικό του ψωμί, να τον πάει στο σπίτι του, να τον σώσει θέτοντας ουσιαστικά σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή για χάρη του συνανθρώπου του.

Η συνέχιση της καθημερινότητας στο μέτρο του δυνατού ήταν από μόνη της μια φυγή από την σκληρή πραγματικότητα. Εν μέσω της πείνας, των χιλιάδων θανάτων και των καταιγιστικών πυρών του γερμανικού πυροβολικού η εκτέλεση της Έβδομης Συμφωνίας του Σοστακόβιτς, αλλά και οι παραστάσεις από ηθοποιούς που μόλις και μετά βίας μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους από την εξάντληση ήταν τα προμηνύματα της καταρχήν ηθικής ήττας των Γερμανών ή διαφορετικά της νίκης του ρωσικού λαού.

Το Λένινγκραντ των δυόμιση εκατομμυρίων κατοίκων κατάφερε να επιβιώσει παγιδευμένο επί 872 ημέρες μεταξύ ενός βάρβαρου εισβολέα και ενός καθεστώτος σε πλήρη σύγχυση, χάνοντας από τους βομβαρδισμούς και την πείνα κάτι παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές. Στα τέλη Ιανουαρίου 1944 η πόλη ανέπνεε και πάλι ελεύθερη από τον γερμανικό κλοιό αλλά όχι και από τις μνήμες του πολέμου.

Την Αγία Πετρούπολη του Μεγάλου Πέτρου και των τσάρων, του θωρηκτού Αβρόρα και του Λένιν, της καρδιάς της Επανάστασης επέλεξε για άντρο του ο θάνατος «θερίζοντας τεράστια σοδειά» αλλά τελικά δεν την κατέβαλε. Ίσως γιατί, όπως συνέβη και στην περίπτωση της κατεχόμενης και λιμοκτονούσας Ελλάδας, ο άνθρωπος αποθεώνεται ακόμα και μέσα από τον πλήρη ευτελισμό κάθε έννοιας ανθρωπισμού και οδηγείται σε μεγάλες πράξεις ακόμα και όταν έχει φτάσει στον πάτο του αξιακού πηγαδιού.

* Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι λέκτορας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

 

Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και η Σοβιετική Ενωση

  • Αναδημοσιεύεται από το «Ριζοσπάστη», 28/10/2001
Ο επίλογος της Συμφωνίας του Μονάχου: Γερμανικά στρατεύματα στην Πράγα, το Μάρτη του 1939

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αποτέλεσμα της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929-1933, που, παρά την όποια μικρή αναζωογόνηση στη δεκαετία του ’30, δεν ξεπεράστηκε. Ο πόλεμος, ως διέξοδος, αποτελούσε το μέσο για το εδαφικό ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις τότε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Και πρώτ’ απ’ όλα στόχευε στη συντριβή του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, της ΕΣΣΔ, και στην ανατροπή του σοσιαλισμού, ώστε να ξανακερδίσουν ένα χαμένο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ηταν πόλεμος ιμπεριαλιστικός, άρα άδικος, ενώ από τη μεριά των λαών των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και της ΕΣΣΔ ήταν δίκαιος. Και τα διδάγματα της εποχής εκείνης δεν είναι ιστορικά μόνο ως προς το ότι αναφέρονται σε γεγονότα της ταξικής πάλης του παρελθόντος. Αλλά είναι διδάγματα που ενισχύουν την ταξική πάλη στο σήμερα, για να μπορούμε να σιγουρεύουμε το σκοπό και την κατεύθυνσή της. Αλλωστε, η εποχή μας συνεχίζει να ‘ναι εποχή του ιμπεριαλισμού.Πώς προετοιμάστηκε ο πόλεμος; Πώς ξαναξεπήδησε από την ηττημένη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία το νέο και πιο βάρβαρο αιματηρό μακελειό που γνώρισε η ανθρωπότητα; Πώς η Γερμανία μετά από τους βαρείς όρους μετά την ήττα της και κυρίως την απαγόρευση να εξοπλίζεται, κατάφερε να αναπτύξει αυτή την τεράστια πολεμική μηχανή; Οι απαντήσεις σε όλα αυτά, που αποτελούν ιστορικά γεγονότα, αλλά χρήσιμα, για να εξάγονται αναγκαία συμπεράσματα για την ταξική φύση του καπιταλισμού, βοηθούν να αντιληφθούμε όχι μόνο το πώς δημιουργούνται οι προϋποθέσεις εξαπόλυσης του πολέμου, αλλά σ’ ένα βαθμό να προβλέπουμε κιόλας. Με δεδομένο ότι ο πόλεμος είναι σύμφυτος με το εκμεταλλευτικό σύστημα.

  • Μύχιοι πόθοι Αγγλογάλλων και Αμερικανών
Το Σεπτέμβρη του 1938 έγινε συνάντηση Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, στο Μόναχο, όπου η Τσεχοσλοβακία συμφωνήθηκε να δοθεί στον Χίτλερ (Οι «δράστες» του Μονάχου. Φωτογραφία, μετά την τελετή υπογραφής της Συμφωνίας)

Η Γερμανία, παρά το ότι είχε ηττηθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά την επιβολή σκληρών όρων με τη συνθήκη των Βερσαλλιών από τους νικητές (Αγγλία, Γαλλία), εξακολουθούσε να είναι ιμπεριαλιστική δύναμη. Η Αγγλία και η Γαλλία γνώριζαν ότι η Γερμανία μπορούσε πάλι να προπορευτεί απ’ τις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Ετσι θα έπρεπε λογικά οι αστικές τάξεις της Αγγλίας και της Γαλλίας με όλες τους τις δυνάμεις να εμποδίσουν την οικονομική αναγέννηση και τη στρατιωτική ανάπτυξη της Γερμανίας. Αλλά έκαναν εντελώς το αντίθετο, και εδώ αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι η ταξική αλληλεγγύη συνυπάρχει με τους ανταγωνισμούς του κεφαλαίου, πολύ δε περισσότερο που τώρα υπήρχε και ο κοινός εχθρός, ο μπολσεβικισμός. Οχι μόνο ως ιδεολογία και πολιτική, αλλά ως κρατική οντότητα και οργάνωση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στην Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.Ετσι συνέβαλαν τα μέγιστα για την αναγέννηση της οικονομικής και πολεμικής ισχύος της Γερμανίας. Απ’ το 1924 – 1925 τα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης εφάρμοσαν μια τέτοια πολιτική. Η Γερμανία ανορθώθηκε οικονομικά με τα σχέδια Ντοζ (1924) και Γιανκ (1929), τα οποία εμπνεύστηκαν κι έθεσαν σε εφαρμογή οι κύριοι εκπρόσωποι του αμερικανικού και του αγγλογαλλικού κεφαλαίου. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που με την εφαρμογή αυτών των σχεδίων τα μεγαλύτερα αμερικανικά μονοπώλια («Στάνταρντ Οϊλ», «Τζένεραλ Ελέκτρικ», «Τζένεραλ Μότορς», «Ιντερνάσιοναλ Τέλεγκραφ εντ Τέλεφον Κόμπανι», «Φορντ», «Ανακόντα» κλπ.) διείσδυσαν στη γερμανική βιομηχανία με τη μέθοδο των απευθείας επενδύσεων. Στην καθαρά πολεμική παραγωγή, η πρόοδος της ναζιστικής Γερμανίας, χάρη στα ξένα κεφάλαια, υπήρξε εντυπωσιακή. Στα χρόνια 1933-39 τα πολεμικά έξοδα της Γερμανίας αυξήθηκαν περισσότερο από 12 φορές, ενώ η γερμανική πολεμική παραγωγή αυξήθηκε 22 φορές. Οι Ενοπλες Δυνάμεις της την 1η Σεπτέμβρη του 1939 έφταναν τα 4,6 εκατομ. άνδρες και διέθεταν 26 χιλιάδες πυροβόλα και όλμους, 3,2 χιλιάδες άρματα μάχης, 4,4 χιλιάδες πολεμικά αεροπλάνα, 115 πολεμικά πλοία (από αυτά 57 υποβρύχια).

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος πρώτ’ απ’ όλα στόχευε στη συντριβή του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, της ΕΣΣΔ, και στην ανατροπή του σοσιαλισμού, ώστε να ξανακερδίσουν ένα χαμένο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα

Το βασικό περιεχόμενο των διεθνών εξελίξεων καθοριζόταν βασικά από την αντίθεση ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, που εκφραζόταν ως αντίθεση ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τα καπιταλιστικά κράτη. Οι αστικές κυβερνήσεις επιδίωκαν να τσακίσουν το σοσιαλισμό. Απ’ αυτό το σκοπό καθοδηγούνταν και στο γερμανικό ζήτημα οι κυβερνήσεις των νικηφόρων κρατών. Τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, μετά την αποτυχία της στρατιωτικής επέμβασής τους κατά του σοβιετικού κράτους, στα πρώτα δύο χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, δεν εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους για την εξόντωση του σοσιαλισμού με την ένοπλη βία. ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία συνέχισαν να καταστρώνουν σχέδια για νέες αντισοβιετικές πολεμικές περιπέτειες. Και προσπαθώντας να βρουν τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις για να πραγματοποιήσουν αυτά τους τα σχέδια έστρεψαν την προσοχή τους προς τη Γερμανία.Η Γερμανία με τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική της ισχύ, με την ικανότητά της να παραθέσει στο μέτωπο σημαντικό στρατό, με τη μιλιταριστική της παράδοση, ήταν ικανή να εξαπολύσει πόλεμο για την καταστροφή της ΕΣΣΔ.

ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία σχεδίαζαν την υποκίνηση ενός πολέμου Γερμανίας και Ιαπωνίας κατά της ΕΣΣΔ με σκοπό να λύσουν δύο ζητήματα: Με τις Γερμανία και Ιαπωνία να εξαφανίσουν τη Σοβιετική Ενωση αλλά και να εξασθενίσουν Γερμανία και Ιαπωνία με έναν παρατεταμένο εξοντωτικό πόλεμο.

  • Δύο ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί

Ετσι, διαμορφώθηκαν δύο μεγάλες και επικίνδυνες πολεμικές εστίες: Η Γερμανία στην Ευρώπη, η Ιαπωνία στην Απω Ανατολή. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, αφού δυνάμωσε αρκετά, με πρόσχημα την εξάλειψη της αδικίας, που δημιούργησαν οι αποφάσεις της Συνθήκης των Βερσαλιών (συνθήκη που θεσμοθετούσε τα αποτελέσματα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές), άρχισε να αξιώνει το ξαναμοίρασμα του κόσμου προς όφελός του. Η εγκαθίδρυση στη Γερμανία, το 1933, του ναζισμού, μιας ωμής δικτατορίας του τρόμου και των διωγμών, και ας είχε ανέβει στην κυβερνητική εξουσία με κοινοβουλευτική μορφή (τα μονοπώλια είχαν επιλέξει τον Χίτλερ για την εξουσία), μετέβαλε αυτή τη χώρα σε δύναμη κρούσης του ιμπεριαλισμού, που στρεφόταν, κατά πρώτο λόγο, ενάντια στην ΕΣΣΔ. Σ’ αυτή την κατεύθυνση έδιναν συμβουλές οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικανοί, ακόμη και ως προς το σχέδιο επίθεσης. Αρχικά στην Πολωνία, μετά στην Τσεχοσλοβακία και από κει στην ΕΣΣΔ.

Αλλά τα σχέδια του γερμανικού ιμπεριαλισμού δεν περιορίζονταν μόνο στην υποδούλωση των λαών της Σοβιετικής Ενωσης. Το πρόγραμμα της παγκόσμιας κυριαρχίας τους προέβλεπε τη μετατροπή της Γερμανίας σε κέντρο μιας γιγαντιαίας αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, που η εξουσία και η επιρροή της θα απλώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη και στα πιο πλούσια μέρη της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής. Και τότε τα πετρέλαια και οι δρόμοι τους αποτελούσαν ισχυρό δέλεαρ για κατακτήσεις εδαφών και πόλεμο.

Η συντριβή και η κατάκτηση της Σοβιετικής Ενωσης, με σκοπό την εξαφάνιση πρώτα απ’ όλα του κέντρου του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, καθώς και η διεύρυνση του «ζωτικού χώρου» του γερμανικού ιμπεριαλισμού, υπήρξε η βασικότερη πολιτική επιδίωξη του ναζιστικού καθεστώτος και, ταυτόχρονα, η βασικότερη προϋπόθεση για την παραπέρα επιτυχή ανάπτυξη της επιδρομής σε παγκόσμια κλίμακα. Το ξαναμοίρασμα του κόσμου και την εγκαθίδρυση «νέας τάξης» επιδίωκαν, επίσης, και οι ιμπεριαλιστές της Ιταλίας και Ιαπωνίας. Οι κυβερνήσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών, ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, με κίνητρο το ταξικό μίσος προς την ΕΣΣΔ, ακολουθούσαν πολιτική συνωμοσίας με τον Χίτλερ.

  • Η συνεπής στάση της ΕΣΣΔ

Η Σοβιετική Ενωση, σε συνθήκες που ο πόλεμος ήταν ορατός και αναπόφευκτος, ακολούθησε πολιτική, που απέβλεπε στην όσο γίνεται συγκράτηση του γερμανικού ιμπεριαλισμού και τη δημιουργία, όσο μπορούσε να γίνει, προϋποθέσεων ασφάλειας και διατήρησης της ειρήνης. Ετσι, στις 2 του Μάη 1935 υπογράφτηκε στο Παρίσι το γαλλο-σοβιετικό σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας και με την Τσεχοσλοβακία. Η σοβιετική κυβέρνηση πάλευε με κάθε μέσο για την αποτροπή του πολέμου. Ταυτόχρονα, το σοβιετικό κράτος πήρε μια σειρά μέτρα, που απέβλεπαν στην ενίσχυση της άμυνας της χώρας και στην ανάπτυξη του στρατιωτικο-οικονομικού δυναμικού της.

Στη δεκαετία του 1930 η χιτλερική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια διπλωματική, στρατηγική και οικονομική προπαρασκευή του παγκόσμιου πολέμου. Τον Οκτώβρη του 1933 η Γερμανία εγκατέλειψε τη Διάσκεψη της Γενεύης για τον αφοπλισμό και κατέθεσε δήλωση αποχώρησης από την Κοινωνία των Εθνών. Στις 16 του Μάρτη 1935 ο Χίτλερ παραβίασε τα άρθρα, τα σχετικά με τον πόλεμο, που περιλαμβάνονταν στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλιών του 1919 και κήρυξε στη χώρα γενική επιστράτευση. Το Μάρτη του 1936 τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη της Ρηνανίας. Το Νοέμβρη του 1936 η Γερμανία και η Ιαπωνία υπέγραψαν το «αντικομμουνιστικό σύμφωνο» (ενάντια στη Γ’ Διεθνή), στο οποίο το 1937 προσχώρησε και η Ιταλία. Αυτή η δραστηριότητα οδήγησε σε μια σειρά διεθνείς πολιτικές κρίσεις και τοπικούς πολέμους. Στη δεκαετία του ’30 άρχισαν επιθετικοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι με την εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα (άρχισε το 1931), την εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία (1935-1936) και τη γερμανοϊταλική επέμβαση στην Ισπανία (1936-1939).

Η Γερμανία, επωφελούμενη από την πολιτική της λεγόμενης μη επέμβασης, που ακολουθούσαν η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, κατέλαβε το Μάρτη του 1938 την Αυστρία και άρχισε να προετοιμάζει επίθεση κατά της Τσεχοσλοβακίας. Υπήρχαν βεβαίως οι συμφωνίες της με τη Γαλλία το 1924 και με την ΕΣΣΔ το 1935, που προέβλεπαν στρατιωτική βοήθεια αυτών των κρατών στην Τσεχοσλοβακία. Εξάλλου, η Σοβιετική Ενωση δεν παρέλειπε να δηλώνει ότι ήταν έτοιμη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να προσφέρει στην Τσεχοσλοβακία στρατιωτική βοήθεια, ακόμα και στην περίπτωση που το παράδειγμά της δε θα το ακολουθούσε η Γαλλία.

Παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση Ε. Μπένες της Τσεχοσλοβακίας δε δέχτηκε τη βοήθεια της ΕΣΣΔ. Και, βεβαίως, στην υπόθεση «Τσεχοσλοβακία» τη λύση έδωσε η συμφωνία του Μονάχου. Το Σεπτέμβρη του 1938 έγινε συνάντηση Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, στο Μόναχο, όπου η Τσεχοσλοβακία συμφωνήθηκε να δοθεί στον Χίτλερ. Χωρίς ουσιαστικά να γίνει συζήτηση, αφού ήδη η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας είχε προειδοποιηθεί με τελεσίγραφο της Μεγάλης Βρετανίας να δεχτεί τους όρους της Γερμανίας, δηλαδή την προσάρτηση στη Γερμανία εδαφών της με γερμανικό πληθυσμό (περιοχή των Σουδητών).

Αποτέλεσμα της συμφωνίας του Μονάχου ήταν, οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, να επιβάλουν τους όρους της Γερμανίας στην Τσεχοσλοβακία και ουσιαστικά να συμφωνήσουν για την κατάληψη, από τη Γερμανία, της περιοχής των Σουδητών, υπολογίζοντας με τον τρόπο αυτό να ανοίξουν στη Γερμανία «το δρόμο προς Ανατολάς». Ετσι, λύθηκαν πια τα χέρια της Γερμανίας για την επίθεση.

  • Ο πόλεμος αρχίζει

Προς το τέλος του 1938 η ναζιστική Γερμανία άρχισε διπλωματική επίθεση κατά της Πολωνίας, δημιουργώντας τη λεγόμενη κρίση του Ντάντσιχ, που σήμαινε ότι, με το πρόσχημα των αξιώσεων για την εξάλειψη των «αδικιών της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλιών», σχετικά με την ελεύθερη ζώνη της πόλης Ντάντσιχ, έψαχναν αφορμή να πραγματοποιήσουν εισβολή στην Πολωνία. Το Μάρτη του 1939 η Γερμανία κατέλαβε ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία. Στη συνέχεια κατέλαβε την περιοχή Μέμελ της Λετονίας και επέβαλε στη Ρουμανία υποδουλωτικό «οικονομικό» σύμφωνο. Η Ιταλία τον Απρίλη του 1939 κατέλαβε την Αλβανία. Ως απάντηση στη διεύρυνση της φασιστικής εισβολής, οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, για να περιφρουρήσουν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντά τους στην Ευρώπη, υποσχέθηκαν «εγγυήσεις ανεξαρτησίας» σε Πολωνία, Ρουμανία, Ελλάδα και Τουρκία. Η Γαλλία ανέλαβε, επιπλέον, την υποχρέωση να δώσει στρατιωτική βοήθεια στην Πολωνία σε περίπτωση επίθεσης της Γερμανίας εναντίον της. Τον Απρίλη – Μάη του 1939 η Γερμανία κατήγγειλε την αγγλοαμερικανική ναυτική συμφωνία του 1935, ακύρωσε το σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία, που υπογράφτηκε το 1934, και έκλεισε με την Ιταλία το λεγόμενο Χαλύβδινο σύμφωνο, με βάση το οποίο η ιταλική κυβέρνηση υποχρεωνόταν να βοηθήσει τη Γερμανία, αν αυτή εμπλακεί σε πόλεμο με τις δυτικές καπιταλιστικές δυνάμεις.

  • Μια αναπόφευκτη ταχτική

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η ΕΣΣΔ επιμένει στην αναγκαιότητα συμφωνίας με Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία, προκειμένου να αντιμετωπιστεί όσο μπορούσε η εξελισσόμενη σε παγκόσμιο πόλεμο πραγματικότητα, με βασικό πεδίο το έδαφος της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας άρχισαν διαπραγματεύσεις με την ΕΣΣΔ που έγιναν στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1939. Βεβαίως, στόχευαν όχι στο να υπογράψουν συμφωνία, αλλά κωλυσιεργώντας στις διαπραγματεύσεις να επιταχύνουν την επίθεση της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ. Ετσι, δε δέχτηκαν την υπογραφή συμφωνίας, που πρότεινε η ΕΣΣΔ και που μιλούσε για κοινό μέτωπο κατά των ναζιστών. Πρότειναν, μάλιστα, στη Σοβιετική Ενωση να αναλάβει μονομερείς υποχρεώσεις να βοηθήσει οποιονδήποτε Ευρωπαίο γείτονά της σε περίπτωση επίθεσης εναντίον του. Επιδίωξή τους μ’ αυτή την ταχτική ήταν να παρασύρουν την ΕΣΣΔ σε πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και να την αφήσουν μόνη της. Ετσι, δεν επήλθε συμφωνία.

Την ώρα που οδηγούσε τις διαπραγματεύσεις της Μόσχας σε αποτυχία, η αγγλική κυβέρνηση ερχόταν σε μυστικές επαφές με τους χιτλερικούς, μέσω του πρεσβευτή τους στο Λονδίνο Χ. Ντίρκσεν, επιδιώκοντας να πετύχει συμφωνία με τη Γερμανία για το ξαναμοίρασμα του κόσμου, με δεδομένη την επίθεση στην ΕΣΣΔ και την καταστροφή της.

Η Σοβιετική Ενωση μπροστά στον άμεσο κίνδυνο επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας και έχοντας προβλέψει το αναπόφευκτο του πολέμου, αφού δεν ευοδώθηκαν οι διαπραγματεύσεις υπογραφής συμφωνίας με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, οδηγείται στην υπογραφή του προτεινόμενου, από τη Γερμανία, συμφώνου μη επίθεσης, του γνωστού και ως συμφώνου Μολότοφ – Ρίμπεντροπ. Σκοπός της από άποψη ταχτικής ήταν να καθυστερήσει όσο γίνεται περισσότερο τη ναζιστική επίθεση ενάντιά της και να προετοιμαστεί επίσης όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένα για την αντιμετώπιση του πολέμου της Γερμανίας ενάντιά της. Αυτή η επιλογή ήταν αναπόφευκτη και με μια έννοια επιβλήθηκε από την ταχτική των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η υπογραφή στις 23 του Αυγούστου 1939 του σοβιετικογερμανικού συμφώνου είχε τη δική του συμβολή ώστε, παρά τους υπολογισμούς των πολιτικών του ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού (Γαλλίας-Βρετανίας), αλλά και των ΗΠΑ, ο παγκόσμιος πόλεμος να αρχίσει με τη σύγκρουση στους κόλπους του καπιταλιστικού κόσμου.

  • Ριζοσπάστης, 28/10/2009

Πηγές:

Υπουργείο Αμυνας της ΕΣΣΔ – Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκδόσεις «20ός αιώνας»

Η Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια

Θανάση Παπαρήγα: «Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος – Σκέψεις για μερικές πλευρές του», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

 

Μια τραυματισμένη μνήμη

  • Των ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΤΗ, ΕΛΛΗΣ ΛΕΜΟΝΙΔΟΥ*, Η ΑΥΓΗ: 25/10/2009

Υπό μία έννοια, κανένα ιστορικό γεγονός, πόσο μάλλον ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, δεν παγιώνεται σε μια κοινή και δεσμευτική ερμηνευτική εκδοχή, για όσο χρόνο εξακολουθεί η μνήμη του να είναι ζωντανή και να φλεγμαίνει, αλλά και οι ιστοριογραφικές του προσεγγίσεις να είναι πληθυντικές, επιχειρώντας να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις σε διαρκώς ανανεούμενα και πολλαπλασιαζόμενα ερωτήματα.

Η σύγχρονη Ευρώπη θεμελίωσε την ιστορική της αυτοσυνειδησία, αλλά και τις ιστορικές προσδοκίες της -που, ως γνωστόν, παραπέμπουν σε μια ενιαία πολιτική, οικονομική και πολιτισμική οντότητα- στην ίδια την επίγνωση της καταστροφής, στους δύο Παγκοσμίους πολέμους. Και συγκεκριμένα επάνω σε ιστορικά γεγονότα αρνητικά, τραυματικά και επίμαχα, που είναι εξαιρετικά δύσκολο να τα λησμονήσεις ή να τα αναπαραστήσεις στις αφάνταστες διαστάσεις της φρίκης τους.

Εξακολουθούν, ωστόσο, να υπάρχουν κοινωνίες που, παρά τις όποιες σπασμωδικές ενέργειες αυτοκάθαρσης και από-ενοχοποίησης, αδυνατούν ή επιλέγουν να μην αναμετρηθούν με το επίμαχο παρελθόν τους. Διστάζουν να αναγνωρίσουν τις ευθύνες τους και να διερευνήσουν, όπως παραδείγματος χάρη θα όφειλε επιτακτικά να κάνει η Ελβετία, την προνομιακή σχέση του τραπεζικού τους συστήματος με το ναζιστικό καθεστώς, καίρια πτυχή της οποίας ήταν ο ρόλος τους στην ιδιοποίηση των περιουσιών των Εβραίων που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας και θανάτου. Στις κοινωνίες αυτές, μια πλασματικά θετική και αυτο-δικαιωτική συλλογική αυτο-εικόνα, που κρύβει τεχνηέντως το απόστημα της καταπιεσμένης ένοχης μνήμης, συνοδεύεται συχνά -στο όνομα μάλιστα της ελευθερίας του λόγου- από την απαίτηση της κατάργησης της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, η οποία ποινικοποιεί την προπαγάνδιση της μισαλλοδοξίας, του αντισημιτισμού και του ιστορικού αναθεωρητισμού.

  • Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στα ελληνικά σχολικά βιβλία ιστορίας

Τα εγχειρίδια που θα μας απασχολήσουν είναι αυτά της ΣΤ’ Δημοτικού (Ακτύπης και άλλοι, 2007), της Γ’ Γυμνασίου (Λούβη – Ξιφαράς, 2007) και της Γ’ Λυκείου Γενικής Παιδείας (Κολιόπουλος και άλλοι, 2007), επειδή σε αυτές τις τάξεις προβλέπεται από το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών (Curriculum) η διαπραγμάτευση της ιστορίας του 19ου και του 20ού αιώνα, συμπεριλαμβανομένου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σποραδικές αναφορές στην ίδια περίοδο γίνονται και σε άλλα σχολικά βιβλία, όπως στα Θέματα Ιστορίας (μάθημα επιλογής στη Β’ Λυκείου) και στις Ρίζες του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού (μάθημα επιλογής στην Α’ Λυκείου). Αλλά η εστίαση των δύο αυτών βιβλίων είναι διαφορετική, οπότε οι σχετικές αναφορές δεν μπορεί να έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα.

Το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού των Ακτύπη και άλλων έχει μακρά ιστορία: Ως σχολικό εγχειρίδιο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1989 από τον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, αναθεωρήθηκε το 1992 και το 1997, αντικαταστάθηκε το 2006 από το γνωστό και επιλεγμένο κατόπιν διαγωνισμού του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου βιβλίο των Μαρίας Ρεπούση και άλλων (Ιστορία Στ’ Δημοτικού. Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια) και επανήλθε εκ νέου αναθεωρημένο, το 2007, μετά την απόσυρση του προκατόχου και αντικαταστάτη του! Η συγγραφή του νέου βιβλίου, που θα αντικαταστήσει πάλι εκείνο των Ακτύπη κ.ά., είχε ανατεθεί από τους υπουργούς παιδείας της προηγούμενης κυβέρνησης -χωρίς διαγωνισμό αυτή την φορά!- σε συγγραφική ομάδα υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Ι. Κολιόπουλου.

Το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου, το επαρκέστερο από όσα διδάσκονται σήμερα στην ελληνική εκπαίδευση, επελέγη μετά από ανοικτό διαγωνισμό για να αντικαταστήσει το μακρόβιο (1992-2006) προηγούμενο του καθηγητή Β. Σφυρόερα.

Τέλος, το βιβλίο της Γ’ Λυκείου -προϊόν ανάθεσης, μετά την εσπευσμένη απόσυρση, το 2002, του βιβλίου των Γιώργου Κόκκινου κ.ά. (Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου -Γ’ Ενιαίου Λυκείου γενικής παιδείας), το οποίο είχε επίσης επιλεγεί μετά από ανοικτό διαγωνισμό- εκδόθηκε πρώτη φορά το 2007, αντικαθιστώντας το εξαιρετικά μακρόβιο (1981-2006) εγχειρίδιο των Σκουλάτου – Δημακόπουλου – Κόνδη.

  • Συγκλίσεις και αποκλίσεις των αναπαραστάσεων του Β’ Παγκοσμίου πολέμου στα χρησιμοποιούμενα σχολικά βιβλία

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος καλύπτεται συνοπτικότερα στο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού, εκτενέστερα σε εκείνο της Γ’ Γυμνασίου και ευρύτερα ακόμη στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου. Αυτό φαίνεται όχι μόνο από τον απόλυτο αριθμό των σελίδων και των διδακτικών ενοτήτων, που αυξάνονται σταδιακά από τη μία εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη, αλλά και από το ποσοστό στο σύνολο των σελίδων του κάθε βιβλίου.

Η παραπάνω κλιμάκωση τηρεί ουσιαστικά τις προδιαγραφές του Αναλυτικού Προγράμματος (2003), που προβλέπουν για το Δημοτικό περισσότερη έμφαση στην ελληνοκεντρική ιστορία, για το Γυμνάσιο διατήρηση της ίδιας προτεραιότητας αλλά εμβάθυνση και σχετική πύκνωση των αναφορών στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, ενώ στο Λύκειο την ισόρροπη ένταξη της ελληνικής ιστορίας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο.

  • Οι «πηγές» – παραθέματα

Η ιστορική προσέγγιση του θέματος δεν γίνεται, όπως είναι ευνόητο, μόνο δια μέσου της ιστορικής αφήγησης, αλλά και μέσα από την παράθεση συνοδευτικού, γραπτού και εικονιστικού υλικού, δηλαδή «πηγών». Και εδώ ο πλούτος του συνοδευτικού υλικού αυξάνεται από τη μία βαθμίδα στην άλλη, ενώ το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού υστερεί ως προς την αξιοποίηση πηγών σύγχρονων με τα γεγονότα, τις οποίες, αντίθετα, προτιμούν κατά πλειονότητα οι συγγραφείς των δύο άλλων βιβλίων.

Από την άποψη της διδακτικής αξιοποίησης ποικίλων «πηγών», το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου υπερέχει συγκριτικά, διότι παραπέμπει και σε λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα που αναφέρονται στην εξεταζόμενη περίοδο, εμπλουτίζοντας την ιστορική παιδεία των μαθητών και μαθητριών. Προτείνεται, λοιπόν, στους μαθητές-αναγνώστες του να παρακολουθήσουν κινηματογραφικές ταινίες, όπως Η πιο μεγάλη μέρα του πολέμου, Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;, Η διάσωση του στρατιώτη Ράιαν, Η πτώση, Η ζωή είναι ωραία κ.ά., αλλά και να διαβάσουν λογοτεχνικά κείμενα, όπως το Οδοιπορικό του ’43 (Μπεράτης), Νύχτες και αυγές (Αλεξανδρόπουλος), Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου (Ζέη), Εάν αυτό είναι άνθρωπος (Πρίμο Λέβι) κ.ά.

  • Πτυχές των αναπαραστάσεων του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου στα ελληνικά σχολικά βιβλία ιστορίας

Οι βασικές κατευθύνσεις στις οποίες στρέφεται η ανάλυση των συγγραφέων των τριών βιβλίων, αλλά και το συνοδευτικό-υποστηρικτικό υλικό, συγκλίνουν στα εξής σημεία:

Η πορεία προς τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και κυρίως τα αίτια και τα «προμηνύματά» του: συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 1929, η άνοδος του Φασισμού και του Ναζισμού, οι προκλήσεις του Άξονα, ο κλονισμός της Κοινωνίας των Εθνών, η «πολιτική κατευνασμού», η συμφωνία του Μονάχου (1938).

Η περίοδος 1939-1945:

Πολιτική και διπλωματία: αναφορές σε συμφωνίες, συμμαχίες, συνθήκες.

Στρατιωτικές εξελίξεις: αναφορές σε μέτωπα, επιχειρήσεις.

Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος του πολέμου: αναφορές σε απώλειες και καταστροφές.

Το Ολοκαύτωμα: αναφορές στην εγκληματική-γενοκτονική διάσταση του πολέμου.

Η ελληνική συμμετοχή: αναφορές στον ελληνοϊταλικό και ελληνογερμανικό πόλεμο, στην Κατοχή, την Αντίσταση και την Απελευθέρωση.

Η μετάβαση στον μεταπολεμικό κόσμο: αναφορές στην ανάδυση του Ψυχρού Πολέμου, στον Ελληνικό Εμφύλιο, στην ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. (Σε μερικές περιπτώσεις τα θέματα αυτά εντάσσονται στις διδακτικές ενότητες που αφορούν τη μεταπολεμική/ ψυχροπολεμική περίοδο).

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, όμως, οι αποκλίσεις μεταξύ των εξεταζόμενων βιβλίων. Αναφορικά με τα αίτια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου στο βασικό αφηγηματικό κείμενο του βιβλίου της Γ’ Γυμνασίου γίνεται ρητή αναφορά «στον φόβο των Δυτικών Δυνάμεων απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, που τις έκανε να αντιμετωπίζουν για πολύ καιρό με αδράνεια, αν όχι με ικανοποίηση, την επιθετικότητα της ναζιστικής Γερμανίας, ελπίζοντας ότι θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν ως ανάχωμα που θα εμπόδιζε την εξάπλωση της σοβιετικής επιρροής στην Ευρώπη» (σ. 125). Παρόμοια αναφορά δεν γίνεται στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου, παρά την εκτενέστερη διαπραγμάτευση που ακολουθεί, αλλά ούτε και σε αυτό της ΣΤ’ Δημοτικού, το οποίο όμως είναι ούτως ή άλλως πολύ συνοπτικότερα γραμμένο.

Η αποσιώπηση της αντιπαλότητας μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Δυτικοευρωπαϊκών Δυνάμεων κατά την περίοδο που προηγήθηκε του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, αντιπαλότητα την οποία εκμεταλλεύτηκε ο Χίτλερ, δυσχεραίνει την κατανόηση των συνθηκών που υπονόμευσαν την «πολιτική κατευνασμού» και οδήγησαν στη σύναψη του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ το 1939. Δυσχεραίνει, δηλαδή, την κατανόηση του φόβου των Σοβιετικών μήπως η χώρα τους μείνει τελικά μόνη στην αντιμετώπιση των Ναζί, όπως το εύχονταν πολλοί συντηρητικοί της Δύσης, προσβλέποντας στην αμοιβαία εξόντωση ή τουλάχιστον αποδυνάμωση των αντιπάλων τους, της ΕΣΣΔ και της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Αναφορικά με την αφήγηση των πολεμικών επιχειρήσεων του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου, το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου αφιερώνει μία διδακτική ενότητα (την 46η: 4 σελίδες σε σύνολο 14 του σχετικού κεφαλαίου, ποσοστό 12,95%), ενώ το βιβλίο της Γ’ Λυκείου δύο διδακτικές ενότητες (Ε2 και Ε4: 7 και 2/3 σελίδες σε σύνολο 29 του σχετικού κεφαλαίου, ποσοστό 26,41%).

Η διαφορά στο ποσοστό υποδηλώνει ότι οι συγγραφείς του 2ου βιβλίου κλίνουν εκ των πραγμάτων προς το αφηγηματικό πρότυπο της «ιστορίας-μάχης» (“histoire-bataille”), δηλαδή μιας παραδοσιακής ακαδημαϊκής ιστορικής αφήγησης που δίνει περισσότερη έμφαση στα πολεμικά γεγονότα. Αξίζει να επισημάνουμε ότι οι εν λόγω σελίδες του βιβλίου της Γ’ Λυκείου (σσ. 115-118, 126-128) είναι κατάφορτες από στρατιωτικούς όρους. Παρόλο που πολλοί όροι εξηγούνται, εντούτοις, το πλήθος τους λειτουργεί μάλλον επιβαρυντικά στη μαθησιακή διαδικασία.

Σχετικά με το Ολοκαύτωμα, στο βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου γίνονται αρκετές αναφορές τόσο στο βασικό αφηγηματικό κείμενο όσο και σε παραθέματα-πηγές· ωστόσο, δεν αφιερώνεται ειδική διδακτική ενότητα, όπως συμβαίνει παραδείγματος χάρη στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου (σσ. 129-132).

Αναφορικά με τις γενικότερες καταστροφικές συνέπειες του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου, παρόλο που το βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου είναι πιο συνοπτικό, ωστόσο αφιερώνει μία ολόκληρη διδακτική ενότητα και συμπεριλαμβάνει στην κατηγορία «επιπτώσεις» τις ανθρώπινες απώλειες, τις αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, τις υλικές καταστροφές, την κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, την ηθική καταρράκωση, την εξασθένηση του διεθνούς ρόλου της Ευρώπης και την ίδρυση του ΟΗΕ. Από την άλλη πλευρά, στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου δεν αφιερώνεται ειδική ενότητα, αλλά, σε αυτή που γίνεται λόγος για το Ολοκαύτωμα προστίθενται ως γενικότερες συνέπειες οι αναφορές στις ανθρώπινες απώλειες και στις υλικές καταστροφές, ενώ στο επόμενο κεφάλαιο («Ο μεταπολεμικός κόσμος», σ. 139 κ.ε.) γίνεται λόγος για τον ΟΗΕ.

Αναφορικά με την ελληνική συμμετοχή στον πόλεμο και, ιδιαίτερα, αναφορικά με την παρουσίαση της Εθνικής Αντίστασης σημειώνονται οι πιο ενδιαφέρουσες αποκλίσεις. Καταρχήν, ποσοτικές: Ενώ το συνοπτικότερο βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου αφιερώνει περίπου μία σελίδα συνεχούς αφηγηματικού κειμένου (ποσοστό 7,14% επί του συνόλου των σελίδων του κεφαλαίου για τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο), το εκτενέστερο βιβλίο της Γ’ Λυκείου αφιερώνει λιγότερο από μισή (αντίστοιχο ποσοστό 1,72%) – χωρίς να ληφθούν υπόψη οι συνοδευτικές πηγές-παραθέματα.

Ακόμα και στο πολύ συνοπτικότερο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού, στο πλαίσιο του βασικού αφηγηματικού κειμένου η αναφορά στην Εθνική Αντίσταση καταλαμβάνει σχεδόν μισή σελίδα (αντίστοιχο ποσοστό 2,78%). Η ποσοτική διαφοροποίηση αποκαλύπτει, γενικότερα μεν, την εξ ορισμού επιλεκτική και ιδεολογική διάσταση της ιστορικής αφήγησης, ειδικότερα δε, τον διαφορετικό βαθμό εστίασης των συγγραφέων των σχολικών βιβλίων και, κατά συνέπεια, την σχετική σημασία που αποδίδεται κάθε φορά στο ίδιο ιστορικό φαινόμενο.

Στο βιβλίο της Γ’ Λυκείου, ενώ για τον ένοπλο ελληνικό αγώνα στο πλευρό των Συμμάχων αφιερώνεται αφηγηματικό κείμενο μισής σελίδας, όπου γίνεται λόγος για τις μάχες στο Ελ Αλαμέιν και στο Ρίμινι, για τις επιδρομές του Ιερού Λόχου στο Αιγαίο και την δράση των αντιτορπιλικών Βασίλισσα Όλγα και Αδρίας, από την άλλη πλευρά, αναφορικά με την Αντίσταση στον ελλαδικό χώρο, δεν μνημονεύονται συγκεκριμένες ενέργειες των αντιστασιακών οργανώσεων.

Λείπει έστω και μία πρόταση όπως «Περιοχές ολόκληρες απελευθερώθηκαν και στην “Ελεύθερη Ελλάδα” που δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό λειτούργησαν νέοι θεσμοί», που ωστόσο υπάρχει στο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού (σ. 242). Λείπουν επίσης οι αναφορές -που περιλαμβάνονται στο συνοπτικότερο βιβλίο της Γ’ Γυμνασίου- στους Γλέζο, Σάντα και σε Ελληνίδες αγωνίστριες όπως η Ηλέκτρα Αποστόλου, η Λέλα Καραγιάννη, η Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

Στο σημείο αυτό, άλλωστε, αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με το προκάτοχο βιβλίο της Ιστορίας Γενικής Παιδείας στην Γ’ Λυκείου, το βιβλίο των Σκουλάτου, Β. – Δημακόπουλου, Ν. – Κόνδη, Σ. (Ιστορία νεότερη και σύγχρονη, τεύχος Β’, Γ’ Ενιαίου Λυκείου), στο οποίο τουλάχιστον 14 σελίδες είχαν αφιερωθεί στο ίδιο ιστορικό φαινόμενο (αφηγηματικό κείμενο και πλουσιότατο συνοδευτικό υλικό πηγών-παραθεμάτων: σελ. 274-287 – έκδοση 2003).

Αξιοσημείωτη είναι και η διαφοροποίηση στη χρήση της ορολογίας: «Εθνική Αντίσταση» (βιβλία ΣΤ’ Δημοτικού και Γ’ Λυκείου) ή απλά «Αντίσταση» (βιβλίο Γ’ Γυμνασίου); Η 1η εκδοχή κλίνει προς μία «ενωτική» ιστορική αναπαράσταση, ενώ η 2η μένοντας πιστή στον κοινό ευρωπαϊκό όρο επιλέγει τη μη απόκρυψη των διχαστικών παραμέτρων του ζητήματος.

Η «ενωτική» διάθεση των συγγραφέων του βιβλίου της ΣΤ’ Δημοτικού διαπιστώνεται κυρίως α) από την ακροθιγή αναφορά σε «κάποιους» συνεργάτες των κατακτητών (σ. 241), β) από την απόδοση των αιτίων των Δεκεμβριανών σε «λάθη και παραλείψεις όλων των παρατάξεων και στην ανάμειξη των Άγγλων» (σ. 249) και όχι σε συγκεκριμένες ιδεολογικές-πολιτικές διαφορές, γ) από το φορτισμένο συναισθηματικά λεξιλόγιο («αγωνίστηκαν ηρωικά», «ο λαός, όμως, δεν έσκυψε το κεφάλι»), δ) από την έμφαση στην παρουσίαση της στρατιωτικής ανωτερότητας του κατακτητή και ε) από την εμμονή στην ανάδειξη της «προσφοράς» των Ελλήνων στη συμμαχική νίκη.

Ένα σημείο που προφανώς χρειάζεται αναθεώρηση είναι η στερεοτυπική σύγχυση μεταξύ Γερμανών και Ναζί στο χωρίο «Οι Γερμανοί αντέδρασαν με μανία: φυλάκιζαν, βασάνιζαν, κατάστρεφαν και έκαιγαν πόλεις και ολόκληρα χωριά…» (σ. 242). Σύγχυση που παραπέμπει σε μια αντίληψη συλλογικής ενοχής του γερμανικού λαού και αποκρύπτει το ζήτημα της εσωτερικής του αντίστασης.

Η απόκρυψη των διχαστικών πτυχών και των ιδεολογικοπολιτικών διακυβευμάτων εκ μέρους των συγγραφέων του βιβλίου της Γ’ Λυκείου επιβεβαιώνεται από την απουσία όρων όπως Τάγματα Ασφαλείας, Δωσίλογοι, Μαυραγορίτες. Αξίζει να αντιδιασταλεί η προσέγγιση αυτή με εκείνη του αποσυρμένου βιβλίου των Γιώργου Κόκκινου κ.ά. (2002), όπου, στο αντίστοιχο χωρίο (σ. 202), εξηγούνται οι όροι «δωσίλογοι» και «μαυραγορίτες», ενώ γίνεται λόγος και για τη συνέχεια του γραφειοκρατικού μηχανισμού που υπηρέτησε διαδοχικά την φασίζουσα δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά και τις κυβερνήσεις των δωσιλόγων.

Το παλαιότερο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού ακολουθεί ένα ηρωικό πρότυπο αφήγησης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ελληνική συμμετοχή στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Στην αφήγηση του βιβλίου της Γ’ Γυμνασίου εκφράζεται ένας συγκριτικά πολυδιάστατος λόγος, πλούσιος σε μαθησιακά ερεθίσματα. Η αφήγηση του βιβλίου της Γ’ Λυκείου, βαθιά άλλωστε εμποτισμένου από επιστημολογικό και ιστοριογραφικό συντηρητισμό, κλίνει προς έναν ακαδημαϊκό λόγο με ακρίβεια στις λεπτομέρειες και λιγότερη ευαισθησία σε πλευρές των ιστορικών γεγονότων που δεν εντάσσονται στην παραδοσιακή εκδοχή της πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας και δεν σχετίζονται με ενέργειες των «μεγάλων ανδρών».

  • Προτάσεις

Είναι δεδομένο ότι η σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού στα ελληνικά σχολεία έχει αλλάξει σε σημαντικό βαθμό, εξαιτίας του κύματος των οικονομικών μεταναστών που κατέκλυσε την χώρα μας από τη δεκαετία του 1990 και εξής· είναι επίσης γνωστό ότι η διαπραγμάτευση των τραυματικών και επίμαχων ζητημάτων εκλαμβάνεται από τη σύγχρονη διδακτική της ιστορίας ως μια από τις αποτελεσματικότερες μεθόδους μύησης των σημερινών μαθητών και αυριανών πολιτών στις απαιτήσεις του δημοκρατικού διαλόγου και της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης· τέλος, γίνεται ευρύτερα αποδεκτό ότι η κατανόηση των διαφορετικών οπτικών και η ειρηνική επίλυση των διαφορών συνιστούν αξιακές προτεραιότητες της σχολικής ιστορίας στο δυτικό κόσμο, χωρίς αυτό να σημαίνει συμμόρφωση με τα θέσφατα της πολιτικής ορθότητας.

Για τους λόγους αυτούς, είναι αναγκαίο η εξιστόρηση του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου στα ελληνικά σχολικά βιβλία να απεξαρτηθεί από το ηρωολατρικό αφήγημα, που δαιμονοποιεί και εξιδανικεύει κατά περίπτωση, περιορίζοντας τον ορίζοντα κατανόησης και ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων. Δηλαδή να εγκαταλείψει επιτέλους το ιστοριογραφικό και παιδαγωγικό πρότυπο που αποφεύγει τα διχαστικά ζητήματα, που αποσιωπά την ετερότητα και δεν συνδέει, όπως θα όφειλε, τη διδασκαλία του μαθήματος με τον γενικότερο σκοπό της σύγχρονης εκπαίδευσης: την προετοιμασία υπεύθυνων πολιτών που, σε πείσμα των νεοσυντηρητικών, συγκαλυμμένα ρατσιστικών και εθνικολαϊκιστικών επιταγών των καιρών, θα είναι ικανοί να αγωνιστούν για την ελευθερία, τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ατομική αυτονομία, την αλληλεγγύη, την ισότητα, την ευημερία και την ειρήνη.

*Ο Γιώργος Κόκκινος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου με αντικείμενο την Ιστορία και τη διδακτική της

*Ο Παναγιώτης Γατσωτής είναι διδάκτωρ Διδακτικής της Ιστορίας

*Η Έλλη Λεμονίδου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Διδακτική της Ιστορίας

  • Την επόμενη Κυριακή
  • Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στα γαλλικά σχολικά βιβλία ιστορίας
 
1 Comment

Posted by on October 26, 2009 in Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος

 

Ο ΧΙΤΛΕΡ ΝΟΜΙΖΕ ΟΤΙ ΓΑΛΛΟΙ ΚΑΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΛΜΟΥΣΑΝ

Η υπόθεση του Όβερι ότι ο Χίτλερ ήθελε έναν «τοπικό», γερμανοπολωνικό πόλεμο βασίζεται στη βαθύτερη πεποίθηση του Χίτλερ ότι η Γαλλία και η Βρετανία δεν θα τολμούσαν να αντιπαρατεθούν με το Ράιχ και ότι θα συνέχιζαν την κατευναστική πολιτική του παρελθόντος. Ενδεχομένως να μην ήθελε έναν γενικευμένο, ευρωπαϊκό πόλεμο αλλά παράλληλα δεν ήταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει τα σχέδιά του εις βάρος της Πολωνίας.

Η επίθεση κατά της Πολωνίας τις έφερε αντιμέτωπες με αυτό που αρνούνταν να παραδεχθούν το προηγούμενο διάστημα, δηλαδή τη σταδιακή αλλά βίαιη ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη. Η πληθυσμική μεγέθυνση και εδαφική επέκταση της Γερμανίας καθιστούσε τη Γαλλία και τη Βρετανία ιδιαίτερα ευάλωτες: θα έπρεπε είτε να αποδεχθούν την ηγεμονία της ναζιστικής Γερμανίας στην Ευρώπη με τους κινδύνους που συνεπαγόταν για την ελευθερία, την ειρήνη και τη δημοκρατία είτε να συγκρουστούν. Η διπλωματία δεν μπορούσε να υποκαταστήσει άλλο πια τα όπλα.

 

Ήταν πράγματι αναπόφευκτος ο Β΄ Παγκόσμιος;

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΘΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Ο RΙCΗΑRD ΟVΕRΥ ΘΕΤΕΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΙΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΗΤΑΝ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟΣ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ;

  • Γράφει ο Πολυμέρης Βόγλης, ΤΑ ΝΕΑ, 24/10/2009

Ο Ρίτσαρντ Όβερι ανήκει, μαζί με τους Richard Εvans, Μark Μazower, Ιan Κershaw, Catherine Μerridale μεταξύ άλλων, σε εκείνους τους διακεκριμένους Βρετανούς ιστορικούς οι οποίοι μελετούν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που ορίζεται από την οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου, την άνοδο του ναζισμού, τη σταλινική μεταμόρφωση της Σοβιετικής Ένωσης, την κρίση των φιλελεύθερων θεσμών στην Ευρώπη. Ο Όβερι έχει ένα πλουσιότατο συγγραφικό έργο που καλύπτει ποικίλες πτυχές της περιόδου από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου: την οικονομία της ναζιστικής Γερμανίας ( War and Εconomy in the Τhird Reich, 1994), τη στρατιωτική και οικονομική προσπάθεια των Συμμάχων ( Why the Αllies Won, 1995), τον πόλεμο στο ανατολικό μέτωπο ( Russia΄s War, 1998), ή αυτό που έχει αποτελέσει για πολλούς ιστορικούς τη μέγιστη πρόκληση: τη σύγκριση μεταξύ ναζισμού και σταλινισμού ( Τhe Dictators:Ηitler΄s Germany and Stalin΄s Russia, 2004). Στο φετινό (μάλλον επετειακό) βιβλίο του 1939. Η αντίστροφη μέτρηση για τον πόλεμο επανέρχεται στο κρίσιμο διάστημα της έκρηξης του πολέμου και εξετάζει μέρα προς μέρα τις διαβουλεύσεις μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας και Γερμανίας (και δευτερευόντως Πολωνίας, Ιταλίας), οι οποίες ναυάγησαν και ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.

  • Η διολίσθηση

Η μελέτη καλύπτει την περίοδο από την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ- Μολότοφ στις 24 Αυγούστου και την κήρυξη του πολέμου από την πλευρά της Βρετανίας και της Γαλλίας κατά της Γερμανίας στις 3 Σεπτεμβρίου, λόγω της γερμανικής επίθεσης κατά της Πολωνίας την 1η Σεπτεμβρίου. Η διολίσθηση της Ευρώπης προς μια νέα στρατιωτική σύγκρουση είχε αρχίσει να προδιαγράφεται με σαφέστερο τρόπο από την προσάρτηση της Αυστρίας τον Μάρτιο του 1938 (Άνσλους) και στη συνέχεια από τη συμφωνία του Μονάχου τον Σεπτέμβριο του 1938, η οποία επέτρεψε την προσάρτηση της περιοχής της Τσεχοσλοβακίας όπου κατοικούσαν Σουδήτες Γερμανοί. Τον Μάρτιο του 1939, και κατά παράβαση της συμφωνίας του Μονάχου, τα γερμανικά στρατεύματα προχώρησαν και κατέλαβαν την Πράγα- η Τσεχοσλοβακία είχε πάψει πλέον να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Το σύμφωνο Ρίμπεντροπ- Μολότοφ έκλεινε, για κάποιο διάστημα τουλάχιστον, την πιθανότητα ενός γερμανοσοβιετικού πολέμου και ταυτόχρονα ξεκαθάριζε τις προθέσεις των δύο πλευρών ως προς το πολωνικό «ζήτημα». Αμφότεροι έβλεπαν με εχθρότητα την Πολωνία, η οποία ας μην ξεχνάμε ως ανεξάρτητο κράτος είχε ιδρυθεί μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στα εδάφη της πρώην αυτοκρατορικής Γερμανίας και τσαρικής Ρωσίας. Το σύμφωνο ΡίμπεντροπΜολότοφ προέβλεπε τον διαμελισμό της Πολωνίας ανάμεσα σε Γερμανία και Σοβιετική Ένωση. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι η Γερμανία είχε το «ελεύθερο» να εισβάλει στην Πολωνία χωρίς να φοβάται την αντίδραση του Στάλιν. Και πράγματι το αρχικό σχέδιο του Χίτλερ ήταν να επιτεθεί στην Πολωνία στις 26 Αυγούστου αλλά η επίθεση την τελευταία στιγμή αναβλήθηκε για λίγες μέρες. Γιατί συνέβη αυτό;

Ο Όβερι υποστηρίζει ότι η αναβολή της επίθεσης οφείλεται στην προσπάθεια του Χίτλερ να διασφαλίσει ότι Γαλλία και Βρετανία δεν θα εμπλέκονταν στη σύγκρουση. Οι δύο δυτικές δυνάμεις όλο το προηγούμενο διάστημα είχαν υιοθετήσει μια κατευναστική πολιτική απέναντι στη Γερμανία. Ο Χίτλερ σωστά είχε αντιληφθεί ότι και οι δύο χώρες ήταν απρόθυμες να προχωρήσουν σε έναν πόλεμο. Το ερώτημα ήταν εάν θα προχωρούσαν σε έναν πόλεμο για χάρη της Πολωνίας, με την οποία είχαν υπογράψει συμφωνία εγγύησης της ανεξαρτησίας της τον Μάρτιο του 1939, όταν δηλαδή εκδηλώθηκαν και επίσημα οι γερμανικές βλέψεις εις βάρος της Πολωνίας. Ο Χίτλερ ήταν πεπεισμένος για την απροθυμία των Δυτικών και την ανωτερότητα του δικού του λαού και στρατού. Παρ΄ όλ΄ αυτά καθυστέρησε την επίθεση για να διερευνήσει την πιθανότητα να μην προκαλέσει η γερμανική επίθεση κατά της Πολωνίας γενικότερη ανάφλεξη. Εδώ βρίσκεται το βασικό επιχείρημα του συγγραφέα: ο Χίτλερ εκστρατεύοντας κατά της Πο λωνίας ήθελε έναν «τοπικό» πόλεμο και όχι να προκαλέσει έναν παγκόσμιο πόλεμο.

  • Η διάψευση

Τόσο ο Τσάμπερλεν και ο Χάλιφαξ στη Βρετανία όσο και ο Νταλαντιέ και ο Μπονέ στη Γαλλία ήταν δηλωμένοι οπαδοί της πολιτικής «κατευνασμού» του Χίτλερ αλλά είχαν αντιληφθεί ότι μετά την Τσεχοσλοβακία δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια υποχωρήσεων. Οι διαβεβαιώσεις του Χίτλερ προς τον Βρετανό και τον Γάλλο πρεσβευτή στο Βερολίνο στις 25 Αυγούστου ότι η Γερμανία δεν απειλούσε την ακεραιότητα των χωρών τους δεν άλλαξε τη στάση τους. Αντίθετα, η υπογραφή της Συμφωνίας Αμοιβαίας Συνδρομής μεταξύ Πολωνίας και Βρετανίας καθιστούσε σαφές ότι τυχόν επίθεση στην Πολωνία θα προκαλούσε γενικότερο πόλεμο. Από την άλλη πλευρά, Γαλλία και Βρετανία έλπιζαν ότι η σθεναρή στάση θα απέτρεπε τη Γερμανία να εξαπολύσει τον πόλεμο. Διαψεύστηκαν. Στις 29 Αυγούστου η Γερμανία, και ενώ το Παρίσι και το Λονδίνο αισιοδοξούσαν ότι η Γερμανία θα υποχωρούσε, ήγειρε τις απαιτήσεις της από την Πολωνία που ισοδυναμούσαν με τελεσίγραφο: «επιστροφή» του Ντάντσιχ και του Πολωνικού Διαδρόμου, εγγυήσεις για τις γερμανικές μειονότητες και συμπερίληψη της Σοβιετικής Ένωσης σε οποιαδήποτε συμφωνία. Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Πολωνία. Παρά τους δισταγμούς τους οι δυτικές δυνάμεις δεν μπλόφαραν: στις 3 Σεπτεμβρίου 1939 η Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία.

 
 

Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: Γεννήθηκε από τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό

  • Στόχευε στη συντριβή της ΕΣΣΔ
Ο επίλογος της Συμφωνίας του Μονάχου: Γερμανικά στρατεύματα στην Πράγα, το Μάρτη του 1939
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 6 Σεπτέμβρη 2009

Περίσσεψε τις τελευταίες μέρες το «κλάμα» των καπιταλιστών για το κακό που έπαθε η ανθρωπότητα με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αφορμή τα 70 χρόνια από την επίθεση της Γερμανίας στην Πολωνία, την 1η Σεπτέμβρη του 1939.

Οσοι «έκλεγαν» έχουν ορισμένα κοινά στοιχεία: Τους ενώνει ο αντικομμουνισμός. Τους ενώνει το μίσος για την εργατική τάξη. Ετσι μέσα στο κλάμα «ξέχασαν» πως η 1η Σεπτέμβρη είναι καθιερωμένη ως παγκόσμια μέρα πάλης της εργατικής τάξης για την ειρήνη. Η επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας ως παγκόσμια μέρα πάλης της εργατικής τάξης για την ειρήνη δεν είναι τυχαία, καθώς το εργατικό κίνημα ήταν και το μόνο που αντιτάχθηκε στον πόλεμο, την ώρα που οι καπιταλιστές προσπαθούσαν να ξεπεράσουν μια ακόμα καπιταλιστική κρίση, στρέφοντας τον έναν από τους ανταγωνιστές τους, τη Γερμανία, ενάντια στο μόνο προλεταριακό κράτος τότε, την ΕΣΣΔ.

Το σβήσιμο από τη μνήμη αυτού του χαρακτήρα της 1ης του Σεπτέμβρη έχει άμεση σχέση με το ξαναγράψιμο της Ιστορίας που επιχειρείται στις μέρες μας. Οι αστοί ήθελαν τα 70χρονα από την έναρξη του πολέμου να συνοδευτούν – κι αυτό έκαναν – με ένα ακόμη βήμα για την εξίσωση φασισμού – κομμουνισμού. Ως αφορμή χρησιμοποίησαν το σοβιετικογερμανικό Σύμφωνο μη επίθεσης που υπογράφηκε στις 23 Αυγούστου 1939. Ενα Σύμφωνο που είχε επιτρέψει στην ΕΣΣΔ, παρά τους υπολογισμούς των πολιτικών της Δύσης, να κερδίσει χρόνο και τελικά να αρχίσει ο παγκόσμιος πόλεμος με τη σύγκρουση μέσα στους κόλπους του καπιταλιστικού κόσμου. Οι αστοί, στις φετινές εκδηλώσεις για τη μέρα έναρξης του πολέμου, θυμήθηκαν αυτό το Σύμφωνο, αλλά ξέχασαν ότι οι ίδιοι είχαν ανοίξει τα σύνορα για να ξεχυθούν οι ορδές του Χίτλερ, όταν υπέγραψαν μαζί του, ένα χρόνο πριν, το 1938, τη Συμφωνία του Μονάχου, με την οποία του δώρισαν ουσιαστικά στην Τσεχοσλοβακία κι ενώ ήδη είχαν ανεχτεί την προσάρτηση της Αυστρίας, με την πίστη ότι έτσι ενισχύουν το ναζιστικό κλοιό γύρω από την ΕΣΣΔ.

Η Βαρσοβία μετά την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στην Πολωνία

Οι αστοί θέλουν να περιορίσουν την παρουσίαση του πολέμου σαν μια μάχη των δυνάμεων του καλού με το κακό. Το απλουστευτικό σχήμα βοηθάει να σβήσει η αντικειμενική βάση του πολέμου, η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τυπικά ξεκίνησε την 1η του Σεπτέμβρη. Ουσιαστικά η νέα πολεμική αναμέτρηση είχε αρχίσει από την επαύριο κιόλας του προηγούμενου πολέμου.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αποτέλεσμα της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και της παγκόσμιας κρίσης του 1929 – 1933, η οποία και δεν ξεπεράστηκε. Αποτελούσε το μέσο για το ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις τότε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ενώ στόχευε στη συντριβή του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, την ΕΣΣΔ, και στην ανατροπή του σοσιαλισμού, ώστε να ξανακερδίσουν ένα χαμένο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Οι κυβερνήσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών, ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, με κίνητρο το ταξικό μίσος προς την ΕΣΣΔ και με το πρόσχημα της «μη ανάμειξης» και της «ουδετερότητας» ακολουθούσαν στην ουσία πολιτική συνωμοσίας με τους φασίστες επιδρομείς, υπολογίζοντας να απομακρύνουν μεν από τις χώρες τους την απειλή της φασιστικής εισβολής, αλλά και ότι οι δυνάμεις της Σοβιετικής Ενωσης θα εξασθενίσουν τους ιμπεριαλιστές αντιπάλους τους στη Γερμανία.

Η ΕΣΣΔ μπόρεσε να εξασφαλίσει το χρόνο που της επέτρεψε – όταν οι ναζί κινήθηκαν πιο ανατολικά – να διεξαγάγει τη νικηφόρα αντεπίθεσή της. Με τίμημα τα 25 εκατομμύρια των νεκρών της, τα οποία όσοι ξαναγράφουν την Ιστορία δεν μπορούν να διαγράψουν

Προσδοκούσαν δε, στη συνέχεια, με τη βοήθεια των τελευταίων να εξοντώσουν την ΕΣΣΔ. Υπολόγιζαν, δηλαδή, να εξαντλήσουν αμοιβαία την ΕΣΣΔ και τη χιτλερική Γερμανία σε έναν παρατεταμένο και εξοντωτικό πόλεμο.Η Σοβιετική Ενωση, σε συνθήκες που τα πάντα μιλούσαν για πόλεμο, ακολούθησε πολιτική, που απέβλεπε στη συγκράτηση του επιδρομέα και τη δημιουργία ασφαλούς συστήματος περιφρούρησης της ειρήνης. Ετσι από τις 2 Μάη 1935, ακόμα, υπογράφηκε στο Παρίσι το γαλλο-σοβιετικό σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας και με την Τσεχοσλοβακία την οποία στη συνέχεια πούλησαν οι ίδιοι οι καπιταλιστές.

Η σοβιετική κυβέρνηση επέμενε για τη δημιουργία συστήματος συλλογικής ασφάλειας, που θα μπορούσε να καταστεί αποτελεσματικό μέσο αποτροπής του πολέμου και περιφρούρησης της ειρήνης. Ταυτόχρονα, το σοβιετικό κράτος πήρε μια σειρά μέτρα, που απέβλεπαν στην ενίσχυση της άμυνας της χώρας και την ανάπτυξη του στρατιωτικο – οικονομικού δυναμικού της.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος γεννήθηκε στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος. Προετοιμάστηκε και εξαπολύθηκε από τους φασίστες επιδρομείς, με επικεφαλής τη χιτλερική Γερ­μανία. Στη γέννηση του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου μεγάλο ρόλο έπαιξε η αντισοβιετική πολιτική ανοχής απέναντι στους επιδρομείς και η συμπαιγνία μαζί τους που εφάρμοζαν οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας με την υποστήριξη των ιθυνόντων κύκλων των Ενωμένων Πο­λιτειών της Αμερικής. Αλλά τα αντισοβιετικά σχέδια απέτυχαν. Η σοβιε­τική κυβέρνηση κατόρθωσε να αποτρέψει την επίθεση των ιμπεριαλιστικών κρατών εναντίον της ΕΣΣΔ. Η φασιστική Γερμανία άρχισε τον πόλεμο με επίθεση εναντίον του ασθενέστερου αντιπάλου.

  • Το κατασκευασμένο πρόσχημα

Στις 31 Αυγούστου του 1939 το βράδυ, όλοι οι γερμανικοί ραδιοσταθμοί ανακοίνωσαν πως τάχα οι Πολωνοί είχαν επιτεθεί αιφνιδιαστικά εναντίον της γερμανικής πόλης Γκλάιβιτς, πως κατέλαβαν το ραδιοσταθμό και είχαν με­ταδώσει έκκληση για πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Η προκλητική αυτή σκηνοθεσία που σκάρωσαν οι Γερμανοί φασίστες με την καθοδήγηση του αρχηγού της μυστικής αστυνομίας Χίμλερ, είχε σκοπό να εξαπατήσει την παγ­κόσμια κοινή γνώμη και να δικαιολογήσει την ύπουλη επίθεση που είχε προε­τοιμάσει η Γερμανία. Τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου, στις 4 και 45′, τα γερμανοφασιστικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Πολωνία. Οι ιθύνοντες αστικοτσιφλικάδικοι κύκλοι της Πολωνίας, πιστεύοντας πως η γερμανική επίθεση θα στραφεί εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης και πως η Πολωνία έτσι είτε αλλιώς θα πάρει μέρος στον αντισοβιετικό πόλεμο, απέρ­ριψαν την πρόταση της ΕΣΣΔ για συμμαχία και δεν πήραν κανένα κάπως σο­βαρό μέτρο για την οχύρωση των δυτικών συνόρων της χώρας. Η Πολωνία είχε πάρα πολύ περιορισμένο βιομηχανικό δυναμικό. Η οι­κονομική της καθυστέρηση ήταν συνέπεια της εξάρτησής της από το ξένο κε­φάλαιο που είχε συμφέρον να εκμεταλλεύεται την πολωνική αγορά και παρεμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

  • Η προετοιμασία της αντιπαράθεσης
Οι «δράστες» του Μονάχου. Φωτογραφία, μετά την τελετή υπογραφής της Συμφωνίας

Από την πλευρά της, η φασιστική Γερμανία τραβώντας για πόλεμο δημιουργούσε εφεδρικά απο­θέματα από στρατηγικές πρώτες ύλες. Οι κυριότεροι προμηθευτές της ήταν η βρετανική αυτοκρατορία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στα 1938 η Γερμανία αγόρασε τα 45% του απαραίτητου για την παραγωγή της σιδηρομεταλλεύματος από τη Βρετανική αυτοκρατορία, τη Γαλλία και τις αποικίες της, από το Βέλγιο και από το Βελγικό Κογκό. Στις χώρες αυτές, καθώς και στην Ολλαν­δία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναλογούσαν τα 89,5% από όλο το χυτοσί­δηρο και τα παλαιά σιδερικά που είχαν εισαχθεί στη Γερμανία στα 1938. Η εισαγωγή σιδηρομεταλλεύματος από τη Σουηδία και βολφραμίου από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κίνα αυξήθηκε απότομα.Οπως οι Γερμανοί φασίστες, έτσι και οι Ιάπωνες μιλιταριστές εισήγαν από το εξωτερικό, ακόμα και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μεγάλες ποσότη­τες στρατηγικών υλών και πολεμικού υλικού. Στα 1938, η αναλογία συμμετο­χής των Ηνωμένων Πολιτειών σε όλες τις εισαγωγές της Ιαπωνίας ήταν : στο πετρέλαιο 65%, στα παλαιά σιδερικά και στο ατσάλι 90,4%, στο χαλκό 90,9%, στα αεροπλάνα 76,9% και στα αυτοκίνητα 64,7%.

Στην Ιταλία, από την περίοδο του πολέμου με την Αιθιοπία, αυξανόταν σταθερά το ειδικό βάρος των πολεμικών κλάδων της εθνικής οικονομίας (της μεταλλουργίας, της χημικής βιομηχανίας, της μηχανουργίας) και περιοριζόταν αρκετά η παραγωγή των ειδών πλατιάς κατανάλωσης.

Σοβιετικά άρματα αντιμέτωπα με τη γερμανική επίθεση

Ενώ τα κράτη του φασιστικού συνασπισμού είχαν βασικά μετατρέψει την οικονομία τους σε πολεμική, στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και ως ένα αρκετό σημείο στη Γαλλία το προτσές αυτό μόλις άρχιζε να ξετυλίγεται. Οι κυβερνήσεις στις χώρες αυτές στερέωναν και πλάταιναν τις παλαιές και οργάνωναν καινούργιες ναυτικές βάσεις: Η Αγγλία στον Ινδικό και στον Ειρηνικό ωκεανό, στη Μεσόγειο θάλασσα και στη Νότια Αφρική, οι Ηνωμένες Πολιτείες στον Ειρηνικό και στον Ατλαντικό ωκεανό και η Γαλλία στη Με­σόγειο θάλασσα. Με γρήγορους ρυθμούς κατασκευάζονταν οχυρωματικά έργα στα στεριανά σύνορα της Γαλλίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας. Το Μάιο του 1938 στις Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίστηκε να αυξηθεί το τονάζ του πολεμικού στόλου κατά 20%. Στις αρχές του 1939, το κογκρέσο επικύρωσε το καινούργιο αεροπορικό πρόγραμμα που σύμφωνα μ’ αυτό ο αριθμός των αερο­πλάνων θα έφτανε τις 5.500 μονάδες. Οι μεγιστάνες του χρηματιστικού κεφα­λαίου διηύθυναν άμεσα την οικονομική προετοιμασία του πολέμου. Ετσι στην επιτροπή των πολεμικών πόρων των Ηνωμένων Πολιτειών που οργανώθηκε τον Αύγουστο του 1939 πήραν μέρος εκπρόσωποι του τραστ ατσαλιού, της αμερικανικής τηλεφωνικής και τηλεγραφικής εταιρείας, της «Τζένεραλ Μότορς» και άλλων μονοπωλίων. Στην Αγγλία, μέλη της επιτρο­πής που διόρισε η κυβέρνηση για τον έλεγχο της εφαρμογής του προγράμμα­τος επανεξοπλισμού ήταν ο διευθυντής – διαχειριστής της φίρμας «Κούρτοντ» που παρήγε τεχνητές ίνες, ο πρόεδρος της εταιρείας ελαστικών αυτοκινήτων «Ντάνλοπ Βάμπερ», ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας της βρετανικής βιομηχα­νίας, ο διευθυντής του Αυτοκρατορικού χημικού τραστ, καθώς και οι επικε­φαλής πολλών άλλων μονοπωλίων.

Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει σοβιετικά χωριά (1943)

Τα έσοδα των εργοστασίων της πολεμικής βιομηχανίας και των συγγενι­κών της κλάδων αυξάνονταν ορμητικά. Το αγγλικό ναυπηγομηχανουργικό κοντσέρν «Σουέν Χάντερ», σε σύγκριση με το 1936 αύξησε στα 1938 τα έσοδά του κατά 166,9%. Τα έσοδα του «Κρουπ» σε σύγκριση με το 1927 – 1928 υπερ-τριπλασιάστηκαν σχεδόν στα 1937 – 1938. Τα κέρδη των μεγαλύτερων ιαπω­νικών εταιρειών στο πρώτο εξάμηνο του 1939 ήταν 20% ως 27% του βασικού κεφαλαίου. Η τιμή των μετοχών του ιταλικού κοντσέρν όπλων «Μπρέντα» σε σύγκριση με το 1932 αυξήθηκε στα 1938 περισσότερο από το δεκαπλάσιο. Παρά τις οξείες αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο ομάδες των ιμπεριαλιστικών κρατών, η Αγγλία, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν ήθελαν να πάρουν μέρος στην οργάνωση μιας αποφασιστικής απόκρουσης των φασιστών επι­δρομέων. Η πολιτική που διάλεξαν τα κράτη αυτά είχε σκοπό να απομακρύνει τον κίνδυνο πολέμου από τη Δύση και να στρέψει τη φασιστική επίθεση στην Ανατολή, εναντίον της Σοβιετικής Ενω­σης. Αυτός ήταν ο λόγος που στο διεθνή στίβο διαγράφηκαν καθαρά τρεις βασικές κατευθύνσεις: Η ανοιχτά επιθετική γραμμή της Γερμανίας, της Ια­πωνίας και της Ιταλίας για την εξαπόλυση ενός παγκόσμιου πολέμου, η πο­λιτική της ανοχής και της καθαρής συνεργίας με τους επιδρομείς από την πλευρά της Αγγλίας, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και η προσπάθεια της Σοβιετικής Ενωσης για τη συγκρότηση ενός με­τώπου από κράτη που να ενδιαφέρονται να δράσουν για να αποκρούσουν τη φασιστική επίθεση, να οργανώσουν τη συλλογική ασφάλεια και να υποστηρί­ξουν την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς.

  • Οδηγός τους ο αντικομμουνισμός

Τα αντικομμουνιστικά συνθήματα που έριχναν οι φασίστες στερέωναν στους ιθύνοντες κύκλους της Αγγλίας, των Ενωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας τις αυταπάτες σχετικά με τη δυνατότητα μιας συνεννόησης με τις φασιστικές χώρες πάνω στη βάση της ικανοποίησης των κατακτητικών τους σκοπών σε βάρος της Σοβιετικής Ενωσης. Τα Δυτικά κράτη με την πολιτική του «κα­τευνασμού» των επιδρομέων λογάριαζαν να ενθαρρύνουν την προώθηση των στρατιών της χιτλερικής Γερμανίας προς τα σύνορα της Σοβιετικής Ενωσης και να βοηθήσουν στην έκρηξη ενός γερμανοσοβιετικού πολέμου που θα καθυ­στερούσε τη σοσιαλιστική ανάπτυξη της ΕΣΣΔ και ταυτόχρονα θα εξασθέ­νιζε σε τέτοιο σημείο τη Γερμανία που θα έπαυε να αποτελεί κίνδυνο για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών αντιπάλων της.

Ειδικότερα η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών επηρεαζόταν δυνατά από το μίσος των κυβερνητικών κύκλων προς τη Σοβιετική Ενωση και από την προθυμία μερικών μονοπωλιακών ομάδων να υποστηρίξουν τα φασιστικά κράτη που θα εξαπέλυαν πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ. Γι’ αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες βοηθώντας στην ουσία την πολεμική προετοιμασία της Αγγλίας και της Γαλλίας και πουλώντας τους όπλα εφοδίαζαν ταυτόχρονα την Ιαπωνία και τη Γερμανία με στρατηγικές πρώτες ύλες. Διάφοροι επίσημοι Αμερικανοί που αντιδρούσαν έντονα στην πολιτική της Γερμανίας και στη μεταβολή του εδαφικού καθεστώτος της Ευρώπης, όταν τα φασιστικά κράτη επιτέθηκαν εναν­τίον της Αυστρίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Αλβανίας, έμειναν ουσια­στικά αδρανείς.

  • Η έναρξη

Πρώτο θύμα της φασιστικής επίθεσης στην Κεντρική Ευρώπη ήταν η Αυ­στρία. Η εσωτερική κατάσταση στη χώρα βοηθούσε στην πραγματοποίηση των σχεδίων του Γερμανού επιδρομέα. Πολλές δεκαετίες οι μεγαλοϊδεάτες Γερμανοί εθνικιστές προσπαθούσαν να φυτέψουν στη συνείδηση του αυστριακού λαού την ιδέα πως η Γερμανία και η Αυστρία έπρεπε να ενωθούν και να αποτελέσουν την ενιαία «Μεγάλη Γερμανία». Την προπαγάνδα για το «άνσλους» (ένωση) την είχαν δεχθεί και οι ηγέτες της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας που από τα 1918 συ­στηματικά υποστήριζαν πως το Αυστριακό κράτος «δεν είναι βιώσιμο». Οι αυστριακοί φασίστες που ήταν προσανατολισμένοι προς την Ιταλία προτιμού­σαν να είναι η Αυστρία ανεξάρτητη, αλλά κι αυτοί διακήρυσσαν πως η Αυ­στρία είναι «δεύτερο γερμανικό κράτος».

Τα γερμανικά σχέδια για την κατάληψη του αυστριακού εδάφους τα ήξεραν πολύ καλά οι ιθύνοντες κύκλοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και των Ενω­μένων Πολιτειών. Η πολιτική της Αγγλίας στο αυστριακό ζήτημα ξεκινούσε από την υπόθεση πως η καταβρόχθιση της Αυστρίας από τη Γερμανία θα ήταν ένα από τα πιο σπουδαία στάδια της προετοιμασίας της επίθεσης της Γερμανίας εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Γι’ αυτό η αγγλική κυβέρνηση δεν είχε αντίρρηση για το «άνσλους». Στις 31 Μαΐου του 1937 ο Αγγλος πρεσβευτής στο Βερολίνο Χέντερσον, σε μια συζήτησή του, με τον Πάπεν δήλωσε: «Η Αγγλία καταλαβαίνει απόλυτα την ανάγκη να ρυθμιστεί το ζήτημα (της Αυστρίας) στα πλαίσια του γερμανικού ράιχ».

  • Οι συνεννοήσεις

Το Νοέμβρη του 1937 έφτασε στη Γερμανία ο αντιπρόεδρος της αγγλι­κής κυβέρνησης Χάλιφαξ. Ο Χάλιφαξ σε συνομιλία του με τον Χίτλερ τόνισε πρώτα πρώτα τις «υπηρεσίες» του (του Χίτλερ) στο ζήτημα της «εκμη­δένισης του κομμουνισμού στη χώρα του» και δήλωσε πως αυτός «έφραξε το δρόμο του κομμουνισμού προς τη Δυτική Ευρώπη, και γι’ αυτό η Γερ­μανία δίκαια μπορεί να θεωρείται ο προμαχώνας της Δύσης εναντίον του μπολσεβικισμού». Υστερα ο Χάλιφαξ πρότεινε να ρυθμιστούν με απευθείας διαπραγματεύσεις τα αγγλογερμανικά προβλήματα και να προσεγγίσουν οι δύο χώρες και όταν γίνει αυτό θα είναι δυνατόν να υπογραφεί μια συμφωνία ανάμε­σα στα τέσσερα κράτη – Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία. Αφού ξεκα­θάρισε ότι «από αγγλική πλευρά δεν νομίζουν πως το status quo πρέπει σε όποια περίπτωση να διατηρηθεί σε ισχύ» και πως «πρέπει να γίνει προσαρ­μογή στις καινούργιες συνθήκες και επανόρθωση των παλαιών σφαλμάτων και να έχουμε υπόψη μια μεταβολή στην κατάσταση που υπάρχει, μεταβολή που έγινε απαραίτητη» ο Χάλιφαξ έδωσε στην ουσία τη συγκατάθεσή του για το «άνσλους», καθώς και για την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας. Τις αποικιακές αξιώσεις της Γερμανίας υποσχέθηκε να τις εξετάσει όταν θα συμφω­νούσαν στα άλλα ζητήματα.

Ιμπεριαλιστική συνεννόηση με τη χιτλερική Γερμανία έκανε και η Γαλ­λία. Το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 1937, σε ανεπίσημες συνομιλίες με τους χιτλερικούς απεσταλμένους, ο Γάλλος πρωθυπουργός Σοτάν, καθώς και πολλά άλλα μέλη της κυβέρνησης, πήραν ευνοϊκή θέση απέναντι στο «άνσλους».

Αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες ήξεραν πως ετοιμαζόταν το «άνσλους»: Στις 23 Νοεμβρίου του 1937 ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Παρίσι Μπούλιτ, με βάση τις συνομιλίες του με τον Γκαίριγκ και τον Σαχτ, πληροφόρησε την Ουάσιγκτον πως οι χιτλερικοί είχαν πάρει απόφαση να καταλάβουν την Αυ­στρία. Αλλά η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν πήρε κανένα μέτρο για να σταματήσει την επίθεση.

  • «Αύριο ίσως είναι αργά»

Η Σοβιετική Ενωση καταδίκασε κατηγορηματικά τη χιτλερική επίθεση στην Αυστρία. Στις 17 Μάρτη η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε να συγκληθεί μια διεθνής διάσκεψη για να εξετάσει τα μέτρα για την καταπολέμηση των επιθετικών ενεργειών, υπογραμμίζοντας πώς υστέρα από την κατάληψη της Αυστρίας δημιουργείται απειλή για την Τσεχοσλοβακία και σε συνέχεια, μια που οι επιθετικές διαθέσεις είναι μεταδοτικές, υπάρχει κίνδυνος να εξελιχθεί η απειλή σε καινούριες διεθνείς διενέξεις… «Αύριο ίσως είναι πια αργά, αλλά σήμερα ο καιρός γι’ αυτό δεν πέρασε ακόμη αν όλα τα κράτη και προπάντων τα μεγάλα πάρουν μια σταθερή και ανυστερόβουλη θέση απέναντι στα προ­βλήματα της συλλογικής διάσωσης της ειρήνης» σημείωνε.

Αλλά οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας απόρριψαν την πρό­ταση της Σοβιετικής Ενωσης, ενώ η κυβέρνηση των Ενωμένων Πολιτειών ούτε καν απάντησε. Δεν ειχαν περάσει ούτε τρεις βδομάδες από την κατάληψη της Αυστρίας και η Αγγλία, η Γαλλία και οι Ενωμένες Πολιτείες αναγνώ­ρισαν στην ουσία την έντα­ξή της στο χιτλερικό κρά­τος. Η Τράπεζα της Αγ­γλίας με υπόδειξη της κυ­βέρνησης παράδωσε στη Ράιχσμπανκ το μέρος από το απόθεμα χρυσού της Αυ­στρίας που φυλασσόταν στο Λονδίνο.

Η κατάληψη της Αυ­στρίας έπαιζε σπουδαίο ρό­λο στα γενικά στρατηγικά και πολιτικά σχέδια της Γερμανίας. Η Τσεχοσλο­βακία ήταν κυκλωμένη τώ­ρα από τρεις πλευρές, ενώ τα κοινά σύνορα της Γερ­μανίας με την Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία και την Ουγγαρία βοηθούσαν τους χιτλερικούς να επεκταθούν στα Βαλκάνια και τους έδι­ναν τη δυνατότητα να ασκούν πιο ενεργό πίεση στον Ιταλό σύμμαχό τους.

Η Αυστρία ήταν για το γερμανικό ιμπεριαλισμό πολύτιμη και από οικο­νομική άποψη. Το αυστριακό μεταλλουργικό κόντσερν «Αλπίνε Μονταγκέζελσάφτ» ήταν το μεγαλύτερο πολεμικό βιομηχανικό οπλοστάσιο σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και η κατάληψή του ενίσχυε το πολεμικό δυναμικό της Γερμανίας. Στα χέρια των γερμανικών μονοπωλίων έπεσε και το πετρέ­λαιο της περιοχής Ζίτερσντορφ (Κάτω Αυστρία) πού την περίοδο αυτή ήταν η πιο προσιτή και από γεωγραφική άποψη η πιο κοντινή πηγή φυσικού πετρε­λαίου που τόσο πολύ το χρειαζόταν η Γερμανία. Τα γερμανικά μονοπώλια πήραν στα χέρια τους και τα πυριτιδοποιεία του Μπλουμάου και άλλα εργο­στάσια της αυστριακής πολεμικής βιομηχανίας, όπως το εργοστάσιο κατα­σκευής όπλων στο Χίρτεμπεργκ. Ολόκληρη η αυστριακή βιομηχανία έμπαινε στην υπηρεσία της φασιστικής Γερμανίας.

Υστερα από την κατάληψη της Αυστρίας από τη χιτλερική Γερμανία κα­μιά ευρωπαϊκή χώρα δεν ήταν δυνατόν να νιώθει σιγουριά. Ξεθαρρεμένοι οι Γερμανοί φασίστες που κατόρθωσαν να καταλάβουν την Αυστρία χωρίς να χά­σουν ούτε ένα στρατιώτη, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν αμέσως τα μελ­λοντικά κατακτητικά τους σχέδια.

  • Σειρά είχε η Τσεχοσλοβακία

Από οικονομική άποψη η κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας ήταν μια υπόσχεση για τα γερμανικά μονοπώλια πως θα αποκτήσουν τους πλουσιό­τατους βιομηχανικούς και αγροτικούς πόρους της χώρας αυτής. Η Τσεχοσλο­βακία είχε πολύ αναπτυγμένη βιομηχανία. Στα 1937 η εξόρυξη κάρβουνου έφτασε τα 27,5 εκατ. τόνους, η παραγωγή χυτοσιδήρου το 1,7 έκατ. τόνους και του ατσαλιού τα 2,3 εκατ. τόνους. Τα εργοστάσια αυτοκινή­των κατασκεύαζαν 14,6 χιλ. αυτοκίνητα το χρόνο. Τα χημικά εργοστάσια θεωρούνταν τα μεγαλύτερα υστέρα από τα γερμανικά. Τα πολεμικά εργοστά­σια «Σκόντα» εφοδίαζαν όχι μόνο τον τσεχοσλοβακικό στρατό άλλα και τους στρατούς των γειτονικών χωρών. Τα τσεχοσλοβακικά αεροπλάνα δεν υστερού­σαν ποιοτικά από τα αεροπλάνα των πιο μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών. Ακό­μη, η Τσεχοσλοβακία είχε αρκετά αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος.

Η χιτλερική Γερμανία άρχισε να ετοιμάζει την επίθεση εναντίον της Τσε­χοσλοβακίας αμέσως ύστερα από την προσάρτηση της Αυστρίας. Ο αρχηγός του γερμανοφασιστικού κόμματος στη Σουδητία (περιοχή της Τσεχοσλοβακίας που κατοικούσε γερμανικό στοιχείο) Χενλάιν πήρε από τον Χίτλερ οδηγίες να υποβάλλει ολοένα και πιο απειλητικές αξιώσεις στην τσεχοσλοβα­κική κυβέρνηση αυξάνοντας τες σιγά σιγά για να κάνει αδύνατη μια πραγμα­τική συνεννόηση. Στις 24 Απριλίου του 1938 μιλώντας ο Χενλάιν στο Κάρλοβι Βάρι αξίωσε ολοκληρωτική αυτονομία για όλους τους Γερμανούς που ζούσαν στην Τσεχοσλοβακία και απόλυτη ελευθερία για τη φασιστική προπαγάν­δα. Οταν η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση έδειξε πως σκέφτεται να δεχθεί την αξίωση αυτή, ο Χενλάιν δήλωσε πως η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας οφεί­λει να ξεσκίσει το σοβιετοτσεχοσλοβακικό σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας και γενικά να αλλάξει την εξωτερική της πολιτική. Η τακτική των χιτλερικών ήταν να προκαλέσουν μέσω των οπαδών του Χενλάιν ένα όποιο επεισόδιο για να μεταφέρουν κεραυνοβόλα στρατό στην Τσεχοσλοβακία. Οι χιτλερικοί είχαν πεποίθηση πως τα δυτικά κράτη δε θα ανακατεύονταν στη διένεξη. Αποδείχθηκε πως όχι μόνο δε θα αντιδρούσαν, αλλά θα έκαναν και ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να βοηθήσουν τον Χίτλερ.

  • Η συμφωνία του Μονάχου

Στις 29 Σεπτέμβρη του 1938 στο Μόναχο συναντήθηκαν από τη Γερμανία ο Χίτλερ, την Αγγλία ο Τσάμπερλεν, τη Γαλλία ο Νταλαντιέ και την Ιταλία ο Μουσολίνι για να συζητήσουν το «τσεχοσλοβακικό ζήτημα». Υστερα από σφοδρές επιθέσεις του Χίτλερ εναν­τίον της Τσεχοσλοβακίας και μερικές αντεγκλήσεις, τα μέλη της διάσκεψης εγκρίνανε το γερμανοϊταλικό σχέδιο συνεννόησης. Στους αντιπροσώπους της Τσεχοσλοβακίας που δεν είχαν κληθεί να πάρουν μέρος στη συνάντηση, αλλά τους είχαν και περίμεναν απέξω, ανακοινώθηκε πως η απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν επιδέχεται συζήτηση και πρέπει να γίνει δεκτή χωρίς καμιά αντίρρηση. Σε αντάλλαγμα η Αγγλία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία υπόσχονταν στην Τσεχοσλοβακία, ύστερα από την ικανοποίηση όλων των αξιώσεων της συμφωνίας του Μονάχου, να εγγυηθούν διεθνώς τα νέα σύνορά της.

Με βάση τη συμφωνία που υπογράφτηκε στο Μόναχο η Τσεχοσλοβακία ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει στη Γερμανία μέσα σε δέκα μέρες τη Σουδητία και μέσα σε τρεις μήνες να ικανοποιήσει τις εδαφικές αξιώσεις της Ουγ­γαρίας και της Πολωνίας. Ολες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, τα ορυχεία, οι συγκοινωνίες και τα μέσα τηλεπικοινωνίας, το τροχαίο υλικό, τα στρατιωτικά οχυρά, οι αποθήκες και οι πρώτες ύλες που βρίσκονταν στο παραχωρούμενο έδαφος θα παραδίδονταν σε απολύτως καλή κατάσταση.

Από την Τσεχοσλοβακία αφαιρέθηκε μια εδαφική έκταση από 41.098 τετρ. χλμ. με περίπου 5 εκατομμύρια κατοίκους που από αυτούς περισσότεροι από ένα εκατ. ήταν Τσέχοι και Σλοβάκοι. Στα χέρια των χιτλερικών έπεσαν βιομηχανικές περιοχές με σπουδαία μεταλλουργικά και χημικά εργοστάσια, μεθοριακά οχυρά και μια σημαντική ποσότητα οπλισμού. Ετσι η Τσεχοσλο­βακία ήταν στην ουσία αφοπλισμένη και αντιμέτωπη με το Γερμανό φασίστα επιδρομέα που περίμενε μόνο την κατάλληλη στιγμή για να την υποδουλώσει οριστικά.

  • Το νερό στ’ αυλάκι

Η ιμπεριαλιστική συμφωνία του Μονάχου ήταν το κορύφωμα της πολι­τικής της ενθάρρυνσης των επιδρομέων. Στις 30 Σεπτέμβρη με πρόταση του Τσάμπερλεν η Γερμανία και η Αγγλία υπόγραψαν στο Μόναχο μια δήλωση για αμοιβαία μη επίθεση και ειρηνικό διακανονισμό όλων των επίμαχων ζητημάτων που θα δημιουργούνταν. Υστερα από λίγο καιρό ανάλογη δήλωση υπόγραψαν η Γαλλία και η Γερμανία. Ο Τσάμπερλεν και ο Νταλαντιέ πίστευαν πως με την υπογραφή των συμφωνιών αυτών είχαν απομακρύνει από την Αγγλία και τη Γαλλία τον κίνδυνο της γερμανικής επίθεσης και τον είχαν ρίξει στην κοίτη που επιθυμούσαν, προς τα ανατολικά, εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Αυτό το σκοπό είχαν τα δυτικά κράτη που παραδίδανε στον Χίτλερ τα τσεχοσλοβακικά εδάφη. Αλλά η βοήθεια των δυτικών ιμπεριαλι­στών προς το φασίστα επιδρομέα δεν περιορίστηκε σ’ αυτό. Στις 13 Οκτω­βρίου του 1938, αμέσως υστέρα από τη συμφωνία του Μονάχου, ή «Στάνταρντ Οιλ» και η «Φαρμπενίντουστρι» υπόγραψαν συμφωνία για την ίδρυση μιας αμερικανογερμανικής εταιρείας που θα μονοπωλούσε τις πατέντες για την παραγωγή συνθετικής βενζίνης που ο χιτλερικός στρατός είχε μεγάλη ανάγκη από αύτη. Στα χέρια της η «Φαρμπενίντουστρι» κρα­τούσε τον έλεγχο της παραγωγής συνθετικών καυσίμων σε όλες τις χώρες, εκτός από τις Ενωμένες Πολιτείες. Η χιτλερική έξαλλου κυβέρνηση χρη­σιμοποιώντας τους διεθνείς δεσμούς που είχε η «Φαρμπενίντουστρι» με τα καρτέλ αγόρασε μεγάλες ποσότητες βενζίνης με υψηλή οκτανική από­δοση για τα γερμανικά αεροπλάνα και άρματα μάχης. Χάρη σε άλλες συμφω­νίες με καρτέλ η γερμανική πολεμική βιομηχανία απόχτησε πατέντες για την παραγωγή μαγνησίου και βηρυλλίου – πρώτων υλών που είναι απαραίτητες στη βιομηχανία αεροπλάνων. Ετσι τα μονοπώλια έκλεισαν μεταξύ τους μια ιδιόμορφη «συμφωνία Μονάχου» στον οικονομικό τομέα που έδινε στον επι­δρομέα τη δυνατότητα να εφοδιάσει και να προετοιμάσει για πολεμικές επι­χειρήσεις τις δυνάμεις αρμάτων μάχης και θωρακισμένων, τα μηχανοκίνητά του και τις αεροπορικές του δυνάμεις.

Υστερα από τη συμφωνία του Μονάχου η Γερμανία και μαζί της ολό­κληρος ο συνασπισμός των φασιστών επιδρομέων δυνάμωσαν αρκετά τις στρα­τηγικές και στρατιωτικοπολιτικές τους θέσεις.

  • Ο αντίπαλός τους

Σε όλη τη διάρκεια της τσεχοσλοβακικής κρίσης η Σοβιετική Ενωση ήταν το μοναδικό κράτος που αγωνιζόταν με συνέπεια για τη διατήρηση της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Τσεχοσλοβακίας. Υστερα από την υπογραφή του σοβιετοτσεχοσλοβακικού συμφώνου αμοιβαίας βοήθειας η Σοβιετική Ενωση πρότεινε επανειλημμένα στην Τσεχοσλοβακία να υπογράψουν μια στρατιωτική συνθήκη που θα έδινε στη συμφωνία αυτοματισμό δράσης. Αλλα η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση απόφευγε να δεχθεί τη σπουδαία αυτή πρόταση. Η σοβιετική κυβέρνηση ωστόσο έκανε το καθετί για να εκπληρώσει τις συμμαχικές της υποχρεώσεις. Προτού ακόμη η Γερμανία καταλάβει την Αυστρία ο αντιπρόσωπος της ΕΣΣΔ εξακρίβωνε στο Βουκουρέστι τη δυνατότητα να περάσουν σοβιετικά στρατεύματα από το ρουμανικό έδαφος σε περίπτωση που η Τσεχοσλοβακία θα αντιμετώπιζε κίν­δυνο γερμανικής επίθεσης. Στις 15 Μαρτίου του 1938 η ΕΣΣΔ διαβεβαίωσε την Αγγλία, τη Γαλλία και την Τσεχοσλοβακία πως σε περίπτωση επίθεσης της Γερμανίας εναντίον της Τσεχοσλοβακίας η Σοβιετική Ενωση θα εκπληρώσει τις συμμαχικές της υποχρεώσεις. Την προθυμία της ΕΣΣΔ να αντιταχθεί στην επίθεση την έδειξε και η δήλωση της σοβιετικής κυβέρνησης στις 17 Μαρτίου του ίδιου χρόνου, με αφορμή την κατάληψη της Αυστρίας. Υστερα από λίγες μέρες, στις 28 Μαρτίου, η σοβιετική στρατιωτική αντιπρο­σωπεία πληροφόρησε τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου του τσεχοσλοβάκικου στρατού πως η ΕΣΣΔ θα δώσει στην Τσεχοσλοβακία την απαραίτητη βοή­θεια εναντίον της γερμανικής επίθεσης. Στο τέλος Απριλίου η σοβιετική κυ­βέρνηση διαβίβασε στον πρεσβευτή της Τσεχοσλοβακίας στη Μόσχα μια δήλωση που έλεγε: «Η ΕΣΣΔ, αν της ζητηθεί, είναι πρόθυμη, μαζί με τη Γαλλία και την Τσεχοσλοβακία, να πάρει όλα τα μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας της Τσεχοσλοβακίας. Για το σκοπό αυτό διαθέτει όλα τα απα­ραίτητα μέσα. Η κατάσταση του στρατού και της αεροπορίας της επιτρέπει να γίνει αυτό».

Στο τέλος Αυγούστου ο Λαϊκός Επίτροπος των Εξωτερικών Μ.Μ. Λιτβίνοφ ειδοποίησε το Γερμανό πρεσβευτή στη Μόσχα πως αν η Τσεχοσλοβακία δεχθεί επίθεση, η Σοβιετική Ενωση θα εκπληρώσει τις συμμαχικές της υπο­χρεώσεις. Στις 2 Σεπτεμβρίου πρότεινε στην αγγλική και στη γαλλική κυ­βέρνηση να οργανώσουν μια σύσκεψη από στρατιωτικούς ειδικούς για τη μελέτη των μέτρων απόκρουσης της επίθεσης. Αλλα η πρόταση αυτή δεν έγινε με συμπάθεια δεκτή στο Παρίσι και στο Λονδίνο.

Στα μέσα Σεπτεμβρίου στο ερώτημα της τσεχοσλοβακικής κυβέρνησης, αν η σοβιετική κυβέρνηση είναι πρόθυμη να βοηθήσει την Τσεχοσλοβακία στην περίπτωση που η Γαλλία, πιστή στις υποχρεώσεις της, θα βοηθούσε κι αυτή, η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε σαφέστατη θετική απάντηση. Στο δεύτερο ερώ­τημα της τσεχοσλοβακικής κυβέρνησης (όταν πια είχε πάρει το γερμανο-αγγλο-γαλλικο τελεσίγραφο), αν η σοβιετική κυβέρνηση θεωρεί τον εαυτό της δεσμευμένο από το σοβιετοτσεχοσλοβακικό σύμφωνο σε περίπτωση που η Γερμανία θα προβάλει καινούριες αξιώσεις, που θα ναυαγήσουν οι αγγλο­γερμανικές συνομιλίες και θα αποφασίσει η Τσεχοσλοβακία να αμυνθεί ένο­πλα, δόθηκε πάλι καταφατική απάντηση.

Η Σοβιετική Ενωση πήρε και πρακτικά μέτρα: προώθησε στα δυτικά της σύνορα 30 Μεραρχίες πεζικού και μερικές Μεραρχίες ιππικού και έθεσε σε πλήρη πολεμική ετοιμότητα τις μεγάλες μονάδες αρμάτων μάχης και αεροπορίας.

Οταν η αστικοτσιφλικάδικη Πολωνία θέλησε να εκμεταλλευτεί τη δύσ­κολη θέση της Τσεχοσλοβακίας για να προσαρτήσει ένα τμήμα του εδάφους της, η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ δήλωσε στον Πολωνό πρεσβευτή στη Μόσχα πως στην περίπτωση αυτή η Σοβιετική Ενωση θα καταγγείλει χωρίς άλλη ειδο­ποίηση τη σοβιετοπολωνική συμφωνία μη επίθεσης. Η σταθερή στάση της Σοβιετικής Ενωσης είχε αποτέλεσμα: τα πολωνικά στρατεύματα αποσύρ­θηκαν από τα τσεχοσλοβακικά σύνορα.

Η σοβιετική κυβέρνηση προσπάθησε να δραστηριοποιήσει και την Κοι­νωνία των Εθνών για να εμποδίσει την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας. Αφού μέρα τη μέρα γινόταν ολοένα και πιο φανερό πως η γαλλική κυβέρνηση θα αρνούνταν να εκπληρώσει τις συμμαχικές της υποχρεώσεις απέναντι στην Τσε­χοσλοβακία, η Σοβιετική Ενωση ήταν δυνατόν να τη βοηθήσει με την ιδιό­τητα του μέλους της Κοινωνίας των Εθνών. Αλλα η τσεχοσλοβακική κυβέρ­νηση ούτε καν προσπάθησε να επωφεληθεί από την ευκαιρία αυτή στη σύνοδο της γενικής συνέλευσης της Κοινωνίας των Εθνών το Σεπτέμβριο. Υπακούον­τας στις υποδείξεις της Αγγλίας και της Γαλλίας και στην πίεση της αντιδραστικής μερίδας της τσεχοσλοβακικής αστικής τάξης, συνέχιζε να ακολουθεί το δρόμο της συνθηκολόγησης και αρνούνταν τη σοβιετική βοήθεια. Η στάση αυτή ήταν πολύ περισσότερο αδικαιολόγητη γιατί η σοβιετική κυβέρνηση πλη­ροφόρησε τον Μπένες πώς είναι έτοιμη να βοηθήσει στρατιωτικά την Τσεχο­σλοβακία ακόμη και στην περίπτωση που η Γαλλία θα αρνούνταν να τη βοηθήσει. Το μόνο που απαιτούσε από την κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας ήταν να θέλει να αμυνθεί και να ζητήσει βοήθεια από τη Σοβιετική Ενωση.

Ολες οί προσπάθειες της Σοβιετικής Ενωσης να εμποδίσει την εκμηδέ­νιση της Τσεχοσλοβακίας και να περισώσει την ανεξαρτησία της στάθηκαν μάταιες. Η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας συνθηκολόγησε προδίδοντας τα συμφέροντα του λαού. Αυτό ήταν η λογική κατάληξη της αντιλαϊκής και της αντισοβιετικής πολιτικής των τσεχοσλοβακικών κυβερνητικών κύκλων. Ανά­μεσα στους συνθηκολόγους ήταν και οι Τσεχοσλοβάκοι δεξιοί σοσιαλιστές που καλούσαν ανοιχτά το λαό να υποταχθεί στα κελεύσματα του Χίτλερ. Μόνο το κομμουνιστικό κόμμα της Τσεχοσλοβακίας αγωνιζόταν για μια αποφασιστική απόκρουση του εισβολέα και ξεσκέπαζε ασταμάτητα τα συνθηκολογικά σχέ­δια της τσεχοσλοβακικής αστικής τάξης.

  • Πώς έβλεπε η ΕΣΣΔ τον πόλεμο

Στις 10 Μάρτη του 1939, ο Ι. Β. Στάλιν, παρουσιάζοντας την έκθεση της ΚΕ στο 18ο Συνέδριο του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ, αναφερόμενος στον εξελισσόμενο πόλεμο σημείωνε:

«Ο πόλεμος δημιούργησε νέα κατάσταση στις σχέσεις των χωρών, καθιέρωσε σ’ αυτές τις σχέσεις την ατμόσφαιρα της ανη­συχίας και της αβεβαιότητας. Αφού υπόσκαψε τις βάσεις του μεταπολεμικού ειρηνικού καθεστώτος και αναποδογύρισε τις στοι­χειώδεις έννοιες του διεθνούς δικαίου, ο πόλεμος έβαλε υπό συ­ζήτηση την αξία των διεθνών συμφώνων και υποχρεώσεων. Ο πασιφισμός και τα σχέδια αφοπλισμού θάφτηκαν. Τη θέση τους την κατέλαβε ο πυρετός των εξοπλισμών. Αρχισαν να εξοπλί­ζονται όλοι, από τα μικρά ως τα μεγάλα κράτη, μαζί και πρώτ’ απ’ όλα, τα κράτη που ακολουθούσαν την πολιτική της μη επέμβασης. Κανείς πια δεν πιστεύει τους κατανυκτικούς λόγους, ότι οι παραχωρήσεις που έγιναν στο Μόναχο στους επιτιθέμενους και η συμφωνία του Μονάχου εγκαινίασαν τάχα τη νέα εποχή του “κατευνασμού”. Δεν τους πιστεύουν κι αυτοί, οι ίδιοι, που πήραν μέρος στη συμφωνία του Μονάχου, η Αγγλία και η Γαλ­λία, που άρχισαν όχι λιγότερο από τους άλλους να δυναμώ­νουν τους εξοπλισμούς τους.

Είναι φανερό, ότι η ΕΣΣΔ δεν μπορούσε να παραβλέψει αυτά τα απειλητικά γεγονότα. Είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι ο κάθε – ακόμα και ο πιο μικρός – πόλεμος που θα άρχιζαν οι επιτιθέμενοι, κάπου σε μια απομακρυσμένη γωνιά του κόσμου, αποτελεί κίνδυνο για τις φιλειρηνικές χώρες. Ακόμα σοβαρό­τερο κίνδυνο αποτελεί ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος, που τρά­βηξε κιόλας στην τροχιά του πάνω από πεντακόσια εκατομμύ­ρια πληθυσμό της Ασίας, της Αφρικής, της Ευρώπης. Γι’ αυτό το λόγο η χώρα μας, ακολουθώντας σταθερά την πολιτική για τη διατήρηση της ειρήνης, εργάστηκε ταυτόχρονα σοβαρότατα για το δυνάμωμα της μαχητικής ετοιμασίας του Κόκκινου Στρατού μας, του Κόκκινου Πολεμικού Στόλου μας.

Ταυτόχρονα η Σοβιετική Ενωση αποφάσισε να κάνει και μερικά άλλα βήματα για να στερεώσει τις διεθνείς θέσεις της. Στα τέλη του 1934 η χώρα μας μπήκε στην Κοινωνία των Εθ­νών, ξεκινώντας από το γεγονός ότι, παρά την αδυναμία της μπορεί ωστόσο να χρησιμεύσει σα βήμα για το ξεσκέπασμα των επιτιθεμένων και σαν κάποιο, έστω και αδύνατο, όργανο ειρήνης που μπορεί να βάλει, φρένο στο ξέσπασμα του πολέμου.

Η Σοβιετική Ενωση θεωρεί πως σε μια τόσο ταραγμένη εποχή δεν πρέπει να περιφρονεί κανείς ακόμα και μια τόσο ανί­σχυρη διεθνή οργάνωση, όπως είναι η Κοινωνία των Εθνών. Το Μάη του 1935, ανάμεσα στη Γαλλία και τη Σοβιετική Ενωση, είχε συναφθεί σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας, ενάντια σε μια πιθανή επίθεση των επιθετικών κρατών. Ταυτόχρονα είχε συναφθεί ανάλογο σύμφωνο με την Τσεχοσλοβακία. Το Μάρτη του 1936, η Σοβιετική Ενωση υπόγραψε σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας. Τον Αύγου­στο του 1937, υπογράφηκε σύμφωνο μη επίθεσης ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και στην Κινέζικη Δημοκρατία.

Μέσα σ’ αυτές τις δύσκολες διεθνείς συνθήκες εφάρμοζε η Σοβιετική Ενωση την εξωτερική της πολιτική, υπερασπίζοντας την υπόθεση της διατήρησης της ειρήνης.

Η εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ενωσης είναι σαφής και κατανοητή.

— Είμαστε υπέρ της ειρήνης και για το δυνάμωμα των εμπορικών σχέσεών μας μ’ όλες τις χώρες, είμαστε και θα ‘μαστε υπέρ αυτής της θέσης, εφόσον οι χώρες αυτές θα κρατούν την ίδια στάση απέναντι στη Σοβιετική Ενωση, εφόσον δε θα προσπαθήσουν να παραβλάψουν τα συμφέροντα της χώρας μας.

— Είμαστε υπέρ των ειρηνικών, στενών σχέσεων καλής γει­τονίας με όλες τις γειτονικές χώρες, που έχουν κοινά σύνορα με την ΕΣΣΔ, είμαστε και θα ‘μαστε υπέρ αυτής της θέσης, εφό­σον οι χώρες αυτές θα κρατούν την ίδια στάση απέναντι στη Σοβιετική Ενωση, εφόσον δε θα προσπαθήσουν να παραβιάσουν άμεσα ή έμμεσα την ακεραιότητα και το απαραβίαστο των συνόρων του σοβιετικού κράτους.

— Είμαστε υπέρ της υποστήριξης των λαών, που έπεσαν θύματα επίθεσης και που παλεύουν για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους.

— Δε φοβόμαστε τις απειλές των επιθετικών κρατών και είμαστε έτοιμοι ν’ απαντήσουμε με διπλό χτύπημα στο χτύπημα των εμπρηστών του πολέμου που προσπαθoύv να καταπα­τήσουν το απαραβίαστο των σοβιετικών συνόρων.

Αυτή είναι η εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ενωσης.

Στην εξωτερική της πολιτική η Σοβιετική Ενωση στηρίζεται:

1. Στην αυξανόμενη οικονομική, πολιτική και εκπολιτιστι­κή της ισχύ.

2. Στην ηθικοπολιτική ενότητα της σοβιετικής κοινωνίας μας.

3. Στη φιλία των λαών της χώρας μας.

4. Στον Κόκκινο Στρατό μας και στον Πολεμικό Κόκκινο Στόλο μας.

5. Στη φιλειρηνική της πολιτική.

6. Στην ηθική υποστήριξη των εργαζομένων όλων των χω­ρών που ενδιαφέρονται ζωτικά για τη διατήρηση της ειρήνης.

7. Στη σωφροσύνη εκείνων των χωρών που δεν έχουν συμφέρον γι’ αυτούς ή για ‘κείνους τους λόγους, να παραβιαστεί η ειρήνη.

Τα καθήκοντα του κόμματος στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής είναι:

1. Να εφαρμόζει και μελλοντικά την πολιτική της ειρήνης και της ενίσχυσης εμπορικών σχέσεων μ όλες τις χώρες.

2. Να δείχνει περίσκεψη και να μην επιτρέπει στους προβοκάτορες του πολέμου, που συνήθισαν να βάζουν τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά να παρασύρουν τη χώρα μας σε συγκρούσεις.

3. Να δυναμώνει μ’ όλα τα μέσα τη μαχητική ισχύ του Κόκκινου Στρατού μας και του Κόκκινου Πολεμικού Στόλους μας.

4. Να δυναμώνει τις διεθνείς σχέσεις φιλίας με τους εργαζόμενους όλων των χωρών που ενδιαφέρονται για την ειρήνη και τη φιλία ανάμεσα στους λαούς».

(Ι. Β.Στάλιν απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα από την έκθεση της ΚΕ στο 18ο Συνέδριο του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ)

Τορπίλιζαν τις σοβιετικές προτάσεις, επεδίωκαν συμφωνία με τον Χίτλερ ενάντια στην ΕΣΣΔ

Τον Απρίλη – Μάη του 1939 η Γερμανία κατάγγειλε την αγγλοαμερικανική ναυτική συμφωνία του 1935, ακύρωσε το σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία, που υπογράφτηκε το 1934 και έκλεισε με την Ιταλία το λεγόμενο Χαλύβδινο σύμφωνο, με βάση το οποίο η ιταλική κυβέρνηση υποχρεωνόταν να βοηθήσει τη Γερμανία, αν αυτή εμπλακεί σε πόλεμο με τις δυτικές δυνάμεις.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας κάτω από την επήρεια της κοινής γνώμης και το φόβο της παραπέρα ισχυροποίησης της Γερμανίας, άρχισαν διαπραγματεύσεις με την ΕΣΣΔ που έγιναν στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1939.

Οι δυτικές, όμως, δυνάμεις δε δέχτηκαν την υπογραφή συμφωνίας, που πρότεινε η ΕΣΣΔ και που μιλούσε για κοινό αγώνα κατά των φασιστικών επιδρομέων.

Προτείνοντας μάλιστα στη Σοβιετική Ενωση να αναλάβει μονομερείς υποχρεώσεις να βοηθήσει οποιονδήποτε Ευρωπαίο γείτονα σε περίπτωση επίθεσης εναντίον του, οι δυτικές δυνάμεις ήθελαν να παρασύρουν την ΕΣΣΔ σε πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και να την αφήσουν ύστερα να αγωνίζεται μόνη της.

Οι διαπραγματεύσεις του Αυγούστου 1939 δεν έδωσαν κανένα αποτέλεσμα γιατί το Παρίσι και το Λονδίνο τορπίλιζαν κάθε φορά τις σοβιετικές εποικοδομητικές προτάσεις.

Την ώρα που οδηγούσε τις διαπραγματεύσεις της Μόσχας σε αποτυχία, η αγγλική κυβέρνηση ερχόταν σε μυστικές επαφές με τους χιτλερικούς, μέσω του πρεσβευτή τους στο Λονδίνο Χ. Ντίρκσεν, επιδιώκοντας να πετύχει συμφωνία για το ξαναμοίρασμα του κόσμου σε βάρος της ΕΣΣΔ.

Η πολιτική αυτή των δυτικών δυνάμεων προκαθόρισε τη ματαίωση των διαπραγματεύσεων της Μόσχας και έθεσε τη Σοβιετική Ενωση μπροστά στον άμεσο κίνδυνο επίθεσης της φασιστικής Γερμανίας, ή, αφού εξαντλήσει τις πιθανότητες υπογραφής συμμαχίας με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, να υπογράψει το προτεινόμενο, από τη Γερμανία, σύμφωνο μη επίθεσης και έτσι να απομακρύνει την απειλή του πολέμου.

Η κατάσταση επέβαλε σαν αναπόφευκτη τη δεύτερη εκλογή. Η υπογραφή στις 23 Αυγούστου 1939 του σοβιετικογερμανικού συμφώνου επέτρεψε, ώστε, παρά τους υπολογισμούς των πολιτικών της Δύσης, ο παγκόσμιος πόλεμος να αρχίσει με τη σύγκρουση στους κόλπους του καπιταλιστικού κόσμου. Η επίθεση στην Πολωνία οδηγήθηκε από τους ίδιους που παρέδωσαν στον Χίτλερ την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία. Η ΕΣΣΔ μπόρεσε να εξασφαλίσει το χρόνο, που της επέτρεψε – όταν οι ναζί κινήθηκαν πιο ανατολικά – να διεξάγει τη νικηφόρα αντεπίθεσή της. Με τίμημα τα 25 εκατομμύρια των νεκρών της, τα οποία όσοι ξαναγράφουν την Ιστορία δεν μπορούν να διαγράψουν.

________________________________________

Πηγή: «Παγκόσμια Ιστορία» της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ