RSS

Category Archives: Λένινγκραντ

“Το Λένινγκραντ είναι καταδικασμένο να πεθάνει από λιμό”

  • ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “ΛΕΝΙΝΓΚΡΑΝΤ, Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ (1941-19440”
  • ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ Ν. ΔΟΡΔΑΝΑ, Η ΑΥΓΗ: 28/04/2009

Η μεγάλη διαφορά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε σχέση με τον Μεγάλο Πόλεμο έγκειται όχι μόνο στην ταχύτητα με την οποία διεξήχθησαν οι πολεμικές συγκρούσεις, αλλά πολύ περισσότερο στις τεράστιες απώλειες των αμάχων. Ως πρόβλημα τους αντιμετώπισε ευθύς εξαρχής το μιλιταριστικό Γ΄ Ράιχ, για την επίλυση του οποίου δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τα πιο ωμά και απάνθρωπα μέσα, ακολουθώντας απαρέγκλιτα τη διακηρυγμένη αρχή ότι η ανθρώπινη ζωή στις κατεχόμενες χώρες δεν έχει καμία αξία.

Η ιστορία  που διηγείται στο βιβλίο του “Λένινγκραντ, Η πολιορκία (1941-1944)” (εκδ. Ωκεανίδα)  ο ιστορικός Michael Jones δεν είναι μια ακόμα «συνηθισμένη» ιστορία του πολέμου. Το Λένινγκραντ συνιστά μια αυτόνομη ιστορία τρόμου και μαζικής εξόντωσης αμάχων, ένα έγκλημα που υπερβαίνει τα όρια και τη «λογική» του πολέμου. Ωστόσο αυτή η σχεδόν απίστευτη εξόντωση αμάχων δεν έχει βρει έως σήμερα, απ΄ όσο γνωρίζω, τη θέση της στην ιστοριογραφία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επί Σοβιετικής Ένωσης παρέμεινε εσκεμμένα στα ιστορικά αζήτητα, καθώς δεν μπορούσε να ενταχθεί στο σοβιετικό αφήγημα των μεγάλων επιτευγμάτων και μόλις το 1989 άνοιξε τις πύλες του το Μουσείο του Αποκλεισμού.

Ο Jones έρχεται με το βιβλίο του να συμβάλει στην ιστορία της πόλης και να την διηγηθεί με έναν απλό, απόλυτα κατανοητό και συνάμα γοητευτικό τρόπο, εγχείρημα που από μόνο του έχει αξία όταν κανείς επιχειρεί να μιλήσει για την φρίκη. Χάρη στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα και τη διεισδυτική ματιά του καταφέρνει να καλύψει σφαιρικά τα γεγονότα: α) αναλύοντας τις πολεμικές επιχειρήσεις και τις στρατηγικές επιλογές των δύο αντιπάλων μετά τη γερμανική εισβολή και β) εξηγώντας τις κινητήριες δυνάμεις που βοήθησαν τους απλούς ανθρώπους να παραμείνουν άνθρωποι, όταν ακόμα και αυτό δεν ήταν τότε καθόλου αυτονόητο.

Για τους Γερμανούς ο αποκλεισμός της πόλης ήταν μια στρατηγική επιλογή κυνισμού και βαρβαρότητας. Τον Χίτλερ δεν τον ενδιέφερε αναγκαστικά να καταλάβει τη μεγάλη πόλη αλλά να την εξαφανίσει με κάθε τρόπο από τον χάρτη, καθώς αποτελούσε την κοιτίδα της μπολσεβίκικης επανάστασης αλλά και κέντρο της βαριάς βιομηχανίας. Αρκούσε ο συνεπής βομβαρδισμός της, η καταστροφή των υποδομών και η αποστέρηση όλων των χρειαζούμενων για την επιβίωση του πληθυσμού.

Στο ερώτημα πόσο θα άντεχαν οι άμαχοι, οι στρατιωτικοί συμβουλεύτηκαν έναν ειδικό διατροφολόγο που αποφάνθηκε πως ο πρώτος χειμώνας αρκούσε για να αποδεκατιστεί ο πληθυσμός. Τότε η πόλη θα έπεφτε σαν ώριμο φρούτο στα χέρια του γερμανικού στρατού. Η επιστήμη στην υπηρεσία του πολέμου γνώρισε στην εθνικοσοσιαλιστική περίοδο μια πρωτόγνωρη άνθιση ασκούμενη στους ανθρώπους-πειραματόζωα.

Από την άλλη οι αναφορές στη σοβιετική ηγεσία είναι πράγματι εντυπωσιακές γιατί δείχνουν το μέγεθος της ανικανότητας (η περίπτωση του στρατάρχη Κλιμέντ Βοροσίλοφ πριν την αντικατάστασή του από τον Γκεόργκι Ζούκοφ) και της διαφθοράς που ταλάνιζε το σταλινικό καθεστώς. Η εικόνα ενός καθεστώτος που θυσίαζε χωρίς δισταγμό τα παιδιά του (συγκρότηση του Στρατού των Εθελοντών, δημιουργία του προγεφυρώματος Νέφσκι, ολοσχερής καταστροφή των αποθηκών τροφίμων Μπαντάγεφ, η σφαγή των παιδιών στο Λιτσκόβο) αναδύθηκε σε όλη της την έκταση κατά τη διάρκεια του φοβερού πρώτου χειμώνα του αποκλεισμού.

Από τη μια βρίσκονταν οι αξιωματούχοι της πόλης που αφενός είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό εναντίον αντικαθεστωτικών, όπου ως αντισοβιετική πράξη λογιζόταν και η παραμικρή διαμαρτυρία για τη λιμοκτονία στην οποία είχε καταδικαστεί ο πληθυσμός, και αφετέρου οι ίδιοι δεν στερούταν τίποτε, κάνοντας μάλιστα και επίδειξη της καλοζωίας τους.

Από την άλλη ήταν οι απλοί άνθρωποι που η πείνα τούς έκανε ικανούς για τα πιο μεγάλα και απίστευτα πράγματα αλλά και τα πιο μικρά και απάνθρωπα. Τα διασωθέντα ημερολόγια αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες των στιγμών εκείνων του μεγαλείου αλλά και της πλήρους απελπισίας. Με την θερμοκρασία στους -40, χωρίς νερό και ηλεκτρικό, οι κόλλες από τις ταπετσαρίες, οι ζώνες, οι γάτες και οι σκύλοι, τα πτώματα, τα ξύλα, τα χόρτα και τα απομεινάρια περιλήφθηκαν στο «μενού» του άνισου πολλές φορές αγώνα που έδινε η ζωή έναντι του θανάτου.

Ο κανιβαλισμός, τα λουκάνικα από ανθρώπινο κρέας, οι δολοφονίες για τον εφοδιασμό με κρέας αλλά και με κουπόνια προμήθειας ψωμιού ήταν μερικές μόνο από τις οδυνηρές προεκτάσεις του αποκλεισμού που δεν παρήγαγαν ηρωισμό και επομένως σκοπίμως αποσιωπήθηκαν από τους κομματικούς αξιωματούχους.

Εκείνο που δεν περίμενε κανείς ήταν τις στιγμές που οι άνθρωποι «πέθαιναν σαν τις μύγες» να διατρανώνεται η πίστη για την ζωή, η θέληση να παραμείνει κανείς άνθρωπος, να διατηρήσει τον αυτοσεβασμό του. Παρά τις στοίβες των πτωμάτων στους δρόμους και στα νοσοκομεία, πάντα υπήρχε ένα χέρι που απλωνόταν για να ανασηκώσει κάποιον πεσμένο από αδυναμία στον δρόμο, να του δώσει το δικό του ψωμί, να τον πάει στο σπίτι του, να τον σώσει θέτοντας ουσιαστικά σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή για χάρη του συνανθρώπου του.

Η συνέχιση της καθημερινότητας στο μέτρο του δυνατού ήταν από μόνη της μια φυγή από την σκληρή πραγματικότητα. Εν μέσω της πείνας, των χιλιάδων θανάτων και των καταιγιστικών πυρών του γερμανικού πυροβολικού η εκτέλεση της Έβδομης Συμφωνίας του Σοστακόβιτς, αλλά και οι παραστάσεις από ηθοποιούς που μόλις και μετά βίας μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους από την εξάντληση ήταν τα προμηνύματα της καταρχήν ηθικής ήττας των Γερμανών ή διαφορετικά της νίκης του ρωσικού λαού.

Το Λένινγκραντ των δυόμιση εκατομμυρίων κατοίκων κατάφερε να επιβιώσει παγιδευμένο επί 872 ημέρες μεταξύ ενός βάρβαρου εισβολέα και ενός καθεστώτος σε πλήρη σύγχυση, χάνοντας από τους βομβαρδισμούς και την πείνα κάτι παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές. Στα τέλη Ιανουαρίου 1944 η πόλη ανέπνεε και πάλι ελεύθερη από τον γερμανικό κλοιό αλλά όχι και από τις μνήμες του πολέμου.

Την Αγία Πετρούπολη του Μεγάλου Πέτρου και των τσάρων, του θωρηκτού Αβρόρα και του Λένιν, της καρδιάς της Επανάστασης επέλεξε για άντρο του ο θάνατος «θερίζοντας τεράστια σοδειά» αλλά τελικά δεν την κατέβαλε. Ίσως γιατί, όπως συνέβη και στην περίπτωση της κατεχόμενης και λιμοκτονούσας Ελλάδας, ο άνθρωπος αποθεώνεται ακόμα και μέσα από τον πλήρη ευτελισμό κάθε έννοιας ανθρωπισμού και οδηγείται σε μεγάλες πράξεις ακόμα και όταν έχει φτάσει στον πάτο του αξιακού πηγαδιού.

* Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι λέκτορας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Advertisements