RSS

Category Archives: Βενιζέλος Ελευθέριος

Ο Βενιζέλος δεν επένδυσε στην τύχη, το 1919

  • Tου K. I. Δεσποτοπουλου*Η Καθημερινή, 23/9/2012

Στο φύλλο σας της 14ης Σεπτεμβρίου 2012 είναι δημοσιευμένη επιστολή, περιεκτική γνωμών «εγκρίτων ανδρών», για τη Mικρασιατική Eκστρατεία και την παρεπόμενή της Kαταστροφή. Σμυρναίος εγώ, εύλογα ενδιαφέρομαι για το θέμα. Eξάλλου και πρόσφατα έχω ασχοληθεί με αυτό, σε βιβλιοκρισία μου του βιβλίου του ακαδημαϊκού Σβολοπούλου «H απόφαση για επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Mικρά Aσία» (βλ. σελ. 259-270 του βιβλίου μου «Iστορικά»). Aς μου επιτραπεί, λοιπόν να σχολιάσω κάπως την επιστολή. H παρατιθέμενη γνώμη καθηγητού Iστορίας, ότι «ο Eλευθέριος Bενιζέλος συμπεριφέρθηκε ως “παίκτης” και “επένδυσε” στον μοναδικό διαθέσιμο παράγοντα, την τύχη, όπως έκανε και στους Bαλκανικούς Πολέμους», είναι, πιστεύω, διπλά σφαλερή, δηλαδή ως προς την πολιτική του Bενιζέλου και το 1919 και το 1912. Read the rest of this entry »

Advertisements
 
 

«Η Ελλάς δεν δύναται την πληρωμήν των δανείων…»

  • ΠΩΣ ΚΗΡΥΧΤΗΚΕ Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΟΥ 1932

Η δραματική συνεδρίαση της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη και η στάση του Ελ. Βενιζέλου μέσα από τα επίσημα πρακτικά

Στιγμιότυπο από την ιστορική για την Ελλάδα σύνοδο της Κοινωνίας των Εθνών, τον Απρίλιο του 1932, όπου ο Βενιζέλος κήρυξε τη στάση πληρωμών

Στιγμιότυπο από την ιστορική για την Ελλάδα σύνοδο της Κοινωνίας των Εθνών, τον Απρίλιο του 1932, όπου ο Βενιζέλος κήρυξε τη στάση πληρωμών

Η χρεοκοπία του 1932 δεν πέρασε στην Ιστορία με κάποια βαρυσήμαντη φράση, όπως η τρικουπική του 1893 («δυστυχώς επτωχεύσαμεν»). Αλλά με διπλωματικές διατυπώσεις. Μοναδική άμεση πηγή για τον τρόπο με τον οποίο ουσιαστικά εξαγγέλθηκε είναι τα επίσημα πρακτικά της Συνόδου της Γενεύης. Με οδηγό αυτό το δυσεύρετο ντοκουμέντο ας δούμε πώς ακριβώς κήρυξε η Ελλάδα του Βενιζέλου τη στάση πληρωμών, που έμελλε να σημαδέψει την κατοπινή πορεία της.

Εκεί περιγράφεται η έναρξη των εργασιών, με τους τυπικούς χαιρετισμούς και την ανάγνωση της έκθεσης, που είχε συντάξει η Δημοσιονομική Επιτροπή της ΚτΕ (εμπειρογνώμονες είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα τους προηγούμενους μήνες).

Αμέσως μετά ο λόγος δίνεται στον Ελληνα πρωθυπουργό: «Εν μέσω γενικής προσοχής… αναπτύσσει διά μακρών την ελληνικήν άποψιν. Ευχαριστεί εν αρχή την Δημοσιονομικήν Επιτροπήν διά την έκθεσίν της, αναγνωρίζων ότι αύτη διαπνέεται από πνεύμα δικαιοσύνης και αμεροληψίας.

Ανεπαρκές μέτρο

Η επιστροφή του Βενιζέλου από τη Γενεύη. Αντί για δάνεια φέρνει νέα βάρη στον λαό

Η επιστροφή του Βενιζέλου από τη Γενεύη. Αντί για δάνεια φέρνει νέα βάρη στον λαό

Ειδικώς, όμως, ως προς ό,τι αφορά την Ελλάδα εκθέτει τους λόγους διά τους οποίους τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι επαρκή να θεραπεύσουν την κρίσιν, ήτις έπληξε την Ελλάδα. Επιμένει ιδίως ότι είναι ανεπαρκές το προτεινόμενον μέτρον της επί εν έτος αναστολής της μεταφοράς των χρεολυσίων των εξωτερικών δανείων.

Η Ελλάς, προσθέτει ο κ. Βενιζέλος, ευρίσκεται εις την επιτακτικήν ανάγκην διά να δυνηθή να εξασφαλίση το ισοζύγιον του προϋπολογισμού της να αναστείλει την πληρωμήν των χρεολυσίων της επί μίαν πενταετίαν…».

Σκίτσο με τον Βενιζέλο να επαιτεί δάνειο από την Ευρώπη

Σκίτσο με τον Βενιζέλο να επαιτεί δάνειο από την Ευρώπη
Ο εισηγητής και πρόεδρος της Δημοσιονομικής Επιτροπής ξαναπαίρνει τον λόγο και πλέκοντας το εγκώμιο του Βενιζέλου συνιστά «να αποφύγη την λήψιν μέτρων, τα οποία δεν θα ανταποκρίνονταν απολύτως εις την εξυπηρέτησιν των νομίμων συμφερόντων της». Εμμεσα, δηλαδή προειδοποιεί με κυρώσεις.

Ο Βενιζέλος δευτερολογεί, λέγοντας ανάμεσα στα άλλα: «Η Ελλάς δεν αρνείται να δεχθή την βοήθειαν, την οποίαν συνιστά η Δημοσιονομική, υπό τύπον δανείου (προτείνει 10 εκ. δολ. για αργότερα) φρονεί, όμως, ότι είναι απολύτως αναγκαία η αναστολή της μεταφοράς εις ξένον συνάλλαγμα επί μίαν πενταετίαν. Ανευ της αναστολής αυτής η κυβέρνησίς μου δεν δύναται να εγγυηθεί διά το ισοζύγιον του προϋπολογισμού και συνεπώς δεν δύναται να εξασφαλίση την υπηρεσίαν των δανείων…».

Ο πυρετός της δραχμής μετά τη στάση πληρωμών

Ο πυρετός της δραχμής μετά τη στάση πληρωμών

Υπενθυμίζει ότι μέχρι τότε η Ελλάδα εκπλήρωνε κανονικά όλες τις δανειακές υποχρεώσεις της, παρά τις δυσκολίες. Εξιστορεί πως μέσω της παγκόσμιας κρίσης, της πτώσης της αγγλικής στερλίνας και του οικονομικού σεισμού που επακολούθησε έφθασε η Ελλάδα να ζητάει αναστολή των χρεών της.

Υστερα «εν μέσω δραματικής σιγής ο κ. Βενιζέλος προσθέτει, τονίζων τας λέξεις: ”Θεωρώ υποχρεώσίν μου να είπω από της θέσεως ταύτης με όλην την ειλικρίνειαν, ότι εάν αι Μεγάλαι Δυνάμεις δεν κατορθώσουν να συνεννοηθούν διά να βοηθήσουν τα μικρά πτωχά Κράτη, βλέπω μαύρον το μέλλον του κόσμου. Επειδή, όμως, είμαι φύσις αισιόδοξος, ελπίζω ότι τελικώς θα εξευρεθή λύσις, ανάλογος με τους δικαίους πόθους όλων των λαών”».

«Ο λόγοι αυτοί, όπως σημειώνεται, προκαλούν καταφανή συγκίνησιν εις όλην την αίθουσαν και εν μέσω δραματικής σιγής ο πρόεδρος του Συμβουλίου της ΚτΕ Πολ Μπονκούρ λέγει επί λέξει με φωνήν προδίδουσα συγκίνησιν: ”Ευχαριστώ τον κ. Βενιζέλον εξ ονόματος της επιτροπής διά την θαρραλέαν προειδοποίησιν. Τα μεγάλα κράτη δεν παραμένουν ασυγκίνητα προ της τύχης του κόσμου…”».

  • Xαριστική βολή

Η απόφαση ήταν η χαριστική βολή στην οικονομία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε με ένα ξερό «δέχομαι». Την ίδια μέρα έδινε οδηγίες στους Ελληνες πρεσβευτές σε Λονδίνο και Παρίσι να ξεκινήσουν επαφές με τους δανειστές για την αναδιαπραγμάτευση του χρέους.

Απέμεινε η τυπική κήρυξη της στάσης πληρωμών μία εβδομάδα αργότερα, ενώ η φτωχοποίηση του πληθυσμού έπαιρνε δραματικές διαστάσεις. Το Πάσχα που ακολουθούσε (συνέπιπτε με την Πρωτομαγιά) ήταν το χειρότερο μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922.

Παρά την αντίθεση των Μεγάλων Δυνάμεων και των αγορών της εποχής «οικονομικός πόλεμος» εναντίον της δεν κηρύχτηκε, αν και ήταν αποκλεισμένη από τις διεθνείς χρηματαγορές. Αλλωστε, όλες ήταν απασχολημένες με την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που ακόμη μαινόταν.

  • Υστατη προσπάθεια
  • Μαύρος Απρίλιος για την ελληνική οικονομία…

Πριν από 80 χρόνια, τον Απρίλιο του 1932, όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα στη Γενεύη, όπου συνερχόταν το συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών (πρόγονος του ΟΗΕ). Με τις αποφάσεις του θα κρινόταν «η σωτηρία της ελληνικής οικονομίας», όπως λέγανε τότε.

Από τις αρχές του χρόνου το φάντασμα της πτώχευσης είχε εγκατασταθεί μόνιμα πάνω από την Ελλάδα. Η μόνη διέξοδος που είχε απομείνει ήταν ένας δανεισμός ύψους 50 εκατ. δολαρίων. Δύσκολος έως ακατόρθωτος στις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μαζί μ’ αυτό και η αναστολή της καταβολής τοκοχρεολυσίων για τα παλιότερα εξωτερικά δάνεια, με σύμφωνη γνώμη της διεθνούς κοινότητας.

Το ελληνικό αίτημα για πενταετή αναστολή θ’ ανακούφιζε τη χώρα, αφού το ποσοστό των τακτικών κρατικών εσόδων, που απαιτούνταν για την εξυπηρέτηση του χρέους, ξεπερνούσε το 43% – ρεκόρ ακόμη και για σήμερα.

Τα εισπρακτικά μέτρα στο εσωτερικό είχαν σχεδόν εξαντληθεί και μια επαχθέστερη φορολογία ή παραπέρα μείωση των ισχνών κρατικών δαπανών θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτες κοινωνικές εκρήξεις ή «σταμάτημα της κρατικής μηχανής» κατά την έκφραση της εποχής.

Η τελευταία προσπάθεια του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου θα κορυφωνόταν, ύστερα από έναν πολύμηνο ατελέσφορο διπλωματικό μαραθώνιο σ’ ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στην περίφημη για την εποχή Σύνοδο της Γενεύης στις 16 Απριλίου.

Η απόφαση ήταν καταδικαστική. Περιοριζόταν σε μονοετή αναστολή του εξωτερικού χρέους, με καταβολή συγχρόνως του αντιτίμου σε δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό. Επιπλέον δινόταν μόνο υπόσχεση για μελλοντικό δάνειο μόλις 10 εκατ. δολαρίων.

  • Πτώχευση με πλεονεκτήματα

Αναχωρώντας από τη Γενεύη, ο Βενιζέλος έκανε μια δήλωση, ξεχασμένη σήμερα, αλλά ιστορική. Συμπυκνώνει τη σημασία του χρεοστάσιου, παρουσιάζοντας τη δραματική εξέλιξη ως ευκαιρία: «Επεράσαμεν τον Ρουβίκωνα και πρέπει να ομολογηθεί ότι η Ελλάς ηδυνήθη να τον διέλθη, όχι μόνον χωρίς ζημίαν, αλλά -δεδομένου του προσωρινού χαρακτήρος της καταστάσεως- και με πλεονεκτήματα επιτρέποντα να αντιμετωπίση προοδευτικήν βελτίωσιν εν προσεχεστάτω μέλλοντι…». Στην Αθήνα η δήλωση ερμηνεύτηκε ως «περιφανή νίκη»!

Ρητορείες για εσωτερική κατανάλωση

Ο Ρουβίκων, όπως ανέλαβαν να θυμίσουν οι φιλοκυβερνητικοί αναλυτές, ήταν το όριο που απαγορευόταν να διαβούν οι ρωμαϊκές λεγεώνες. Για την Ελλάδα του 1932 «ήτο το τολμηρόν, το ηρωικόν άλμα της από την όχθην με τα δανειακά βάρη της υποτελείας, προς την αντίπεραν όχθην, όπου η Ελλάς, μόνη προς το παρόν, αλλά με ελαφρόν πλέον του δημοσίου χρέους το φορτίον, θα ανοικοδομηθή με τας ιδίας μόνον δυνάμεις της, αλλά και με τας προς τους Ελληνας μόνον υποχρεώσεις της…».

Τ. Κατσιμάρδος, ΕΘΝΟΣ, 14/4/2012

 

Τι υποτίμησε ο Ελ. Βενιζέλος

Εικόνα:Ελευθέριος Βενιζέλος.jpg

Δύο πράγματα, ωστόσο, στα οποία όντως ο Βενιζέλος δεν απέδωσε τότε τη δέουσα βαρύτητα, ήταν οι εφεδρείες του εθνικισμού των Τούρκων, ιδίως όταν αυτοί θα αγωνίζονταν για την εθνική επιβίωσή τους, και η διαφαινόμενη στήριξη των εθνικιστών από τους μπολσεβίκους. Του πρώτου η υποτίμηση φαίνεται από αυτά που θα υποστήριζε απαντώντας στον Lloyd George στις 5 Οκτωβρίου 1920, περί «κοπώσεως» των Τούρκων και ελπιζόμενης κατά βάθος και από αυτούς επιβολής της ειρήνης από τις προελαύνουσες ελληνικές δυνάμεις. Η υποτίμηση του δεύτερου, δηλαδή των καθοριστικών συνεπειών που θα είχε η ανταπόκριση της Μόσχας στο τολμηρό άνοιγμα του Κεμάλ –κυρίως για την οργάνωση αξιόμαχου εθνικιστικού στρατού– αποτελεί και ιστορικό παράδοξο: Είναι όντως ανυπολόγιστο το πόσο διευκόλυνε την ευνοϊκή για την Ελλάδα εξέλιξη των επεκτατικών της βλέψεων η απουσία της τσαρικής Ρωσίας από τη διεθνή σκηνή το 1918 – 1920, αλλά και το πόσο έμελλε να συμβάλει στην καταστροφή του βενιζελικού επιτεύγματος η συμμαχία της σοβιετικής Ρωσίας με την κεμαλική Τουρκία τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Ηδη τον Αύγουστο του 1920, οι μπολσεβίκοι επετίθεντο κατά των Αρμενίων, και τον Σεπτέμβριο το ίδιο θα έκαναν οι κεμαλικοί από το Νότο, εδραιώνοντας την απευθείας επαφή μεταξύ Αγκυρας και Μόσχας. Και αυτό καθιστά ακόμα βαρύτερο το σφάλμα του Βενιζέλου να επιβάλει ελληνική στρατιωτική αδράνεια από τον Αύγουστο του 1920, την επαύριο των θριάμβων της πρώτης εκστρατείας, όταν το κεμαλικό κίνημα βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης. Σε συνδυασμό με την παρορμητική του απόφαση και την εμμονή στη διεξαγωγή εκλογών, θα στοίχιζε στον Βενιζέλο την απώλεια της εξουσίας, και στην Ελλάδα αυτήν του μικρασιατικού Ελληνισμού. Φυσικά, ήταν αδύνατον –αλλά και δεν θέλησε– να υπολογίσει τον φανατισμό και την πολιτική αγνωμοσύνη των τότε Ελλήνων. Ούτε μπορούσε, φυσικά, να διανοηθεί την καταστροφική πολιτική των παντελώς ακατάλληλων για τις περιστάσεις διαδόχων του. Εν πάση περιπτώσει, όπως γράφηκε πρόσφατα σε εξάτομη ιστορία του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος, που εκδόθηκε από την Τουρκική Ιστορική Εταιρεία –μαρτυρία βαρύνουσα διπλά δηλαδή– γεγονός παραμένει ότι οι συνθήκες των Σεβρών, «όπως υπογράφηκαν, συνιστούσαν έναν τρομερό θρίαμβο για την Ελλάδα, μια κορύφωση που άρμοζε στις πονηρές και δόλιες, αλλά λαμπρές και εύστοχες μεθόδους (deceitful but brilliant wheeling and dealing) που ο Βενιζέλος είχε μετέλθει τα προηγούμενα δύο χρόνια. Αν είχαν πλήρως εφαρμοσθεί, η Ελλάδα θα είχε αναδειχθεί η κυριότερη δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου, όπως είχαν σχεδιάσει και ελπίσει ο Lloyd George και ο Βενιζέλος».*

* St. J. Shaw, From Empire to Republic, the Turkish War of National Liberation, 1918 – 1923, Αγκυρα (T­rk Tahri Kumuru Basimevi) 2000, III, 1, 1149.

  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/11/2009
 

Ο μεγαλύτερος θρίαμβος του Ελληνισμού

  • Του Νικου Πετσαλη-Διομηδη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/11/2009

Στο δημαρχιακό μέγαρο των Σεβρών, στην όχθη του Σηκουάνα πέντε χιλιόμετρα από το κέντρο των Παρισίων, υπογράφηκαν στις 10 Αυγούστου 1920 οκτώ συνολικά συνθήκες ή συμφωνίες, τέσσερις από τις οποίες αφορούσαν άμεσα την Ελλάδα. Σημαντικότερη από αυτές, η συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία, που συνέπεσε με την έβδομη επέτειο της συνθήκης του Βουκουρεστίου, κάτι που ο Βενιζέλος ανέφερε με πρόσθετη υπερηφάνεια στο διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό. Το μέγεθος του ελληνικού θριάμβου ήταν όντως τεράστιο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμελιζόταν, τιθέμενη υπό συμμαχική απαγόρευση, ενώ η Ελλάδα αποκτούσε -χωρίς υπολογισμό τής υπό εντολήν ακόμα ζώνης στη Μικρά Ασία- πληθυσμό 5.531.474 και έκταση 150.833 τ. χλμ, τη μεγαλύτερη στην ιστορία της. Προσαρτούσε όλη τη Θράκη, σχεδόν ώς την Τσατάλτζα, τα νησιά του βορείου Αιγαίου (Ιμβρο, Τένεδο, Λήμνο, Σαμοθράκη, Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία), και -από την Ιταλία, στην οποία τα παραχωρούσε η Τουρκία- το Καστελλόριζο και τα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου, που θα έχαιρε ευρείας αυτονομίας ώσπου η Αγγλία να παραχωρήσει στην Ελλάδα την Κύπρο, και εν πάση περιπτώσει όχι πριν από 15 χρόνια. Η Σμύρνη και σημαντική ενδοχώρα -22.936 τ. χλμ. με πληθυσμό 960.000- παρέμεναν υπό τουρκική επικυριαρχία (suzerainty), αλλά μόνο για πέντε χρόνια, αφού δημοψήφισμα που θα διεξαγόταν το 1925 σίγουρα θα ενέκρινε την προσάρτησή τους στην Ελλάδα. Τότε, η έκτασή της θα έφθανε τις 174.000 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της τα 6.500.000.

Η συνθήκη για τη Θράκη μεταβίβαζε τη Δυτική Θράκη από τους εγγυητές και θεσμοφύλακες Συμμάχους στην Ελλάδα. Εξασφάλιζε το διαμετακομιστικό εμπόριο της Βουλγαρίας, παραχωρώντας της δικαιώματα -προς μελλοντική ρύθμιση- στα λιμάνια του Αιγαίου που προσαρτούσε η Ελλάδα, ενώ η Αλεξανδρούπολη κηρυσσόταν λιμάνι «διεθνούς συμφέροντος». Η ελληνο-ιταλική συνθήκη για τα Δωδεκάνησα όριζε βασικά ότι η Ιταλία παραιτείτο από τα δικαιώματά της επί των νησιών και νησίδων που κατείχε στο Αιγαίο, εκτός της Ρόδου, στην οποία θα διενεργείτο δημοψήφισμα το 1935. Η τέταρτη συνθήκη των Σεβρών που αφορούσε την Ελλάδα, ρύθμιζε θεμελιώδη ζητήματα των μειονοτήτων της, και -μαζί με τη συνθήκη για τη Δυτική Θράκη- επρόκειτο να επιζήσει της Συνθήκης της Λωζάννης, το 1923. Σύμφωνα με αυτήν και με την εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών, η Ελλάδα αναγνώριζε ως Ελληνες υπηκόους τους Βούλγαρους και τους Οθωμανούς ή Αλβανούς -μόνη έμμεση μνεία του βορειοηπειρωτικού ζητήματος- που κατοικούσαν εδάφη τα οποία είχαν γίνει ελληνικά από το 1913.

Ηδη από τη στιγμή του θριάμβου, οι αντιπολιτευόμενοι κύκλοι των Αθηνών και ο πιστός στη βασιλική παράταξη Τύπος μείωναν την αξία του επιτεύγματος, διακηρύσσοντας πως η Βρετανία είχε υπογράψει τη συνθήκη «ατενίζοντας μετ’ ελπίδων» όσα δεν είχε ακόμα πετύχει στη Μέση Ανατολή, δι’ ίδιον δηλαδή καθαρά συμφέρον, όργανα του οποίου ήταν η βενιζελική Ελλάδα και ο Βενιζέλος προσωπικά. Επίσης, ότι η Γαλλία και η Ιταλία προσέβλεπαν ήδη στην επαναφορά του τουρκικού ζητήματος «επί τάπητος». Τα αόριστα αυτά, αλλά όχι αβάσιμα, στηριγμένα σε δημοσιεύματα του γαλλικού και ιταλικού Τύπου και στις επαφές των εκτός Ελλάδος βασιλικών, θα επεκαλούντο αργότερα και οι βασιλικές κυβερνήσεις, για να δείξουν πως η «απόπειρα αναθεωρήσεως» της Συνθήκης των Σεβρών, ήδη τον Φεβρουάριο του 1921, δεν ήταν αποτέλεσμα «της επελθούσης ταύτης ή εκείνης εν Ελλάδι μεταβολής», αλλά «η ιδέα της αναθεωρήσεως υφίστατο κατ’ αυτήν ακόμα την υπογραφήν αυτής». Επιχείρημα ευφυές μεν, και ισχυρό ίσως ως προς τη στάση της Γαλλίας, αλλά πολύ αδύναμο για να αιτιολογήσει -πόσω μάλλον να δικαιολογήσει- τα κατά συρροήν σφάλματα και την προοδευτικά παθητική πώρωση αυτών που θα κυβερνούσαν από τα μέσα Νοεμβρίου του 1920.

Για να μειώσει την εντύπωση του βενιζελικού θριάμβου, η βασιλική παράταξη πρόβαλε τότε και το γεγονός ότι τα σύνορα της Ελλάδος θα εκτείνονταν σε 1.270 χλμ. πίσω από τα οποία καιροφυλακτούσαν η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία, και σε άλλα 337 χλμ. στη Μικρά Ασία, συνολικά δηλαδή 1.607 χλμ., η φρούρηση των οποίων θα απαιτούσε τρεις ηλικίες κληρωτών. Επίσης, ότι περίπου 850.000 κάτοικοι της νέας Ελλάδος θα ήταν Τούρκοι ή Βούλγαροι και λιγότεροι από 4.700.000 Ελληνες, ενώ στην ελληνική ζώνη της Μικράς Ασίας μόνο οι μισοί κάτοικοι θα ήταν Ελληνες. Η μεν Βουλγαρία θα είχε πληθυσμό ανάλογο της Ελλάδος, αλλά η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία μεγαλύτερο, ενώ και η εχθρική γειτνίαση της Ιταλίας δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Εκ των υστέρων ιδίως, οι απολογητές των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων θα προσέθεταν και τα επιχειρήματα ότι, ενώ οι Τούρκοι θα αγωνίζονταν υπέρ βωμών και εστιών, οι Ελληνες θα πολεμούσαν σε άγνωστα εδάφη εν μέσω εχθρικών πληθυσμών και «υπό το κράτος της διχοστασίας», η οποία παρέλυε τις δυνάμεις του έθνους. Τα δύο τελευταία ευσταθούν αναντίρρητα, χωρίς ωστόσο και να συνηγορούν υπέρ της βασιλικής παράταξης, αφού αυτή τα γνώριζε καλά όταν αποφάσιζε να διεκδικήσει την εξουσία, και ιδίως να συνεχίσει την εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου, υπό προφανώς δυσμενέστερες συγκυρίες.

Ως προς τον πληθυσμό της ελληνικής ζώνης στη Μικρά Ασία, από τις 960.000 οι 562.000, δηλαδή το 58,5%, ήταν Ελληνες, στους οποίους θα έρχονταν να προστεθούν περίπου 350.000 πρόσφυγες που θα επέστρεφαν στις εστίες τους. Οσο για την εχθρότητα των γειτόνων της, αυτή ήταν δεδομένη και η Ελλάδα την αντιμετώπιζε από καιρό με επιτυχία, την οποία θα εξασφάλιζε στο μέλλον η πολύπλευρη ισχυροποίησή της. Φυσικά τα σύνορά της θα ήταν εκτεταμένα και σε ορισμένα σημεία ευάλωτα, αλλά δίπλα στο μέγα επίτευγμα της Ελλάδος «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» ο κίνδυνος ήταν ασύγκριτα μικρός και η κινδυνολογία υστερόβουλη. Αλλά η πλήρης αποσιώπηση του γεγονότος ότι τα πάντα οφείλονταν στη διπλωματική δεινότητα του Βενιζέλου -ολιγόψυχη άρνηση επαίνου για τον μεγαλύτερο θρίαμβο της ελληνικής ιστορίας, παρά τις όποιες εκκρεμότητες- αποδυνάμωνε την όποια κριτική μιας πολιτικής την οποία, άλλωστε, η βασιλική παράταξη έμελλε να συνεχίσει, σφετεριζόμενη τον βενιζελικό άθλο.

 

Ελλάδα δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών

  • Οι Συνθήκες των Σεβρών αποτελούσαν μια υπέρτατη στιγμή διπλωματικής νίκης με την αναγνώριση αγώνων και δικαίων
  • Επιμέλεια: Στεφανος Xελιδονης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/11/2009

Στις 31 Ιουλίου 1920 (με το παλαιό ημερολόγιο) η «Κ» έφερε στην πρώτη σελίδα της κύριο άρθρο του εκδότη της, Γεωργίου Α. Βλάχου, με τίτλο «Η Συνθήκη των Σεβρών». Στις 28 Ιουλίου 1920 (10 Αυγούστου με το νέο ημερολόγιο), ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέγραφε στο δημαρχείο του παρισινού προαστίου τις Συνθήκες των Σεβρών, καθώς από τις οκτώ συνολικά συμφωνίες, τέσσερις αφορούσαν άμεσα την Ελλάδα. Στις Σέβρες το ελληνικό κράτος αποκτούσε τη μεγαλύτερη έκταση που θα κατελάμβανε ποτέ. Το 1832, την Ελλάδα όριζαν η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα, η Εύβοια, οι Σποράδες και οι Κυκλάδες. Το 1864 οι Βρετανοί μας εκχώρησαν τις Ιονίους Νήσους. Το 1881, ήρθε η σειρά της Θεσσαλίας και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους τα σύνορα μεγάλωσαν για να περιλάβουν τη νότια Ηπειρο, τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου (τα οποία, όμως, οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμη αναγνωρίσει ως ανήκοντα στην ελληνική επικράτεια). Οι Συνθήκες των Σεβρών αποτελούσαν μιαν υπέρτατη στιγμή διπλωματικής νίκης για την Ελλάδα, που μόλις το 1897 έκειτο εν διαλύσει, ταπεινωμένη από την Τουρκία. Οι σκληροί αγώνες των Ελλήνων από το 1909 ανταμείβονταν με την επίσημη διεθνή αναγνώριση των δικαίων του Ελληνισμού και την αποδοχή μεγάλου μέρους των διεκδικήσεών του, ένα άλμα προς την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Μέχρι και στην «Κ», που ήταν παγίως αντιβενιζελική, ο Βλάχος αναγνώριζε πως η τουρκική συνθήκη αποτελούσε «σημαντικώτατον κεφάλαιον της ελληνικής πολιτικής ιστορίας». Τα ελληνικά σύνορα που ορίστηκαν στις Σέβρες, όμως, δεν έμελλε να κρατήσουν για πολύ. Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου, ο ελληνικός στρατός θα εισχωρούσε στα βάθη της Μικράς Ασίας, σε μια καταδικασμένη πορεία. Τρία χρόνια μετά, τα σύνορα της χώρας και ο πληθυσμός της θα άλλαζαν ξανά, αυτή τη φορά με την άφιξη των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ισως η μοίρα της τουρκικής συνθήκης στις Σέβρες, που δεν επικύρωσε ποτέ κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη, να συνοψίζεται με τον πλέον κατάλληλο τρόπο στα γραφόμενα του Ουίνστον Τσώρτσιλ: «Πώς η Ελλάδα κέρδισε την αυτοκρατορία των ονείρων της ερήμην της και πώς την απέρριψε όταν ξύπνησε».

 

Δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει σωστά

  • Του Γιωργου Θ. Μαυρογορδατου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009
  • Εκτός από την αέναη ανακύκλωση των ίδιων πάντα επιχειρημάτων, η ατέρμων συζήτηση σχετικά με τις ευθύνες του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη Μικρασιατική Καταστροφή πάσχει εξαρχής από τον συνήθη ελληνοκεντρικό επαρχιωτισμό. Οπως όλα τα ζητήματα, έτσι και αυτό εξετάζεται αποκομμένο από τη γενικότερη διεθνή συγκυρία, σαν να επρόκειτο για ένα μικρόκοσμο όπου υπάρχει μόνο η Ελλάδα και οι σχέσεις της με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Πρόκειται, όμως, για ένα μέρος της συνολικής λύσης που επιχείρησαν να επιβάλουν οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούν να εξεταστούν και οι τυχόν ευθύνες του Βενιζέλου.

Τον Μάιο του 1919, ο Βενιζέλος μπορούσε βάσιμα να υπολογίζει ότι η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε ποτέ μόνη της ενδεχόμενη αντίσταση εκ μέρους των Τούρκων, αλλά μόνο σε σύμπραξη με τις νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις και, ιδίως, σε σύμπραξη με τη μεγάλη Αρμενία που επρόκειτο να δημιουργηθεί. Είναι χρήσιμη εδώ μία σύγκριση με την περίπτωση της Γερμανίας. Οπως ακριβώς και με τη Γερμανία, τα σχέδια των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιλάμβαναν τη διαρκή εξουδετέρωση της Τουρκίας ως στρατιωτικής απειλής που θα μπορούσε στο μέλλον να ανατρέψει τους όρους της συνθήκης ειρήνης.

Πέρα από τους γνωστούς περιορισμούς που επιβλήθηκαν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών στον αριθμό και τον εξοπλισμό των δικών της ενόπλων δυνάμεων, η Γερμανία θα παρέμενε μόνιμα περικυκλωμένη από μία ακαταμάχητη συμμαχία τεσσάρων κρατών με επικεφαλής τη Γαλλία. Στο πλευρό της Γαλλίας, τον σιδερένιο κλοιό συμπλήρωναν η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία και το Βέλγιο. Και οι τρεις χώρες συνδύαζαν δύο καίρια χαρακτηριστικά: ιστορική έχθρα απέναντι στη Γερμανία και αξιόλογη στρατιωτική ισχύ (περιλαμβανομένης και πολεμικής βιομηχανίας).

Τον ίδιο ακριβώς ρόλο στην περίπτωση της Τουρκίας επρόκειτο να παίξουν δύο κράτη με ανάλογα χαρακτηριστικά: η μεγαλωμένη Ελλάδα από τα δυτικά και η νεοσύστατη μεγάλη Αρμενία από τα ανατολικά. Η κοινή έχθρα απέναντι στους Τούρκους και η ζωτική ανάγκη διαφύλαξης των κεκτημένων αποτελούσαν την καλύτερη εγγύηση μελλοντικής τους συνεργασίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Βενιζέλος συνιστούσε στους Ελληνες του Πόντου να ενταχθούν στην Αρμενία, αφού η Ελλάδα ήταν μακριά και αδυνατούσε να ενσωματώσει την περιοχή τους.

Επιπλέον, πέρα από τη συνδυασμένη πολεμική ισχύ Ελλάδας και Αρμενίας, υπήρχε και η προοπτική στρατιωτικής παρουσίας σε περιοχές της Μικράς Ασίας από δύο τουλάχιστον Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία και Ιταλία). Τέλος, όπως και στην Κεντρική Ευρώπη, τη μονιμότητα όλων των ρυθμίσεων επρόκειτο να εξασφαλίζει η νεοπαγής Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), με υπέρτατη εγγύηση τη συντριπτική ισχύ των ΗΠΑ.

Η σύγκριση είναι χρήσιμη σ’ ένα ακόμη ζήτημα. Η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών δεν παραβιάστηκε μόνο στην περίπτωση της Τουρκίας, με την υπαγωγή τουρκικών πληθυσμών σε ξένη κυριαρχία. Στην Αυστρία, που τότε ακόμη αυτοπροσδιοριζόταν ως «γερμανική» (Republik Deutsch�sterreich), απαγορεύτηκε στο διηνεκές να ενωθεί με τους Γερμανούς αδελφούς της. Εξάλλου, η νεοσύστατη Τσεχοσλοβακία περιέλαβε τους γερμανικούς πληθυσμούς της Σουδητίας. Η αναγεννημένη Πολωνία, χάρη στις περιστασιακές στρατιωτικές επιτυχίες της στον πόλεμο με τη Σοβιετική Ρωσία το 1920-21, περιέλαβε τελικά ανατολικά εδάφη με συμπαγείς πληθυσμούς Λιθουανών, Λευκορώσων και Ουκρανών.

Οπως είναι γνωστό, αυτές οι κραυγαλέες παραβιάσεις της αρχής των εθνοτήτων άνοιξαν λογαριασμούς που επρόκειτο να πληρωθούν πανάκριβα είκοσι χρόνια αργότερα, οδηγώντας τελικά, μετά την κατάλυση της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας, στην έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με άμεσο διαμελισμό της Πολωνίας (και οριστικό ακρωτηριασμό της από τα εδάφη που είχε οικειοποιηθεί το 1921).

Οι συγκρίσεις αυτές οδηγούν σ’ ένα απροσδόκητο αλλά διαφωτιστικό συμπέρασμα. Αυτό ακριβώς που επεδίωξε ο Χίτλερ μετά το 1933 (με κοσμογονικές συνέπειες), ο Κεμάλ το είχε ήδη κατορθώσει δέκα χρόνια νωρίτερα: να ανατρέψει τους επαχθείς και άδικους όρους που είχαν υπαγορεύσει οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο έθνος του· έθνος μάλιστα ηττημένο με ευθύνη ενός αυτοκρατορικού καθεστώτος που δεν υπήρχε πια. Γι’ αυτό και η Τουρκία δεν είχε πλέον κανένα λόγο να πάρει μέρος στον επόμενο πόλεμο.

Στην οπτική αυτή, μπορούμε να επανεξετάσουμε με άλλο μάτι τις ευθύνες του Βενιζέλου. Δεν υπήρξε ούτε λιγότερο διορατικός ούτε περισσότερο απερίσκεπτος απ’ όλους τους άλλους ηγέτες, μεγάλους και μικρούς, Μεγάλων Δυνάμεων και μικρότερων χωρών, που συνδιαμόρφωσαν μια νέα τάξη πραγμάτων σε βάρος των ηττημένων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πιστεύοντας ότι αυτή θα έχει διάρκεια και αντοχή.

Ποιος μπορούσε τάχα να προβλέψει τον Ιούνιο του 1919, όταν υπογραφόταν η Συνθήκη των Βερσαλλιών, τη σωματική και ψυχική κατάρρευση του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον έπειτα από λίγους μήνες και τη συνακόλουθη αποτυχία του να εξασφαλίσει την έγκριση της Συνθήκης από τη Γερουσία με την απαιτούμενη πλειοψηφία (2/3 των παρόντων); Η αποτυχία αυτή σήμανε την αναπάντεχη επιστροφή των ΗΠΑ στον απομονωτισμό και στέρησε τα κατ’ εξοχήν δημιουργήματα του Ουίλσον από το ισχυρότερο έρεισμά τους. Ανάμεσά τους η ΚτΕ αλλά και η Αρμενία, που αφέθηκε σχεδόν αβοήθητη να διαμελιστεί μεταξύ Τουρκίας και Σοβιετικής Ενωσης, ελάχιστους μήνες μετά τη δημιουργία της στο χαρτί της Συνθήκης των Σεβρών. Ετσι, όμως, έλειψε και η φυσική σύμμαχος της Ελλάδας, τερματίζοντας την περικύκλωση της Τουρκίας.

Ο Βενιζέλος, ασφαλώς, δεν μπορούσε να προβλέψει τόσο ραγδαίες ανατροπές. Αλλο ήταν το μεγάλο λάθος του. Η προσήλωση στη Σμύρνη υπήρξε εξαρχής άστοχη, τόσο από στρατιωτική όσο και από οικονομική άποψη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Οι δεσμεύσεις του Βενιζέλου στη Μ. Ασία

  • Του Αντωνη Καρκαγιαννη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009
  • Να αποσαφηνίσουμε μερικά πράγματα. Οταν γράψαμε για λάθη και ευθύνες του Ελευθερίου Βενιζέλου, εννοούσαμε τα λάθη και τις ευθύνες του σχετικά με τη Μικρασιατική Εκστρατεία και την Καταστροφή. Οχι γιατί αποκλείονται άλλα λάθη και άλλες ευθύνες, αλλά δεν ήταν αυτό το θέμα μας. Το γράφουμε γιατί οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν αναφέρονταν στη γενική πολιτική παρουσία του Ελ. Βενιζέλου και στο έργο που άφησε. Μας ενδιαφέρει μόνο η Μικρασιατική Εκστρατεία και καταστροφή.

Μιλήσαμε για «μοιραία λάθη» στα οποία περιέπεσε από ένα μείγμα ιδεών, πολιτικών αναγκών, δεσμεύσεων έναντι των δυτικών «συμμάχων» και προσωπικών φιλοδοξιών, ίσως και οίησης. Η κυρίαρχη ιδέα και μοναδική πηγή πατριωτισμού και κίνητρο εθνικής δράσης ήταν η εδραίωση μεγάλου και ισχυρού ελληνικού κράτους που να περιλαμβάνει τις δύο όχθες του Αιγαίου, περίπου στα όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με αναφορές ακόμη και στα όρια του Αρχαίου Κόσμου. Εκφραζόταν με το σύνθημα για μια «Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων», που σήμερα το ακούμε με μελαγχολία, αλλά και σαρκασμό. Μπροστά σ’ αυτήν την ιδέα υποχωρούσαν όλες οι άλλες: η οργάνωση του ελληνικού εθνικού κράτους, η ευνομία του, η καλή διοίκηση, η ευημερία του λαού, ο πνευματικός του προσανατολισμός και η ανάπτυξή του.

Η ιδέα αυτή ήταν τόσο κυρίαρχη ώστε οποιαδήποτε απομάκρυνση από αυτήν να θεωρείται προδοσία με μεγάλο πολιτικό κόστος έναντι των πολιτικών αντιπάλων. Ηταν ακριβώς αυτή η ανάγκη που οδήγησε τους αντιπάλους του Ελ. Βενιζέλου να εγκαταλείψουν την κριτική τους και να συνεχίσουν την Εκστρατεία που εκείνος άρχισε, με τους ίδιους όρους, μέχρι την τελική Καταστροφή. Με αυτές τις ιδέες και με αυτούς τους όρους πολιτικής αντιπαράθεσης διαμορφώθηκαν και οι προσωπικές φιλοδοξίες του Ελ. Βενιζέλου αλλά και η οίηση που άφησε να καλλιεργηθεί μέσα του μετά τις επιτυχίες των δύο βαλκανικών πολέμων και τη συμπαράταξη με τους «νικητές» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οταν αναφερόμαστε σε πιθανές δεσμεύσεις έναντι των τριών «Συμμάχων» δεν εννοούμε κάποια συνωμοσία. Εννοούμε απλώς την ποικίλη δέσμευση, ηθική και υλική, που διαμορφώνεται από τον «συνεταιρισμό» ενός πολύ μικρού και αδύναμου εταίρου με τρεις πολύ μεγάλους και πολύ ισχυρούς, τους ισχυρότερους του τότε κόσμου, και επιπλέον «νικητές» μιας παγκόσμιας σύγκρουσης που ζητούσαν να αποζημιωθούν για το αίμα εκατομμυρίων θυμάτων τους. Είναι πολύ χαρακτηριστική η ευκολία με την οποία ο Ελ. Βενιζέλος δέχθηκε την «εντολή» των Τριών να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη, χωρίς να αποσαφηνίσει τους σκοπούς και τα όρια, αν επρόκειτο για στήριξη των ελληνικών πληθυσμών που υφίσταντο διωγμούς από το τουρκικό κράτος ή αν για επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας. Προπαντός δεν φρόντισε να εξασφαλίσει συνεχή ροή υλικών μέσων και διπλωματικών εγγυήσεων για την Εκστρατεία.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετά την Καταστροφή πολλές φορές και με ποικίλους τρόπους, διακήρυξε: Αυτό που έχουμε είναι το εθνικό μας κράτος, αυτά είναι τα όριά του, αυτή είναι η πηγή και το αντικείμενο του πατριωτισμού μας. Να το υπερασπιζόμαστε με όλα τα μέσα, να το φροντίζουμε και να το νοικοκυρεύουμε ώστε τα εθνικά μας όνειρα να ταυτίζονται με την ευημερία και την πρόοδο του λαού. Αυτό είναι το πεπρωμένο μας… Αυτές οι σκέψεις τον οδήγησαν στην προσέγγιση με τον Μουσταφά Κεμάλ και την Τουρκία που τότε έμπαινε σ’ έναν παράλληλο δρόμο. Αν οι σκέψεις αυτές κυριαρχούσαν το 1919 ποτέ δεν θα αποτολμούσε μια τέτοια εκστρατεία.

Διατυπώνεται η άποψη ότι αν ο Ελ. Βενιζέλος παρέμενε στην εξουσία και μετά τον Νοέμβριο του 1920 διαφορετικά θα διαχειριζόταν την Εκστρατεία και διαφορετικό θα ήταν το αποτέλεσμα. Είναι πολύ πιθανό. Οι διάδοχοί του υπό την καθοδήγηση του βασιλιά Κωνσταντίνου υπήρξαν πραγματικά τραγικοί σε ανικανότητα. Ομως, και σήμερα ακόμα αν ρίξουμε μια ματιά στον χάρτη, αβίαστα θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να στερήσει το τουρκικό έθνος από τα παράλιά του και να το απωθήσει στην ασιατική ενδοχώρα. Η επέκταση της εθνικής κυριαρχίας, που ονομάσθηκε και «αλυτρωτισμός», έχει φυσικά όρια, τον εθνικισμό των άλλων…