RSS

Category Archives: Επέτειοι

Όψεις του «ελληνικού» στην αναζήτηση εθνικής ταυτότητας

Η ΑΥΓΗ: 25/03/2012

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ*

Το παράδειγμα της ποίησης

Aφού σήμερα θα προσφύγουμε στους ποιητές για να εορτάσουμε τον λόγο της μνήμης, ας αρχίσουμε με τα λόγια ενός πολύ γνωστού μας: «O ποιητής δεν έχει ταυτότητα»· «δεν έχει εγώ»· «είναι ένας χαμαιλέων». Aυτά γράφει ο Σεφέρης στονMονόλογο πάνω στην Ποίηση [1939], αποδίδοντας πιστά φράσεις του ποιητή Tζον Kιτς από μια επιστολή του γραμμένη το 1818. Στη λογοτεχνική παράδοση έχουμε και άλλες παρόμοιες μεταφορές, με τις οποίες υπογραμμίζεται η ρευστότητα του συγγραφικού υποκειμένου και αντιπαρατίθεται στις απόπειρες του κριτικού λόγου να οριστικοποιήσει και να τυποποιήσει τη μορφή του ποιητή και το περιεχόμενο του έργου του.

Mε αυτόν τον τρόπο τονίζεται η έλλειψη ταυτότητας στον θεωρητικό και αισθητικό χώρο, όπου ο ποιητής κυκλοφορεί σε μια πολυμερή και δαιδαλώδη κοινωνία του πνεύματος. Tονίζεται επίσης η αντίθεση προς τη χειραγώγηση του ποιητικού λόγου από προκατασκευασμένες ερμηνείες. Ωστόσο, αυτή η ικανότητα -η ανάγκη αν θέλετε- του ποιητή να αποσχηματίζεται και να μετασχηματίζεται δεν σημαίνει ότι έχει απαλλαγεί από το πρόβλημα της ταυτότητας. Read the rest of this entry »

Advertisements
 
Leave a comment

Posted by on March 24, 2012 in Επέτειοι, ΕΘΝΟΣ

 

Tags: ,

Ο Γυάλινος Κόσμος του συγγραφέα

  • ΘΕΑΤΡΟ

  • 100 χρόνια από τη γέννηση του Τενεσί Γουίλιαμς και 60 χρόνια από την ταινία «Λεωφορείον ο Πόθος»

  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Γιος ενός πλασιέ παπουτσιών και της κόρης ενός υπουργού, το δεύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας, ο Τόμας Λάνιερ Γουίλιαμς (Τhomas Lanier Williams) γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου 1911 στο Κολόμπους του Μισισιπί. Ο τόπος καταγωγής του πατέρα του, το Τενεσί, δεν άργησε να αντικαταστήσει το βαφτιστικό του όνομα, ενώ οι οικογενειακές εμπειρίες στάθηκαν η πρώτη- και καθοριστική- ύλη για το έργο του. Οι νευρώσεις της οικογένειας, ο αλκοολικός πατέρας που θεωρούσε ότι ο γιος του έδειχνε (από νωρίς) θηλυπρεπής, η σχιζοφρενής και αργότερα λοβοτομημένη αδελφή του Ρόουζ, όλοι και όλα στο περιβάλλον του συνέβαλαν σε αυτό που έμελλε να γίνει. Ισως άλλωστε ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά (αν όχι το βασικότερο) του Τενεσί Γουίλιαμς είναι η μετουσίωση του προσωπικού σε τέχνη.

«Υποθέτω ότι σχεδόν δεν χρειάζεται να δηλώσω πως υπήρξα το θύμα μιας ιδιαίτερα ταραγμένης εφηβείας. Οι σκοτούρες είχαν αρχίσει πριν από την εφηβεία:νομίζω πως είχαν ολοφάνερα τη ρίζα τους στα παιδικά μου χρόνια» γράφει στις «Αναμνήσεις» του («Μemoirs»), αυτοβιογραφικό βιβλίο που κυκλοφόρησε στις αρχές του ΄70 (εκδόσεις Ινδικτος, 2003).

  • Δίπλα στον… τσαγκάρη Κοβάλσκι

Ο σπουδαιότερος αμερικανός θεατρικός συγγραφέας της μεταπολεμικής σκηνής – μαζί με τον Αρθουρ Μίλερ – έκανε ακατάστατες σπουδές, ενώ υπό την πίεση του πατέρα του εργάστηκε και σε υποδηματοποιείο- εκεί ένας συνάδελφός του άκουγε στο όνομα Στάνλεϊ Κοβάλσκι! Ωστόσο το 1929 μια παράσταση, «Οι Βρικόλακες» του Ιψεν, τον οδήγησε στην απόφαση να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο θέατρο. Είχε προηγηθεί, δύο χρόνια πριν, μια διάκρισή του σε λογοτεχνικό διαγωνισμό.

Από τα φοιτητικά του χρόνια και ως το 1961 η πορεία του Τενεσί Γουίλιαμς είναι διαρκώς ανοδική. Κυρίως δε από τα μέσα της δεκαετίας του ΄40, όταν το ένα μετά το άλλο τα έργα του γνωρίζουν τεράστια επιτυχία, παίζονται στις θεατρικές σκηνές και μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη. Τα πρώτα μονόπρακτα ή και τρίπρακτα παίζονται από πειραματικά νεοϋορκέζικα θέατρα και διαθέτουν εν σπέρματι τη θεματολογία που θα ακολουθήσει: Ο «Γυάλινος κόσμος» (1944), απόλυτα εμπνευσμένος από τη ζωή του, τη μητέρα του και την πολυαγαπημένη του αδελφή Ρόουζ (Λάουρα, στο έργο), που κέρδισε και το Βραβείο Κριτικών, δεν είναι παρά η αρχή. Η συνέχεια είναι καταιγιστική: Ο ανεκπλήρωτος έρωτας στο «Καλοκαίρι και καταχνιά» και η τραγωδία μιας παρηκμασμένης καλλονής στο «Λεωφορείον ο Πόθος»- και τα δύο το 1947. Ακολουθούν: «Τριαντάφυλλο στο στήθος», «Καμίνο Ρεάλ», «Λυσσασμένη Γάτα», «Ο Ορφέας στον Αδη», «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», «Γλυκό πουλί της νιότης», «Περίοδος προσαρμογής», «Η Νύχτα της Ιγκουάνα». Ερωτες, πάθη, απελπισία, ουσίες, αλκοόλ, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κατεστραμμένες σχέσεις, θλίψη. Ο ίδιος ζει στον αστερισμό της απόλυτης επιτυχίας, των καταχρήσεων και των γνωριμιών με προσωπικότητες, όπως «ο τζέντλεμαν με τη συνεσταλμένη ποιότητα» Χεμινγκγουέι, η «παγερή κυρία»Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Πολ Μπόουλς, ο Βισκόντι, η Γκρέτα Γκάρμπο και τόσοι άλλοι…

  • Το αδιέξοδο μιας λαμπρής καριέρας

Η τελευταία εικοσαετία της ζωής τουως τις 25 Φεβρουαρίου 1983 που βρέθηκε νεκρός, μόνος, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου της Νέας Υόρκης (θάφτηκε στο νεκροταφείο του Σεν Λιούις, στο Μισούρι)- ήταν γεμάτη αποτυχίες, επαγγελματικές και προσωπικές. Ο θάνατος του συντρόφου και εραστή του Φρανκ Μέρλο, η κατάθλιψη που επακολούθησε, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, το αδιέξοδό του, θα τον οδηγήσουν στο ψυχιατρείο (1969). Βγαίνοντας θα κάνει απελπισμένες προσπάθειες να επανέλθει στη γραφή, χωρίς όμως επιτυχή αποτελέσματα. Ο απολογισμός του έργου του πάντως είναι πλούσιος: Είκοσι πέντε μεγάλα θεατρικά έργα, δεκάδες μικρά, αλλά και σενάρια, δύο μυθιστορήματα, μία νουβέλα, 60 μικρές ιστορίες, περισσότερα από 100 ποιήμα τα και η αυτοβιογραφία του.

Η ομοφυλοφιλία πάντως δεν είναι το θέμα που δεσπόζει στο θέατρο του Γουίλιαμς υπάρχει στα μικρά του διηγήματα και στην ποίησή του. Οι γυναικείοι όμως χαρακτήρες είναι εκείνοι που πάνω απ΄ όλα αποδόθηκαν ανάγλυφα μέσα από τα έργα του. «Οι χαρακτήρες δεν σβήνουν μαζί με το έργο του αλλά προεκτείνονται στα κατοπινά του» έγραφε ο Μάριος Πλωρίτης (Θέατρο ΄61), βασικός μεταφραστής του στην Ελλάδα, για τις παραστάσεις του Καρόλου Κουν στο Θέατρο Τέχνης.

  • Το «Λεωφορείο», ο Καζάν και ο Μάρλον Μπράντο

«Ολη η ζωή του βρίσκεται μέσα στα έργα του και όλα τα έργα του υπάρχουν μέσα στη ζωή του» συνήθιζε να λέει για τον Γουίλιαμς ο Ελία Καζάν, που σκηνοθέτησε τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο τα έργα του, με ξεχωριστή επιτυχία. Το 2011 άλλωστε κλείνουν 60 χρόνια από την κινηματογραφική μεταφορά του «Λεωφορείου ο Πόθος» (1951).

Τη γνωριμία με τον Καζάν την επεδίωξε ο ίδιος ο αμερικανός συγγραφέας, μετά την παράσταση του έργου του Μίλερ «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» στη Νέα Υόρκη το 1947. «Εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ από τη σκηνοθεσία… Από τη ζωτικότητα που πέτυχε να βάλει μέσα στο έργο» θα γράψει αργότερα στις «Αναμνήσεις», και έτσι κατάφερε να τον εξασφαλίσει για το «Λεωφορείο»- με τη μεσολάβηση της συζύγου του Καζάν. Η επιλογή του Μάρλον Μπράντο για τον ρόλο του Στάνλεϊ Κοβάλσκι οφείλεται στον σκηνοθέτη. «Πήρα ένα τηλεγράφημα από τον Καζάν που με πληροφορούσε πως μου έστελνε έναν νεαρό ηθοποιό», ο οποίος όμως άργησε να φθάσει… Οταν όμως έκανε την εμφάνισή του, θυμάται ο Τενεσί Γουίλιαμς, «ήταν σχεδόν ο πιο ωραίος άντρας που είχα δει στη ζωή μου…».

 
Leave a comment

Posted by on January 3, 2011 in Επέτειοι, ΘΕΑΤΡΟ

 

Tags:

Τα πάθη και τα «λάθη» του μαέστρου

  • ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

  • 100 χρόνια από τον θάνατο του Γκούσταφ Μάλερ

  • ΙΣΜΑ Μ. ΤΟΥΛΑΤΟΥ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010
Ο συνθέτης Γκούσταφ Μάλερ με τη σύζυγό του και μούσα του Αλμα Σίντλερ στην εξοχή το καλοκαίρι του 1909.

Το βράδυ της 7ης Νοεμβρίου 1901 το σπίτι της Μπέρτα Τσούκερκαντλ στη Ringstrasse της Βιέννης ήταν γεμάτο κόσμο. Ωστόσο δεν επρόκειτο για γεγονός παράδοξο καθώς η οικοδέσποινα, διακεκριμένη συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός της εποχής, διατηρούσε ένα από τα πλέον ονομαστά φιλολογικά σαλόνια με θαμώνες την ελίτ του πνεύματος και της κουλτούρας της πρωτεύουσας των Αψβούργων. Τη στιγμή λοιπόν που η συζήτηση είχε ανάψει, τη ματιά του Γκούσταφ Μάλερ «αιχμαλώτισε» μια νεαρή κοπέλα: ήταν η Αλμα Σίντλερ, μια χειραφετημένη φοιτήτρια μουσικής, ξακουστή για την ομορφιά της αλλά και για τους θυελλώδεις έρωτές της με κορυφαίους καλλιτέχνες όπως ο Γκούσταφ Κλιμτ και ο Οσκαρ Κοκόσκα.

Ο Μάλερ, διευθυντής ήδη εκείνο τον καιρό της Αυλικής Οπερας της Βιέννης, θέλησε να την πλησιάσει, εκείνη όμως δεν είδε με καλό μάτι τη γνωριμία μαζί του. Οι φήμες που τον ήθελαν να φλερτάρει κάθε νεαρή, επίδοξη λυρική τραγουδίστρια την απωθούσαν. Τελικά συστήθηκαν και λίγα λεπτά αργότερα κατέληξαν να καβγαδίζουν! Ωστόσο η επίμονη πολιορκία από πλευράς του συνθέτη και μαέστρου- κατά 19 χρόνια μεγαλύτερού της- κατάφερε να κάμψει τις αντιστάσεις της νεαρής καλλονής. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1902, παντρεύτηκαν, παρά τις εκατέρωθεν αντιρρήσεις συγγενών και φίλων. Ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς εντάσεις, η Αλμα στάθηκε απόλυτη μούσα και πηγή έμπνευσης για τον συνθέτη. Τα έργα της ύστερης κυρίως περιόδου του είναι έντονα «εμποτισμένα» από εκείνη. Η σχέση του μαζί της αποτέλεσε παράλληλα τον αντιπροσωπευτικότερο «καθρέφτη» του χαρακτήρα του: κυκλοθυμικός και αυταρχικός, ευθύς εξαρχής της απαγόρευσε να ασχολείται με τη σύνθεση- μεγάλη αγάπη και της ίδιας- ξεκαθαρίζοντάς της πως αυτό το οποίο απαιτούσε από εκείνη ήταν να περιοριστεί στα καθήκοντα της αφοσιωμένης συζύγου και μητέρας. «Οφείλεις να κατανοήσεις ότι δεν θα άντεχα με τίποτε τη θέα μιας απεριποίητης γυναίκας με ακατάστατα μαλλιά και παραμελημένη εμφάνιση» της επαναλάμβανε συχνά. «Το να ζεις μαζί του είναι σαν να βρίσκεσαι σε ένα καράβι που το δέρνουν διαρκώς τα κύματα» είχε πει κάποτε μια πρώην σύντροφός του και η φράση αυτή έβρισκε ίσως το απόλυτο αντίκρισμά της στη σχέση του με την Αλμα. Της επέβαλλε να ζουν χωριστά όποτε εκείνος επιθυμούσε, να έχουν διαφορετικές εισόδους στο σπίτι τους και να συμφωνεί εκ των προτέρων ως προς το πότε θα περάσουν χρόνο μαζί.

Ωστόσο, και οι εκρήξεις πάθους από πλευράς του δεν ήταν σπάνιες. Το 1910, π.χ., και ενώ η υγεία του είχε ήδη κλονιστεί έντονα μετά και την πρόωρη απώλεια της μεγαλύτερης από τις δύο κόρες που απέκτησε με την Αλμα, ανακάλυψε πως η σύζυγός του διατηρεί δεσμό με τον νεαρό αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους. Η αποκάλυψη αυτή τον οδήγησε στο ντιβάνι του Σίγκμουντ Φρόιντ: ύστερα από μια συνεδρία τεσσάρων ωρών στη διάρκεια της οποίας ο πατέρας της ψυχανάλυσης κατόρθωσε να φτάσει στα μύχια της σχέσης κάνοντας λόγο για αμοιβαία αναζήτηση ενός πατρικού και μητρικού υποκαταστάτου, οι δυο τους κατόρθωσαν να ζήσουν ένα τελευταίο διάστημα ευτυχίας. Ωστόσο, κράτησε λίγο: στις 18 Μαΐου 1911 και ενώ έξω μαινόταν δυνατή καταιγίδα, ο Γκούσταφ Μάλερ έφυγε από τη ζωή έχοντας το όνομα της Αλμα στο στόμα του…

  • Ο εβραίος που ασπάστηκε τον καθολικισμό

 

Κορυφαίος αρχιμουσικός της γενιάς του και συνθέτης της ύστερης ρομαντικής περιόδου, ο Γκούσταφ Μάλερ γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1860. Η οικογένειά του ανήκε σε μια εβραϊκής καταγωγής γερμανόφω νη μειονότητα της Ανατολικής Βοημίας, μέρος τότε της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, και είχε ταπεινές ρίζες. Από το οικογενειακό του περιβάλλον ο μικρός Γκούσταφ διαμόρφωσε μια διαρκή αίσθηση εξορίας: «Πάντοτε εισβολέας, ποτέ καλοδεχούμενος» όπως συνήθιζε να λέει. Ωστόσο ο πατέρας του είδε με καλό μάτι το ενδιαφέρον που έδειξε από πολύ νωρίς ο γιος του για τη μουσική. Αρχισε να μαθαίνει πιάνο σε ηλικία έξι ετών και μόλις στα 10 του έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ σε κοινό.

Τo 1897 και ενώ είχε ήδη περάσει ως διευθυντής ορχήστρας από διάφορα λυρικά θέατρα της Ευρώπης o Μάλερ έγινε διευθυντής της Αυλικής Οπερας της Βιέννης, όπου κατόρθωσε να θέσει πρότυπα τα οποία θεωρούνται αξεπέραστα ακόμη και σήμερα. Στη διάρκεια της δεκαετούς θητείας του και παρ΄ ότι αρνήθηκε τον ιουδαϊσμό για τον καθολικισμό προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του, δέχθηκε σκληρή κριτική από τον αντισημιτικό Τύπο. Ενώ ως διευθυντής ορχήστρας έχαιρε τρομερής εκτίμησης στη διάρκεια της ζωής του, ως συνθέτης κατόρθωσε να γνωρίσει ευρεία αποδοχή μόνο ύστερα από μια σχετικά μεγάλη περίοδο αμφισβήτησης, η οποία συμπεριέλαβε ακόμη και την πλήρη απαγόρευση των έργων του σε ένα σημαντικό τμήμα της Ευρώπης στη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Οι περισσότερες από τις 10 συμφωνίες του προκάλεσαν αμφιλεγόμενα σχόλια όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν, με εξαίρεση την Ογδοη, επονομαζόμενη «των Χιλίων», η πρεμιέρα της οποίας το 1910 στάθηκε πραγματικός θρίαμβος. Ωστόσο, από το 1950 και μετά, το ενδιαφέρον για τον συνθέτη αναβίωσε με θέρμη χάρη στην υποστήριξη ορισμένων αρχιμουσικών- μεταξύ των οποίων και ο Δημήτρης Μητρόπουλος – και κριτικών. Εκτοτε ο Μάλερ έγινε ένας από τους πιο δημοφιλείς συνθέτες στις αίθουσες συναυλιών και στα δισκογραφικά στούντιο, θέση την οποία διατηρεί σταθερά ως σήμερα.

 
Leave a comment

Posted by on January 3, 2011 in Επέτειοι, ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Tags:

Από εθνικό σύμβολο, ντισκοτέκ

  • ΙΣΤΟΡΙΑ

  • 100 χρόνια από την άφιξη του θωρηκτού «Αβέρωφ» στο Φάληρο

  • ΚΟΣΜΑΣ ΒΙΔΟΣ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Τι είναι, επιτέλους, η πατρίδα μας; Για τον Οδυσσέα Ελύτη είναι: «Βαπόρι στολισμένο (που) βγαίνει στα βουνά/ κι αρχίζει τις μανούβρες “βίρα μάινα”./ (…)/ Από τα βάθη φτάνει,τους παλιούς καιρούς,/ βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς./ (…) / Τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο,/ χρόνους μας ταξιδεύει/ δε βουλιάξαμε…». Θα έγραφε σήμερα ο ποιητής με τον ίδιο παιγνιώδη τρόπο, όπως και το 1971 οπότε εκδόθηκε «Ο Ηλιος ο ηλιάτορας»; Ακόμη και τώρα, που «μπατάρισε ο καιρός κ΄ έχει χαλάσει», για να ανατρέξουμε στον Νίκο Καββαδία; Που το «τρελοβάπορο» έχει παραδοθεί σε πρωτοφανείς, για τις τελευταίες γενιές, φουρτούνες; Που ακόμη και τα σύμβολα της ιστορίας του απαξιώνονται και λοιδωρούνται;

Θωρηκτό «Αβέρωφ», 10 Ιουνίου 2010: Εκατό χρόνια μετά την καθέλκυσή του (4 Μαρτίου 1910) και εκατό χρόνια παρά κάτι μήνες από την ημέρα- 11 Σεπτεμβρίου 1911- που κατέπλευσε στο Φάληρο, στο κατάστρωμά του διοργανώνεται εκδήλωση για τη λήξη των «Ποσειδωνίων 2010». Η αποκάλυψη ότι τελικά οι μουσικές και οι χοροί αφορούσαν τη γαμήλια δεξίωση του εφοπλιστή Λέοντα Πατίτσα και της Σταρ Ελλάς, μοντέλας και παρουσιάστριας Μαριέττας Χρουσαλά σκάει σαν βόμβα. Βόμβα με θύματα: ο διευθυντής του πλοίου-μουσείου αρχιπλοίαρχος Ε. Γαβαλάς υποχρεώνεται σε παραίτηση, οι νεόνυμφοι εμπαίζονται όσο λίγοι επώνυμοι αυτής της χώρας τα τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή ο βουλευτής της ΝΔ Εμμ. Κεφαλογιάννης καταθέτει ερώτηση προς τον υπουργό Εθνικής Αμυνας Ευ.Βενιζέλο για «τη μετατροπή με άδεια του υπουργείου Εθνικής Αμυνας του ζωντανού μνημείου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας σε νυκτερινό κέντρο», και ο υπουργός δηλώνει «είναι επικίνδυνο το να βρισκόμαστε αιχμάλωτοι της ισχύος του πλούτου ή της επιπολαιότητας ατόμων της δημοσιότητας» και χαρακτηρίζει το γεγονός βαριά προσβολή της τιμής του Πολεμικού Ναυτικού και της πατριωτικής ευαισθησίας μας.

Αν έχουμε πατριωτική ευαισθησία, έχουμε και κοντή μνήμη- ή άγνοια της νεότερης ιστορίας μας; Πόσοι, αλήθεια, από εμάς- από εκείνους που έχουν διασκεδάσει στα καταστρώματά του, από εκείνους που διαμαρτυρήθηκαν έντονα για τα έκτροπα, από εκείνους που χαρακτήρισαν τις διαμαρτυρίες υπερβολικές…- θυμόμαστε τα γεγονότα που αναδεικνύουν το πλοίο σε «κιβωτό» των εθνικών αγώνων, ώστε να το αντιμετωπίσουμε με τον σεβασμό που του αξίζει; Γιατί το παροπλισμένο σήμερα «Αβέρωφ» είναι σύμβολο. Ενα σύμβολο που «γεννήθηκε» στα ναυπηγεία του Λιβόρνο της Ιταλίας, αρχικά ως παραγγελία του Ιταλικού Ναυτικού. Η παραγγελία ακυρώθηκε ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση της Ελλάδας θεωρούσε επιτακτική ανάγκη τη δημιουργία αξιόμαχου στόλου. Η άμεση προκαταβολή του 1/3 της συνολικής αξίας του πλοίου, ποσού που αντλήθηκε από τη διαθήκη του Γεωργίου Αβέρωφ, μας επέτρεψε την απόκτησή του. Τα υπόλοιπα χρήματα καλύφθηκαν με εξωτερικό δανεισμό. Και το «Αβέρωφ», από την 11η Σεπτεμβρίου 1911, οπότε κατέπλευσε στο Φάληρο (όπου έγινε δεκτό με ενθουσιασμό), ξεκίνησε τα ταξίδια του σε όλους τους πολέμους, σε όλες τις τρικυμιώδεις περιόδους της νεότερης ιστορίας μας. Για να φθάσει σήμερα, δεμένο στην προκυμαία του Φαλήρου, να χρησιμοποιείται επισήμως ως μουσείο, ανεπισήμως ως πίστα.

Γιατί η δεξίωση Πατίτσα- Χρουσαλά δεν ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία το κατάστρωμά του μετατράπηκε σε πασαρέλα ή σε χώρο κοινωνικών συνεστιάσεων: στις 5.6.2008 και πάλι η οικογένεια Πατίτσα είχε διοργανώσει κοσμική εκδήλωση, ενώ μερικά χρόνια πριν η Ελένη Μενεγάκη είχε παρουσιάσει από εκεί τον «Πρωινό καφέ» (ΑΝΤ1). Με την αστρολόγο της να εξηγεί τις… επουράνιες συμπτώσεις ανάμεσα στην 28η Οκτωβρίου 1996 (ημέρα προβολής της εκπομπής) και στην 28η Οκτωβρίου 1940, τους γυμναστές της να κάνουν αεροβική και την Αντζυ Σαμίου να τραγουδά «ούτε καπνίζω/ ούτε πίνω/ ούτε χάνομαι/ ούτε για χάρη σου ξενυχτώ/ ούτε σε σκέφτομαι/ ούτε σε αισθάνομαι…». Τότε (βυθισμένοι στην εθνική μας λήθη;) δεν είχαμε αισθανθεί την παραμικρή ενόχληση για το καρακατσουλιό που είχε στηθεί επάνω στη «δόξα του Πολεμικού Ναυτικού». Αυτό σχολίασε και η μητέρα του γαμπρού Λέοντα, η Μαριγώ Λαιμού-Πατίτσα, δηλώνοντας: «Πρόπερσι είχαμε κάνει εκεί την ίδια γιορτή. Και είχαμε χορέψει κανονικότατα. Τότε δεν ενοχλήσαμε; Εκτός αυτού, πρέπει να σκεφτούν κάποιοι ότι αυτή η οικογένεια, η οικογένειά μου, έχει ίδρυμα και προσφέρει έργο. Βοηθάμε πολύ φτωχό κόσμο, έχουμε ενισχύσει οικονομικά το Μουσείο “Γεώργιος Αβέρωφ”…». Με τον παρά τους, λοιπόν, τα τσιφτετέλια, όσο κι αν μερικά πράγματα δεν έχουν τιμή. Οταν δε ρωτήθηκε η κυρία Λαιμού-Πατίτσα γιατί αυτή τη φορά έγινε ντόρος, απάντησε: «Δεν μπορώ να ξέρω, πηγαίνετε στις ψυχοθεραπείες,στα group therapy να τους ρωτήσετε. Εγώ δεν είμαι ψυχολόγος. Πηγαίνετε να ρωτήσετε τους ειδικούς, τους ψυχιάτρους».

Ισως να έχει δίκιο, και τελικά να χρειαζόμαστε εθνικό ψυχίατρο. Ισως, πάλι, να χρειαζόμαστε επειγόντως μαθήματα νεότερης ιστορίας, μήπως ξαναβρούμε τον χαμένο σεβασμό μας απέναντι σε πρόσωπα, γεγονότα, ιδέες… Μήπως ξαναθυμηθούμε την πνιγμένη σε ωκεανούς στείρου εθνικισμού και αφασίας εθνική μας ταυτότητα. Το έχουμε ανάγκη, ειδικά σήμερα που δεν μιλάμε απλώς για την (θλιβερή, ούτως ή άλλως) απαξίωση εθνικών συμβόλων όπως του παροπλισμένου «Αβέρωφ», αλλά για επικείμενο ναυάγιο του «τρελοβάπορού» μας.

 
Leave a comment

Posted by on January 3, 2011 in Επέτειοι, ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Tags:

Ενας μποέμ κοσμοκαλόγερος

  • ΓΡΑΜΜΑΤΑ

  • 100 χρόνια από τον θάνατο και 160 από τη γέννηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

  • Ι. Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε μια τραγική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας με τόσο πολλές όψεις που ακόμη τον ανακαλύπτουμε. Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 σε ένα νησί που φημίζεται για τη φυσική καλλονή του και τους ψαράδες του, τη Σκιάθο. Ηταν το τέταρτο παιδί του ζεύγους Αδαμαντίου και Γκιουλιώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ. Το επώνυμο Παπαδιαμάντης προέρχεται από το όνομα του πατέρα του που ήταν και παπάς.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν ανέμελα στο νησί και θα τα ανακαλέσει πολλές φορές νοσταλγικά στα κείμενά του. Ως το 1860 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Σκιάθου, όπου έμαθε τα βασικά- ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά-, του άρεσε όμως, από ό,τι λένε, πιο πολύ να ζωγραφίζει. Στα παιχνίδια του είχε συντροφιά ανάμεσα στους άλλους τον ξάδελφό του, μετέπειτα καλό συγγραφέα Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Νικόλαο Διανέλλο, μετέπειτα μοναχό Νήφωνα, ο οποίος θα είναι για χρόνια ο «κολλητός» του. Θα πάνε μαζί στο Αγιον Ορος, θα κατοικήσουν (μέχρι παρεξηγήσεως) για λίγο στο ίδιο διαμέρισμα, ώσπου ο Νήφωνας να παντρευτεί και να φύγει για να μείνει στο Χαρβάτι.

  • Ανθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών

Ο πατέρας του θα τον στείλει στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία, αλλά αυτός θα κάνει στροφή την τελευταία στιγμή και θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα απογοητευθεί γρήγορα από το στείρο κλίμα και θα τα παρατήσει. Μελετά μόνος του αγγλικά και γαλλικά και παραδίδει μαθήματα. Φυτοζωεί κυριολεκτικά.

Το 1878 γνωρίζεται με τον εκδότη της «Ακρόπολης» Βλάση Γαβριηλίδη που θα τον παρακινήσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θα ακολουθήσει το 1882 το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι έμποροι των εθνών» δημοσιευμένο στο «Μη χάνεσαι». Δημοσιεύει συνεχώς, γίνεται πια γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, αν και αποφεύγει να συγχρωτίζεται με αυτούς. Οσο ζούσε δεν είδε ποτέ δημοσιευμένο δικό του βιβλίο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το έργο του να αποτελεί τη βασικότερη παρακαταθήκη για τους έλληνες πεζογράφους: Δ. Χατζής, Γ. Ιωάννου, Αλ. Κοτζιάς, Χρ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θ. Βαλτινός, Μένης Κουμανταρέας…

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.

Γράφει και μεταφράζει συνέχεια για να μπορεί να ζει. Το 1909 θα γυρίσει στο νησί του. Θα αρρωστήσει και θα πεθάνει το βράδυ της 2ας προς 3η Ιανουαρίου 1911. Εζησε μοναχικός, ανέραστος, πάσχων.

  • Η διαμάχη για το έργο του

Ο Παπαδιαμάντης, αν και οι παλαιότεροι κριτικοί (Παλαμάς, Ξενόπουλος κ.ά.) θα εξυμνήσουν το έργο του, δεν θα τύχει της ίδιας αποδοχής από τους νεότερους. Η σχολή των Κ.Θ. Δημαρά και Π. Μουλλά θα μειώσει την αξία του, καθώς θα θεωρήσει ότι πρόκειται για λαογραφικά ηθικά κείμενα χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, ενώ του προσάπτει προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Από την άλλη σκοπιά, οι αμύντορες της Ορθοδοξίας τον θεωρούν εκπρόσωπό τους, μη αναγνωρίζοντας καμία άλλη πτυχή στο έργο του. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δίχασε επίσης την κριτική. Ο Κ. Χατζόπουλος και ο Α. Τερζάκης τη βρήκαν σχολαστική και προβληματική, ενώ τη θαύμασαν ο Τ. Αγρας, ο Ελύτης, ο Ζ. Λορεντζάτος κ.ά. Νεότεροι μελετητές αλλά και συγγραφείς που τον αγαπούν έχουν αναδείξει πλείστες όσες όψεις του συγγραφέα. Ανέδειξαν τον κοινωνικό Παπαδιαμάντη, αυτόν που στηλιτεύει την αδικία, τους πολιτικάντηδες, την παραδοσιακή θέση της γυναίκας που την «πουλάνε» μέσω του γάμου, είναι υπέρ του πολιτικού γάμου κ.ά. Τον χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να υποβάλλει σε οξύτατη κριτική πολλές καταστάσεις της εποχής. Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, με τις ποιητικές, αισθησιακές εικόνες των αβάσταχτων ερώτων. Τον ποιητή Παπαδιαμάντη, με τη μαγεία των λέξεων και των φράσεων που χρησιμοποιεί. Ελπίζουμε ότι εφέτος γιορτάζοντας τα 100 χρόνια από τον θάνατό του θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ολόπλευρα, να γοητευτούμε από τα κείμενά του, να τον τοποθετήσουμε ολόπλευρα στη λογοτεχνική εικόνα της χώρας μας.

 
Leave a comment

Posted by on January 3, 2011 in ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Επέτειοι

 

Tags:

Ο δάσκαλος που μίσησε η Εκκλησία

  • ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

  • 100 χρόνια από τα Αθεϊκά του Βόλου – Αλέξανδρος Δελμούζος

  • ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΔΗΜΑΡΑ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Βόλος, 2 Μαρτίου 1911 Μεσημέρι: Εφημερίδες: «Οι ιερείς της πόλεως εξεχύθησαν εις τας οικίας, εις τα μπακάλικα και τις ταβέρνες, συνιστώντες εις τους εν αυτοίς να σπεύσουν εις συλλαλητήριον διότι άλλως καταστρέφεται η θρησκεία και ο εθνισμός».

Απόγεμα: Ψήφισμα «του λαού του Βόλου, συνελθόντος εν συλλαλητηρίω»: Παρακαλείται η Δημοτική Αρχή «[…] ίνα προβή απροφασίστως εις την διάλυσιν του Ανωτέρου Δημοτικού Παρθεναγωγείου επί τω λόγω ότι η εν [αυτώ] διδασκαλία δεν είναι σύμφωνος ούτε προς την Εθνικήν μας θρησκείαν, ούτε προς την ιστορικήν γλώσσαν του Ελληνισμού […]».

Βράδυ:Συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου: «[…] Εγερθείσης μακράς και ζωηράς διαλογικής συζητήσεως […] τίθεται εις ονομαστικήν ψηφοφορίαν πρότασις […] περί αμέσου καταργήσεως του Ανωτέρου Παρθεναγωγείου […]. Γενομένης δε διαλογής,γίνεται δεκτή η πρότασις διά ψήφων εννέα κατά τεσσάρων».

Αυτό είναι συνοπτικά το προτελευταίο κεφάλαιο στην ιστορία ενός σχολείου που είχε δημιουργήσει και διευθύνει ο Αλέξανδρος Δελμούζος, με εισήγηση του γιατρού Δημήτρη Σαράτση, δημοτικού συμβούλου του Βόλου. Το τελευταίο κεφάλαιο γράφτηκε στις 27 Απριλίου 1914, στο Ναύπλιο, με την ετυμηγορία στη «δίκη των αθεϊκών», όπως έμεινε στην Ιστορία. Ο Δελμούζος, ο Σαράτσης και άλλοι που είχαν σχετιστεί με το Παρθεναγωγείο (αλλά και με το- σοσιαλιστικού προσανατολισμού- Εργατικό Κέντρο) είχαν κατηγορηθεί ότι «προσεπάθησαν να ελκύσωσι προσηλύτους εις […] την αθεΐαν […] και εξέφραζον δημοσία αρχάς, δόξας και φρονήματα τα οποία αντιβαίνουσιν εν γένει εις τας βάσεις της θρησκείας και της ηθικής». Το δικαστήριο τους αθώωσε όλους. Το σχολείο, ωστόσο, δεν ξανάνοιξε ποτέ.

  • Ενα διαφορετικό σχολείο

Η αρχή ήταν το 1908, όταν ο Δελμούζος, 28 χρονών τότε, ανέλαβε να σχεδιάσει, να ιδρύσει και να λειτουργήσει στον Βόλο ένα καινούριο σχολείο. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών (προπύργιο τότε του γλωσσικού και κοινωνικού συντηρητισμού), ο Δελμούζος είχε μόλις γυρίσει από τη Γερμανία. Εκεί, είχε έρθει σε επαφή με τα προοδευτικά παιδαγωγικά ρεύματα και είχε συνδεθεί με τον Γεώργιο Σκληρό, έναν από τους πρώτους έλληνες εκπροσώπους της σοσιαλιστικής σκέψης. Η ηλικία, λοιπόν, το μεγάλο φάσμα των εξωτερικών επιδράσεων, σε συνδυασμό με τις νεωτερικές απαιτήσεις ενός δυναμικού τμήματος των ανερχόμενων αστικών στρωμάτων του Βόλου, οδήγησαν τον Δελμούζο να στήσει ένα σχολείο πολύ διαφορετικό από τα άλλα: με έντονη ελληνικότητα αλλά εστιασμένο σαφώς στα νεότερα χαρακτηριστικά της («τη σύγχρονη κοινωνία και τα προβλήματά της», έλεγε ο ίδιος), με ενσωματωμένη τη θρησκευτική διδασκαλία (αλλά και φανερές επιφυλάξεις για τον ρόλο του ιερατείου), φιλελεύθερο στις παιδαγωγικές προσεγγίσεις, πολιτισμικά εκσυγχρονισμένο (διδασκόταν η δημοτική που ήταν και γλώσσα της διδασκαλίας).

Οσο λειτουργούσε ακόμη το Σχολείο, το 1910, ο Δελμούζος πήρε μέρος στην ίδρυση (στην Αθήνα) του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», του οποίου οι ηγέτες πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού σχολείου με αιχμή, βέβαια, τη δημοτική γλώσσα. Και ακριβώς τις μέρες του συλλαλητηρίου του Βόλου, στην Αθήνα η Βουλή συζητούσε με οξύτητα- και τελικά υπερψήφισε- το άρθρο του Συντάγματος που επέβαλε την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους.

Ολα αυτά, μέσα στο γενικότερο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό κλίμα της Ελλάδας- υπενθυμίζεται ότι το Σχολείο ιδρύθηκε μόλις έναν χρόνο πριν από το Γουδί-, ανησύχησαν τα μαχητικά συντηρητικά στοιχεία και την ηγεσία της Εκκλησίας του Βόλου: με ψεύδη, υπερβολές και βιαιότητες που άρχισαν ταυτόχρονα με την ίδρυσή του κατάφεραν τελικά να επιβάλουν το κλείσιμό του.

  • Το τέλος της φιλίας με τον Γληνό

Από τότε και ύστερα ο Δελμούζος τραυματίστηκε από την αποτυχία τριών παρεμβάσεων στην εκπαιδευτική πολιτική στις οποίες μετείχε. Το μεγάλο πλήγμα ήρθε το 1927: Στη Γενική Συνέλευση του Εκπαιδευτικού Ομίλου ο Δελμούζος διαφώνησε ριζικά για την ιδεολογική υφή του σωματείου με τον Δημήτρη Γληνό (που ζητούσε να μην υπάρχει «κανένα όριο προς τα Αριστερά»). Επικράτησε η άποψη του Γληνού. Ετσι ο Ομιλος διασπάστηκε και ταυτόχρονα τερματίστηκε μια μακρά γόνιμη συνεργασία, αλλά και – κατά τα τεκμήρια και τους μάρτυρεςμια θερμή φιλία.

Στη δεύτερη περίοδο της ζωής του, ο Δελμούζος ήταν λιγότερο μαχητικός, υπερασπίστηκε θερμά την πολιτική ουδετερότητα (ακόμη και μετά το 1949) και πολέμησε τη σοσιαλιστική θεωρία. Μόνη δημιουργική παρουσία του τότε ήταν (από το 1929) η καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (παραιτήθηκε το 1937 διαμαρτυρόμενος για την εκπαιδευτική πολιτική της Δικτατορίας) και η συνακόλουθη ίδρυση (1934) και εποπτεία του Πειραματικού Σχολείου της Θεσσαλονίκης, όπου ακολούθησε σύστημα παιδαγωγικών αξιών που, χωρίς να του δίνουν επαναστατικό χαρακτήρα, το κατέστησαν πρότυπο δημιουργικής απομάκρυνσης από τα κατεστημένα. Μετά, και ως τον θάνατό του (1956), έμεινε στο περιθώριο της δημόσιας δράσης.

Για να γυρίσουμε στο 1911: Σχολείο με τα χαρακτηριστικά του Παρθεναγωγείου του Δελμούζου δεν λειτούργησε ποτέ ξανά στην Ελλάδα. Αναρωτιέται κανείς μήπως αυτό οφείλεται και στην ακμαία επιβίωση των δυνάμεων που το έκλεισαν. Για έναν αιώνα…

 
Leave a comment

Posted by on January 3, 2011 in Επέτειοι, ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

Tags:

ΕΠΕΤΕΙΟΙ: Πρόσωπα και γεγονότα που σημάδεψαν την Ιστορία

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

 
Leave a comment

Posted by on January 3, 2011 in Επέτειοι