RSS

Category Archives: Ρήγας Φεραίος

Ιδεολογικοί τόποι: 1797, 1824

Η ΑΥΓΗ: 25/03/2011
  • Ο Θούριος του Ρήγα, Ως πότε παλικάρια
  • Ιδεολογικοί τόποι: 1797, 1824

Οι θούριοι γράφτηκαν για να τραγουδιούνται, και τραγουδιόνταν. Έτσι τα κείμενά τους δεν είναι σταθερά· όσα αντίγραφα γνωρίζουμε –τα περισσότερα χειρόγραφα, και αχρονολόγητα– παραλλάζουν αρκετά. Έπειτα, καθώς είναι κείμενα δράσης, επιδιώκουν να συντονίζονται με το πολιτικό κλίμα της κάθε στιγμής. Κατά κάποιον τρόπο ανήκουν πιο πολύ στον τραγουδιστή, παρά στον συγγραφέα – γι’ αυτό και οι περισσότεροι παραδίδονται ανώνυμα, ή αποδίδονται στον γνωστότερο ποιητή του είδους, τον Ρήγα.

Ακριβώς λοιπόν οι μεταλλαγές που παρατηρούνται από εκδοχή σε εκδοχή μάς επιτρέπουν σήμερα να διαπιστώσουμε καθαρότερα τι αντιστοιχούσε και τι όχι στο ιδεολογικό περιβάλλον της εποχής τους, να τους διαβάσουμε, μ’ άλλα λόγια, προσεκτικότερα.

Το φυλλάδιο που είχε τυπώσει στα 1797 ο ίδιος ο Ρήγας δεν σώθηκε· το ανατύπωσε όμως τον επόμενο χρόνο ο Χριστόφορος Περραιβός στην Κέρκυρα –στην Κέρκυρα των δημοκρατικών Γάλλων– κι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε πως η ανατύπωση στάθηκε πιστή.1 Από εκεί μαθαίνουμε πως ο Ρήγας είχε επιλέξει και τον σκοπό: «εις το ήχον Μία προσταγή μεγάλη», διαβάζουμε πλάι στον τίτλο — ένα μακρόσυρτο τραγούδι, ρίμα για την ακρίβεια, ιστορικού περιεχομένου. Έπειτα το «Ως πότε παλικάρια» ξανατυπώθηκε στα τέλη του 1824, στη συλλογή των δημοτικών τραγουδιών του Φοριέλ, δηλωμένη εξαίρεση ανάμεσα στα άλλα ιστορικά τραγούδια.

Τα είκοσι πέντε ενδιάμεσα χρόνια κύλησαν πολύ γοργά για τις εθνικές συνειδήσεις όλων των ευρωπαϊκών εθνών — και των Ελλήνων. Η γαλλική επανάσταση έγινε στο όνομα της κοινωνικής ελευθερίας, όμως σύντομα, και με καταλύτη τους αμυντικούς, αρχικά, πολέμους, χρειάστηκε να προστεθεί το εθνικό συναίσθημα ώστε να ενισχυθεί ο συγκινησιακός ψυχισμός όσων υπεράσπιζαν τη Δημοκρατία. Πολύ σύντομα το ίδιο συναίσθημα επικαλέσθηκαν όσοι υπερασπίζονταν τώρα τη δική τους πατρίδα από τις, επεκτατικές πια, διαθέσεις του Ναπολέοντα. Έτσι, όσο προχωράει ο καινούριος αιώνας, ο δέκατος ένατος, τόσο περισσότερο δικαιολογεί το όνομα που επρόκειτο να του αποδοθεί: ο αιώνας των εθνικισμών.

Ας αρχίσουμε από κάποιες χρονολογικές διευκρινίσεις. Το κείμενο του 1824 ετοιμάστηκε για το τυπογραφείο τέλη του καλοκαιριού με αρχές του φθινοπώρου 1823, και πιθανότατα είχε φτάσει στα χέρια του γάλλου εκδότη έναν περίπου χρόνο νωρίτερα — αντιστοιχεί λοιπόν με τις απαρχές της ελληνικής επανάστασης. Ο Ρήγας πάλι πρέπει να είχε συνθέσει το δικό του κείμενο στα 1796, στα χρόνια που η γαλλική δημοκρατία είχε εδραιωθεί, η ακραία επαναστατική περίοδος είχε παρέλθει, και άρχιζαν οι εκστρατείες του Βοναπάρτη.

Είπαμε ότι η αρχική έκδοση δήλωνε και τον σκοπό του τραγουδιού· η λεπτομέρεια αυτή δεν υπάρχει στη δεύτερη εκδοχή — αλλά μάλλον δεν πρέπει να δώσουμε σημασία στο πράγμα. Πιο σημαντική είναι μια δεύτερη παράλειψη: πριν από τους περίφημους στίχους

Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε

στην γνώμην των Τυράννων να μην ελθώ ποτέ!

Μήτε να τους δουλεύω, μήτε να πλανηθώ

εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

……………………………………………….

Κι αν παραβώ τον όρκον, ν΄αστράψ’ ο Ουρανός

και να με κατακάψει, να γένω σαν καπνός!

Το κείμενο του Ρήγα παρέχει και μια σκηνοθετική οδηγία: «Εδώ σηκώνονται οι πατριώτες ορθοί και, υψώνοντες τας χείρας προς τον ουρανόν, κάμνουν τον Όρκον». Βέβαια τα λόγια ετούτα προδηλώνονται και από τους αμέσως προηγούμενους στίχους («και τότε με τα χέρια ψηλά στον ουρανόν» κ.λπ.), ωστόσο η παραστατικότητα της εικόνας οπωσδήποτε αδυνατίζει.2

Το βασικό, νομίζω, στοιχείο που μας ενδιαφέρει είναι ο τόπος της ορκωμοσίας. Η σκηνοθεσία μάς οδηγεί στο ύπαιθρο — έχουμε δηλαδή κάτι ανάλογο με τις τελετές λατρείας του Υπέρτατου Όντος που ξέρουμε από τη γαλλική επανάσταση. Και πραγματικά, ο «Θεός» του Ρήγα δεν είναι ο χριστιανικός θεός, ή μάλλον, ορθότερα, είναι κάτι ενδιάμεσο: υπάρχει και ο «σταυρός» ως σύμβολο, αλλά απαλείφεται όλο το εκκλησιαστικό πλέγμα· ούτε ιερείς ούτε τίποτα τρίτοι ενδιάμεσοι.

Οι άλλες, σημαντικότερες, διαφορές είναι είτε συντομεύσεις είτε αλλαγές. Βέβαια, κάθε τραγούδισμα συντέμνει συνηθέστερα παρά επισωρεύει, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι εκτός από τους σχετικούς με τον Πασβάνογλου, άκαιρους πια στίχους, αφαιρούνται και όλοι εκείνοι που αναφέρονταν στα ασιατικά είτε αφρικανικά εδάφη της οθωμανικής επικράτειας: ο Ρήγας απευθυνόταν και στον πασά της Προύσας, και στον πασά της Συρίας, και στους Αιγύπτιους, και στους Λαζούς του Πόντου, ακόμα και στους Μαλτέζους. Ανήκε ακόμα τότε στους ιππότες της η Μάλτα, και οι μνήμες του στόλου της παρέμεναν ισχυρές. Απευθυνόταν επίσης και στους Αρμένιους (που το 1824 αντικαταστάθηκαν από τους «Σέρβους»), ενώ το «αράπηδες και άσπροι» φεύγει, για να πάρει τη θέση του το «νησιώται κι ηπειρώται».

Ώς πότε οφικιάλος σε ξένους βασιλείς;

Έλα να γίνει στύλος δικής σου της φυλής.

Κάλλιο για την Πατρίδα κανένας να χαθεί

ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί

σάλπιζε ο Ρήγας. Οι στίχοι ετούτοι κρατήθηκαν, ασφαλώς, ωστόσο οι αμέσους επόμενοι, που αναφέρονται στην προοιωνιζόμενη εξέγερση, δεν βρίσκονται στη μετεπαναστατική εκδοχή.

Και όσοι προσκυνήσουν δεν είναι πλιο εχθροί·

αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.

Μα όσοι θα τολμήσουν αντίκρυ να σταθούν,

εκείνοι και δικοί μας αν είναι, θα χαθούν.

(«Εθνικοί», δηλαδή ειδωλολάτρες, άπιστοι. Ο Ρήγας δεν είχε, φαίνεται, ενσωματώσει ακόμα στο λεξιλόγιό του τις καινούριες νοηματικές τροπές της λέξης «έθνος» και των παραγώγων του). Η απουσία δηλώνει ολοκάθαρα τη μετάπτωση από τον κοινωνικό στον εθνικό στόχο. Ο Ρήγας είχε κατά νου την Ελευθερία, μία αδιαίρετη, παγκόσμια. Φυσικά, καθώς ο άμεσος εχθρός ήταν ο σουλτάνος, και οι χριστια­νοί οι πιο καταπιεσμένοι υπήκοοί του, θα το έκρινε εύλογο να ερεθίσει το χριστιανικό συναισθηματικό υπόβαθρο — ωστόσο οι τελικοί στίχοι του Θούριου φανερώνουν με αρκετήν σαφήνεια το πολιτικό του όραμα:

Πως οι προπάτορές μας πηδούσαν σαν θεριά,

για την Ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά,

έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξωμεν για μια

τ’ άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά!

Να σφάξομεν τους λύκους που τον ζυγόν βαστούν,

και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν·

στεριάς και του πελάγου να λάμψει ο Σταυρός,

κι εις την δικαιοσύνην να σκύψει ο εχθρός·

ο κόσμος να γλιτώσει απ’ αύτην την πληγή

κι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια, εις την Γη!

Στην έκδοση του 1824 τα λόγια αυτά αλλάζουν λίγο, τόσο ώστε να αποκτήσουν εθνικό χρωματισμό:

Να σφάξομεν τους λύκους που τον ζυγόν βαστούν,

και Έλληνες τολμώσιν σκληρά να τυραννούν

…………………………………………………….

να ’λθει δικαιοσύνη, να λείψει ο εχθρός.

Έλληνες, στη θέση του πανανθρώπινου «Χριστιανοί και Τούρκοι». Η αλλαγή μάλιστα στον άλλο στίχο κρύβει ουσιαστικό νόημα· η ενιαία εικόνα σπάζει σε δύο: στην πρώτη εκδοχή ο εχθρός θα αναγκαστεί να αποδεχθεί τη δικαιοσύνη, ενώ στη δεύτερη η δικαιοσύνη απλώς θα έρθει, και ο εχθρός θα χαθεί.

Αυτήν τη σαφή ελληνοποίηση της ελευθερίας τη συναντάμε και σε άλλο σημείο, εκεί που ο Ρήγας καλεί τους ξενιτεμένους να επιστρέψουν: «Η Ρούμελη τους κράζει μ’ αγκάλες ανοιχτές», έλεγε, «εδώ Ελλάς τους κράζει», διαβάζουμε στην ύστερη εκδοχή. Το εθνικό αντικατέστησε το πραγματικό· οι πιο πολλοί ξενιτεμένοι ήταν Ρουμελιώτες, δηλαδή Βαλκάνιοι, όχι Μικρασιάτες.

Ωστόσο η Ελλάδα υπάρχει και στους στίχους του Ρήγα, προσωποποιημένη μάλιστα (σε χωρίο που λείπει από την παρισινή έκδοση). Η θέση της όμως, στο τέλος μιας ενότητας, μας επιτρέπει να συλλάβουμε ακριβέστερα το νόημα που έδινε στην εικόνα ο Ρήγας. Πρόκειται για την ενότητα στην οποία καλούνται οι πληθυσμοί της οθωμανικής επικράτειας να εξεγερθούν. Η προτροπή απευθύνεται πρώτα στους Σουλιώτες και τους Μανιάτες, ακολουθούν οι Μαυροβούνιοι, οι σταυραετοί του Ολύμπου, οι Αγραφιώτες, οι ανδρείοι Μακεδόνες, οι αδελφοί του Σάβα και του Δούναβη, κατόπιν οι ναυτικοί της Μαύρης Θάλασσας, του Εύξεινου δηλαδή, και οι Λαζοί –αναφορές που δεν υπήρχαν, είδαμε, στο δεύτερο κείμενο– οι ναυτικοί της Ύδρας, της Κρήτης και των άλλων νησιών (οι δεύτεροι αντικαταστάθηκαν, εύλογα, από τους Ψαριανούς), τέλος οι Μαλτέζοι: όλους αυτούς θέλει και κράζει η Ελλάδα «με μητρική φωνή».

Πρώιμος μεγαλοϊδεατισμός; Ή, για να κρατήσομε τη διατύπωση του Γιάννη Κορδάτου, «Ο Ρήγας πρόδρομος του νεοελληνικού ιμπεριαλισμού»;3 Στη «Νέα Πολιτική Διοίκηση», αν το μεταγενέστερο αντίγραφο που μας έχει διασωθεί δεν έχει, κι αυτό, υποστεί ιδεολογικές προσαρμογές, έχουμε σαφή αναφορά στην «Ελληνική Δημοκρατία» που οραματίζεται ο Ρήγας, και η οποία «είναι μία, με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας». Και στο παράρτημα του «Συντάγματος», όπως το ονομάζουμε, εκεί που αναφέρονται τα σύμβολα του μελλοντικού κράτους, σημειώνονται τα εξής: «Όλοι οι Έλληνες στρατιώται φορούν εις το κεφάλι περικεφαλαία», και «Κάθε Έλλην και Ελληνίς, ομοίως και κάθε κάτοικος της Δημοκρατίας ταύτης, πρέπει να φο­ρεί εις την περικεφαλαίαν του ή την σκούφιαν του έν παρόμοιον ρόπαλον […] γραμμένον ή κεντημένον εις άσπρο πανί […]. Τούτο είναι το σημείον τού να γνωρίζονται οι ελεύθεροι δημοκράται και ισότιμοι αδελφοί». Το ρόπαλο είναι το «ρόπαλον του Ηρακλέους»:4 οι εξεγερμένοι δημοκράτες δεν χρειάζονταν στο συμβολικό επίπεδο παρά ένα απλό και ρωμαλέο όπλο –κάτι σαν τη σφιγμένη γροθιά, αργότερα– απέναντι στον περίτεχνο οπλισμό του δυνάστη, ακριβώς επειδή η δική τους δύναμη ήταν ανάλογη του Ηρακλή.

Νομίζω πως οι συμβολισμοί είναι καθαροί. Η περικεφαλαία του Άρη, μα και της Αθηνάς, η σκούφια, το κάλυμμα των φτωχών, σε αντίθεση με το καπέλο –έτσι δεν παριστάνονταν και η γαλλική Δημοκρατία– το ρόπαλο. Ανάλογα και η Ελλάδα αντιστοιχεί περισσότερο με την Αρετή, τη Σοφία, την Ελευθερία, τη Δημοκρατία των αρχαίων.

Όλοι αυτοί οι πολιτικοί και ιδεολογικοί τόποι θα επιβιώσουν ως την ελληνική επανάσταση. Καθώς θα κρυσταλλώνονται, όμως, θα αποκτούν ολοένα και περισσότερο εθνικό περίγραμμα και θα αποβάλλουν, σιγά σιγά, τον κοινωνικό και παγκόσμιο χαρακτήρα τους. Μισόν αιώνα μετά τον Ρήγα, οι Έλληνες θα τονίζουν περισσότερο τη φυλετική παρά την ιδεολογική τους συγγένεια με τους αρχαίους.

  • Αλέξης Πολίτης

Αλέξης Πολίτης, Το μυθολογικό κενό. Δοκίμια και σχόλια για την ιστορία, τη φιλολογία, την ανθρωπολογία και άλλα, Πόλις, Αθήνα 2000, σ. 164-171 (πρώτη δημοσίευση: περ. Αντί, αφιέρωμα στον Ρήγα Βελεστινλή, τχ. 652, 16.1.1998)

1 Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού, Επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα και ο ύμνος στον Μποναπάρτε του Περραιβού. Η έκδοση της Κέρκυρας (1798), Αθήνα 1998.

2 Έχουμε μιαν αρκετά μεταγενέστερη και ίσως όχι ολότελα ασφαλή πληροφορία ότι οι στίχοι ετούτοι ενθουσίαζαν ιδιαζόντως τους αρματολούς. «Περί τα 1796-1797 διεσκορπίθησαν τα φυλλάδια του αειμνήστου Ρήγα Φεραίου περί της ελληνικής εθνεγερσίας, και διήγειρον τα πνεύματα των ελλήνων καπεταναίων, ιδίως δε η ακόλουθος ορκωμοσία» κλπ., Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Αθήνα 1863, σ. 145-146.

3 Ο Ρήγας Φεραίος και η εποχή του, Αθήνα 1931, σ. 82. Αυτές οι διατυπώσεις (ή μάλλον ολόκληρη η σχετική ανάλυση) χάνεται στην αναθεωρημένη, ύστερα από τις εμπειρίες που σωρεύθηκαν, και κυρίως τις προοπτικές που προέκυψαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, βλ. Ο Ρήγας Φεραίος και η Βαλκανική ομοσπονδία, Αθήνα 1945, σ. 161-163.

4 Λ. Ι. Βρανούσης, Ρήγας, Αθήνα 1953, σ. 388.

 

Tags:

Θούριος ήτοι ορμητικός Πατριωτικός Ύμνος πρώτος…

Η ΑΥΓΗ: 25/03/2011
  • Θούριος
  • ήτοι ορμητικός Πατριωτικός Ύμνος πρώτος,
  • εις τον ήχον Μια προσταγή μεγάλη

Ως πότε, παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,

μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;

Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπωμεν κλαδιά,

να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,

τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;

 

Καλλιό ’ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,

παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή.

 

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσης και είσαι στη σκλαβιά;

στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.

Βεζίρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής

ο τύραννος αδίκως σε κάμει να χαθής.

Δουλεύεις όλ’ ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πη,

κι αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.

Ο Σούτζος κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής

Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδής.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,

σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.

Κι αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,

ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά ’φορμή.

 

Ελάτε μ’ έναν ζήλον σε τούτον τον καιρόν,

να κάμωμεν τον όρκον επάνω στον σταυρόν.

Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,

να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Οι νόμοι να ν’ ο πρώτος και μόνος οδηγός,

και της πατρίδος ένας να γένη αρχηγός.

Γιατί κι η αναρχία ομοιάζει την σκλαβιά,

να ζούμε σαν θηρία, ειν’ πλιο σκληρή φωτιά.

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν

ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας ετούτα στον Θεόν:

 

Εδώ σηκώνονται οι πατριώτες ορθοί, και υψώνοντες τας χείρας προς τον ουρανόν, κάνουν τον Όρκον:

 

Όρκος κατά της τυραννίας και της αναρχίας

 

«Ω Βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε σε,

στην γνώμην των τυράννων να μην έλθω ποτέ.

Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,

εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,

για να τους αφανίσω, θε να ’ναι σταθερός.

Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,

αχώριστος για να ’μαι, υπό τον στρατηγόν.

Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο Ουρανός,

και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός!».

 

Τέλος του όρκου

 

Σ’ ανατολή και δύση και νότον και βοριά,

για την πατρίδα όλοι να ’χωμεν μια καρδιά.

Στην πίστιν του καθένας, ελεύθερος να ζη,

στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,

Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,

για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί,

πως είμασθ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή.

Όσ’ απ’ την τυραννίαν πήγαν στην ξενιτειά

στον τόπον του καθένας, ας έλθη τώρα πλια.

Και όσοι του πολέμου την τέχνην αγροικούν,

εδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.

Η Ρούμελη τους κράζει, μ’ αγκάλες ανοιχτές,

τους δίδει βιο και τόπον, αξίες και τιμές.

Ως ποτ’ οφικιάλος σε ξένους βασιλείς;

Έλα να γένης στύλος δικής σου της φυλής.

Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή,

ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.

Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιο εχθροί,

αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.

Μα όσοι θα τολμήσουν αντίκρυ να σταθούν,

εκείνοι και δικοί μας αν είναι, ας χαθούν.

 

Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά

ως πότε στες σπηλιές σας κοιμάστε σφαλιστά;

Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,

κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γενήτε μια ψυχή.

Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,

και αίμα των τυράννων ρουφήστε σα θεριά.

Του Σάβα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,

με τ’ άρματα στο χέρι καθένας ας φανή,

το αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,

μικροί, μεγάλ’ ομόστε τυράννου τον χαμόν.

Λεβέντες αντρειωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,

ο βάρβαρος ως πότε θε να σας τυραννή.

Μην καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,

χωθήτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και σεις μαζί.

Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,

σαν αστραπή χυθήτε, κτυπάτε τον εχθρόν.

Της Κρήτης και της Νύδρας θαλασσινά πουλιά,

καιρός ειν’ της πατρίδος ν’ ακούστε τη λαλιά.

Κι όσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,

οι νόμοι σας προστάζουν να βάλετε φωτιά.

Μ’ εμάς κι εσείς, Μαλτέζοι, γενήτε ένα κορμί,

κατά της τυραννίας ριχθήτε με ορμή.

Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,

ζητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.

 

Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;

Τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μη ψηφάς,

με τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.

Σιλήστρα και Μπραΐλα, Σμαήλι και Κιλί,

Μπενδέρι και Χωτήνι εσένα προσκαλεί.

Στρατεύματά σου στείλε, κι εκείνα προσκυνούν

γιατί στην τυραννίαν να ζήσουν δεν μπορούν.

Γκιουρτζή πλια μην κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν,

τον Προύσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.

Και συ, που στο Χαλέπι ελεύθερα φρονείς,

πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.

Με τα στρατεύματά σου ευθύς να σηκωθής,

στης Πόλης τα φερμάνια ποτέ να μη δοθής.

Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,

δικόν σας έναν μπέη κάμετε βασιλιά.

Χαράτσι της Αιγύπτου στην Πόλ’ ας μη φανή,

για να ψοφήσ’ ο λύκος, όπου σας τυραννεί.

 

Με μια καρδίαν όλοι, μια γνώμην, μια ψυχή,

χτυπάτε του τυράννου την ρίζαν, να χαθή!

Ν’ ανάψωμεν μια φλόγα σε όλην την Τουρκιά,

να τρέξ’ από την Μπόσνα και ως την Αραπιά.

Ψηλά στα μπαϊράκια σηκώστε τον σταυρόν,

και σαν αστροπελέκια κτυπάτε τον εχθρόν.

Ποτέ μη στοχασθήτε πως είναι δυνατός,

καρδιοκτυπά και τρέμει σαν τον λαγόν κι αυτός.

Τριακόσιοι Γκιρζιαλήδες τον έκαμαν να ιδή

πως δεν μπορεί με τόπια μπροστά τους να εβγή.

 

Λοιπόν, γιατί αργείτε, τι στέκεσθε νεκροί;

Ξυπνήσετε, μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.

Πως οι προπάτορές μας ορμούσαν σα θεριά,

για την ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά.

Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξωμεν για μια

τ’ άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά!

Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,

και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν.

Στεριάς και του πελάγου να λάμψη ο σταυρός,

και στην δικαιοσύνην να σκύψη ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλυτώση απ’ αύτην την πληγή,

κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.

Ρήγας Βελεστινλής, Άπαντα τα σωζόμενα, τόμ. Ε΄, γενική επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια: Π.Μ. Κιτρομηλίδης, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 2000 (περιλαμβάνεται και στο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ρήγας Βελεστινλής. Ο οραματιστής της «Ελληνικής Δημοκρατίας», σειρά: Ιστορική Βιβλιοθήκη, επιμ. σειράς Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Τα Νέα, Αθήνα 2009).

 

O ξακουστός και αγαπητός Θούριος του Ρήγα

Η ΑΥΓΗ: 25/03/2011

Ελπίζω πως αρκετοί αναγνώστες μου θα εγκρίνουν το ότι πρόσθεσα στη συλλογή [Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Παρίσι 1824-1825] το επόμενο τραγούδι, ξακουστό κιόλας και αγαπητό στους Έλληνες, προτού ακόμα να γίνει ο πολεμικός ύμνος εναντίον των Τούρκων και να αποκτήσει έτσι σημασία ιστορική, ανεξάρτητη και πολύ μεγαλύτερη από την ποιητική του αξία.

Ο Ρήγας, ο συγγραφέας αυτού του ύμνου, ήταν από το Βελεστίνο της Θεσσαλίας. Πήρε φιλελεύθερη μόρφωση, και στην αρχή έγινε εκπαιδευτικός· δίδαξε αρχαία ελληνικά και γαλλικά στο Βουκουρέστι. Ήταν στην ορμή της νιότης, όταν ο θόρυβος της γαλλικής επανάστασης έφτασε στην Ελλάδα, και του έκανε τέτοια εντύπωση, ώστε καθόρισε την τύχη του. Γεννημένος με πολύ ζωηρή φαντασία, με πολύ εύκολο ενθουσιασμό, πήρε γρήγορα φωτιά με τις ιδέες για πατρίδα, δόξα, ελευθερία· και σε λίγο δεν είχε παρά ένα όνειρο, την ηθική και πολιτική αποκατάσταση της Ελλάδας, παρά μιαν έγνοια, να συντρέξει με όλες του τις δυνάμεις αυτήν την αποκατάσταση. Πολλοί από τους συμπατριώτες του ένιωθαν τα ίδια συναισθήματα· μερικοί από τους πιο γενναίους και τους πιο πλούσιους συνεννοήθηκαν μαζί του, και ανέλαβαν να βοηθήσουν με όλα τους τα μέσα τα πατριωτικά του σχέδια.

Ήξερε πολύ καλά την Ελλάδα και τη σημασία που είχαν η γενναιότητα και οι δυνάμεις των καπετάνων των κλεφτών, ώστε δεν αμέλησε να βεβαιωθεί για τη βοήθειά τους. Βάλθηκε λοιπόν να ψάχνει στα βουνά τους, στα αρματολίκια τους, παντού τέλος πάντων όπου είχε ελπίδες να συναντήσει τους πιο ξακουστούς και τους πιο δυνατούς. Τους έπειθε με τα λόγια του, και τους εξόρκιζε να πάρουν τα όπλα για την απελευθέρωση της Ελλάδας όταν θα τους έδινε το σήμα.

Αφού ταχτοποίησε αυτά τα πράγματα, γύρισε στη Βιέννη με πέντε ή έξι από τους πιο αφοσιωμένους συνωμότες για να ασχοληθεί με τις υπόλοιπες, το ίδιο απαραίτητες προετοιμασίες για την επιτυχία της συνωμοσίας, δύσκολο ή αδύνατο να γίνουν στην Ελλάδα. Εκεί συνέθεσε και τύπωσε μια μικρή συλλογή ύμνων, που προορίζονταν να ξυπνήσουν στην ψυχή των Ελλήνων την αγάπη της πατρίδας, την ανάγκη της ανεξαρτησίας και την ντροπή να τους τυραννούν οι πιο σκληροί και αδιόρθωτοι βάρβαροι. Ο Ρήγας έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια, χρησιμοποίησε κάθε πονηρία που φαντάστηκε, κι έκανε του κόσμου τα έξοδα για να στείλει και να διαδώσει αυτόν τον μικρό τόμο στους Έλληνες· λίγα πράγματα πέτυχε: τα περισσότερα αντίτυπα τα σταμάτησαν στα σύνορα, και μόνο από καλή σύμπτωση μπήκαν ορισμένα στην Ελλάδα. Αλλά δεν χρειάστηκαν περισσότερα για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που λογάριαζε ο συγγραφέας· έγιναν αμέσως με το χέρι αμέτρητα αντίγραφα αυτών των πατριωτικών ύμνων, και τόσοι άνθρωποι τους ήξεραν απέξω, που δεν είχε πια σημασία αν τυπώνονταν ή όχι.

Ένα άλλο έργο του Ρήγα, σχετικό κι αυτό με τη μεγάλη του προσπάθεια, και που το καταπιάστηκε κι αυτό στη Βιέννη, ήταν ένας τοπογραφικός χάρτης της Ελλάδας που σχεδίασε και φρόντισε ο ίδιος να τον χαράξουν, ο οποίος, παρά τις ατέλειές του, δεν θεωρείται λιγότερο ένα ξεχωριστό στο είδος του μνημείο υπομονής και γνώσεων.

Δυστυχώς ο Ρήγας δεν είχε, κάθε άλλο, τόση φρόνηση όσο και ζήλο· ό,τι καλό μπορούσε να κάνει με τα φώτα του, με τη δραστηριότητα και την αφιλοκέρδειά του, ήταν πάντα έτοιμος να το καταστρέψει με τη ζωηρή και καυχησιάρικη διάθεσή του. Ό,τι έκανε, είχε κάνει ή επρόκειτο να κάνει, το ήξερε όλος ο κόσμος, και μαζί ο τούρκος πρέσβης στη Βιέννη, που εξάλλου δεν έδωσε πολλή σημασία: ήταν ένας Τούρκος απαθής και αλαζόνας, που καθόλου δεν καταλάβαινε τι κακό μπορούσε να κάνουν στον υψηλότατο σουλτάνο τα όνειρα ενός έλληνα χότζα. Αλλά σοβαρότερες καταγγελίες έφτασαν στο Διβάνι, που τις κατάλαβε καλύτερα. Ο Ρήγας και οι σύντροφοι του ζητήθηκαν, παραδόθηκαν και αποκεφαλίστηκαν στην πρώτη τουρκική πόλη που έφθασαν βγαίνοντας από τη Γερμανία, δηλαδή στο Βελιγράδι. Ευτυχώς για πολλούς γενναίους Έλληνες, ο Ρήγας δεν έκανε και την απρονοησία, κοντά σε τόσες άλλες, να αφήσει κανένα γραφτό που να μπορεί να ενοχοποιήσει τους συνωμότες του εσωτερικού, και άντεξε με αξιοθαύμαστο θάρρος τα βασανιστήρια, με τα οποία προσπάθησαν να του πάρουν ονόματα.

Ίσως περιμένει κανείς πως θα έλεγα εδώ κάτι για τους πατριωτικούς ύμνους του Ρήγα. Ομολογώ πως κοιτάζοντάς τους με κάπως ανώτερες καλλιτεχνικές και αισθητικές αρχές, αυτοί οι ύμνοι δεν μου φαίνονται μεγάλης ποιητικής αξίας. Ακόμα και αυτός που παρουσιάζω εδώ, δεν θα φανεί μια σύνθεση ξεχωριστή στο είδος της· και είναι ωστόσο ο καλύτερος από όλους, ο πιο πρωτότυπος για το ύφος, το αίσθημα και τις ιδέες· αυτός, με δύο λόγια, που φτάνει πιο κοντά στον στόχο για τον οποίο είχαν γίνει όλοι. Αλλά αν κρίνουμε ετούτον τον ύμνο, ή τους υπόλοιπους, από την εντύπωση που προκάλεσαν και προκαλούν ακόμα στους Έλληνες, είμαστε υποχρεωμένοι να τους δούμε πιο ευνοϊκά. Ανάμεσα στα πολλά περιστατικά που μπορώ να παραθέσω για να αποδείξω πως ο Ρήγας ήξερε να αγ­γίζει και στην καρδιά και στη φαντασία των συμπατριωτών του πολύ ευαίσθητες χορδές, αναφέρω ένα που μου φαίνεται ενδιαφέρον και πολύ ενδεικτικό.

Στα 1817 ένας έλληνας φίλος μου ταξίδευε στη Μακεδονία συντροφιά με έναν καλόγερο. Έφτασαν σ’ ένα χωριό που το όνομά του μου διαφεύγει, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν και να πιουν κάτι σ’ έναν φούρναρη, που ήταν και ο ξενοδόχος του τόπου. Σ’ αυτό το μαγαζί βρισκόταν ένας παραγιός που η όψη του τους έκανε εντύπωση. Ήταν ένας νεαρός Ηπειρώτης, με θαυμάσια κορμοστασιά, με μια ομορφιά περήφανη, και που τα μπράτσα του, το στήθος του και τα πόδια του, γυμνά καθώς ήταν, έμοιαζαν ο τύπος της χάρης αποτυπωμένης στη δύναμη. Κοίταξε στην αρχή προσεχτικά τους δυο ταξιδιώτες, και γυρνώντας προς τον κοσμικό· «Ξέρεις να διαβάζεις;» τον ρώτησε. Αυτός απάντησε πως ναι, και ο νεαρός Ηπειρώτης τον παρακάλεσε να έρθει για μια στιγμή μαζί του, έξω, στα χωράφια. Ο ταξιδιώτης δέχεται, ακολουθεί τον νεαρό φούρναρη σ’ έναν κήπο ή μαντρωμένο χωράφι, και κάθισαν και οι δυο σε μια πέτρα, πλάι σε σπαρμένο σιτάρι. Ο νεαρός χώνει τότε το χέρι στον κόρφο του, και τραβάει κάτι πού ’χε δεμένο στην άκρη ενός σπάγγου περασμένου στον λαιμό του. Ήταν ένα μικρό βιβλίο, που το έδωσε στον ταξιδιώτη, παρακαλώντας τον να του διαβάσει κάτι· και αυτό το μικρό βιβλίο ήταν τα τραγούδια του Ρήγα. Ο ταξιδιώτης τα παίρνει και αρχίζει όχι να τα τραγουδά, παρά μονάχα να τα διαβάζει με κάποια απαγγελία. Σε μια στιγμή σηκώνει τα μάτια να δει τον ακροατή του, αλλά τι ήταν αυτό που είδε· ο ακροατής του δεν ήταν πια ο ίδιος, το πρόσωπό του είχε ανάψει και τα πάντα έδειχναν την έξαψή του, τα μισάνοιχτα χείλια του έτρεμαν, και ποτάμι τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, όλες οι τρίχες του στέρνου του είχαν πεταχτεί, έτρεμαν κι αναρριπίζονταν ορμητικά. «Πρώτη φορά ακούτε να διαβάζουν αυτό το βιβλίο;» –«Όχι», απάντησε εκείνος, «παρακαλώ όλους τους ταξιδιώτες που περνούν να μου διαβάσουν κατιτί, και το έχω ακούσει ολόκληρο». –«Και πάντα με την ίδια συγκίνηση;» ρώτησε ο πρώτος. «Πάντα», απάντησε ο άλλος. Αν αυτός ο νεαρός φούρναρης ζει ακόμα σήμερα, θα στοιχημάτιζα μετά χαράς πως δεν βρίσκεται πια στο μαγαζί, ούτε τα μπράτσα του ζυμώνουν ψωμί.

  • Κλoντ Φοριέλ (1824-1825)

Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, μετάφραση-επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, τόμ. Α΄, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999 [α΄ γαλλική έκδ.: 1824-1825]

 

Η Ελληνική Δημοκρατία του Ρήγα: πολυεθνική, δημοκρατική και φιλελεύθερη

Η ΑΥΓΗ: 25/03/2011

Το πολίτευμα που σχεδίασε ο Ρήγας, όπως προκύπτει από τη Διακήρυξη Δικαιωμάτων και από το Σχέδιο Συντάγματος, δεν ήταν πρωτότυπο. Τα κείμενα αυτά αποτελούσαν κατά μεγάλο μέρος παράφραση της γαλλικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη και του ιακωβινικού Συντάγματος του 1793 (με δύο διατάξεις παρμένες από το Σύνταγμα του 1795). Υπήρχαν όμως και στοιχεία νέα, πρωτότυπα, και αξιόλογες καινοτομίες, επίσης δε προσαρμογές, καθώς ο Ρήγας επεχείρησε πρώτος τη θεσμική υλοποίηση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αρχών της γαλλικής Επανάστασης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Το κράτος, του οποίου ο Ρήγας σχεδίασε το πολίτευμα, το ονόμασε «Ελληνική Δη­μοκρατία» (κατ’ αντιστοιχία προς την «Republique Francaise»). Προτίμησε δε τον όρο «δημοκρατία», για να αποδώσει στα ελληνικά τον όρο «republique» (από τον λατινικό «respublica») που σημαίνει «πολιτεία». Έτσι, δεν απέκλεισε μόνο την οποιαδήπο­τε μορφή μοναρχικού πολιτεύματος, με κληρονομικό αρχηγό του κράτους, αλλά το θέλησε θεμελιωμένο κατ’ ουσίαν στη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας –«εν οις ο δήμος έστιν ο κρατών» κατ’ Αριστοτέλη (Αθηναίων Πολιτεία XLI, 2)– όπως προκύπτει και από τις επί μέρους διατάξεις του. Αυτήν δε τη δημοκρατία την προγραμμάτισε ελ­ληνική, επειδή θεωρούσε το ελληνικό έθνος ως το κατ’ εξοχήν ικανό, στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία της εποχής, να εκφράσει και εφαρμόσει τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες, που συνδέονταν άλλωστε με την πολιτική ιδεολογία της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας, της οποίας ο νεώτερος Ελληνισμός εμφανιζόταν κληρονόμος και κα­τάλληλος να την αναζωογονήσει.

Τέσσερα είναι τα βασικά γνωρίσματα του κράτους, του οποίου ο Ρήγας σχεδίασε το Σύνταγμα: θα ήταν κράτος ταυτόχρονα πολυεθνικό, δημοκρατικό, φιλελεύθερο, ελληνικό.

  • Ένα κράτος πολυεθνικό

Το κράτος που θα ιδρυόταν και θα λειτουργούσε, σύμφωνα με τα πολιτικά σχέδια του Ρήγα, θα είχε πολυεθνικό –διαβαλκανικό– χαρακτήρα. Με την εισαγωγικά προτασσόμενη «Προκήρυξη» καλούνται να επαναστατήσουν αφ’ ενός μεν «ο Λαός απόγονος των Ελλήνων», αφ’ ετέρου δε «όλοι όσοι στενάζουν υπό την δυσμορφωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού… όλοι, Χριστιανοί και Τούρκοι, χωρίς κανέναν ξεχωρισμόν θρησκείας». Κατά το άρθρο 1 του σχεδίου Συντάγματος [στο εξής Σχ. Συντ.], «η Ελληνική Δημοκρατία είναι μία, με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας» Ο δε κυρίαρχος λαός ή –κατά την ορολογία του Ρήγα– «ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι» της χώρας (του «βασιλείου») «χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλο είδος γενεάς» (άρθρο 7). Επίσης στον «Θούριο» καλούνται «Βούλγαροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, Αράπηδες και άσπροι να ζώσωμεν σπαθί». Κοινός ο αγώνας για την ανατροπή του οθωμανικού απολυταρχικού δεσποτικού καθεστώτος, μετά δε την απελευθέρωση –αφού «ο κόσμος να γλυτώσει απ’ αύτην την πληγή / κι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γην»– αυτονόητη θεωρείται η συνύπαρξη και η συμβίωση όλων των «γενών» που συμπολέμησαν.

Ο Ρήγας, σχεδιάζοντας το μετεπαναστατικό πολυεθνικό κράτος, του οποίου γεωγραφική απεικόνιση ήταν η «Χάρτα της Ελλάδος» που την τύπωσε το 1797, είχε προφανώς επηρεασθεί από τρία παρόμοια ιστορικά πρότυπα. Κατά χρονολογική σειρά: α) από το πολυεθνικό κράτος του Μακεδονικού Ελληνισμού της αρχαιότητας, που είχε επεκταθεί έως τα βάθη της Μικράς Ασίας κατά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του οποίου την προσωπογραφία είχε άλλωστε τυπώσει και κυκλοφορήσει ο Ρήγας, επιδιώκοντας να συνδέσει ιδεολογικά το νέο κράτος με μνήμες προγονικού κλέους του Ελληνισμού της αρχαιότητας, προς τούτο δε είχε φροντίσει και για τη μετάφραση στα ελληνικά και την έκδοση του έργου του Abbe Barthelemy «Περιήγησις του νέου Αναχάρσιδος εις την Ελλάδα»· β) από το προηγούμενο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία εκτεινόταν στη Χερσόνησο του Αίμου και στη Μικρά Ασία και περιλάμβανε ομοίως διάφορα γένη και φυλές, αλλά βαθμιαία είχε εξελληνισθεί, όπως συνάγεται, π.χ. από την επίσημη καθιέρωση και την κοινή χρήση της ελληνικής γλώσσας· γ) από το παράδειγμα — που το ζούσε ο Ρήγας- της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο πλαίσιο της οποίας συμβίωναν τότε πολλές φυλές και εθνότητες υπό την κυριαρχία του σουλτάνου.

Υπήρχε, όμως, μία ουσιώδης διαφορά των πολυεθνικών αυτών μορφωμάτων από το κράτος του οποίου το Σύνταγμα σχεδίασε ο Ρήγας. Διότι επρόκειτο για ανελεύθερα κα­θεστώτα, χαρακτηριζόμενα από τον συγκεντρωτικό και απολυταρχικό τρόπο άσκησης της εξουσίας. Αντίθετα, η έννοια και μόνη του Συντάγματος, ως του νομικού πλαισίου της κρατικής εξουσίας, σημαίνει εξ ορισμού τη λειτουργία θεσμικών περιορισμών της και την άρνηση της απολυταρχίας, είναι δε αποτρεπτική της αυθαιρεσίας. Το πολυεθνι­κό κράτος του Ρήγα θα ήταν σαφώς «κράτος δικαίου», όπως θα λέγαμε σήμερα, αφού σ’ αυτό θα έπρεπε «οι νόμοι νάν’ ο πρώτος και μόνος οδηγός», η άσκηση της εξουσίας θα υπέκειτο σε κανόνες προστατευτικούς των δικαιωμάτων των πολιτών, δεν θα είχε δε επικεφαλής ούτε βασιλείς, ούτε αυτοκράτορες, ούτε σουλτάνους. Νόμιζε, δηλαδή, ο Ρήγας ότι θα ήταν δυνατόν να διατηρηθεί κατ’ αρχήν η υπάρχουσα στο οθωμανικό κράτος πολυεθνική συμβίωση, να αλλάξουν όμως τα νομικοπολιτικά πλαίσιά της, με την αντικατάσταση της δεσποτικής εξουσίας των σουλτάνων από μία δημοκρατική εξουσία με φορέα το λαό που κατοικούσε τη χώρα — ασχέτως εθνότητας, θρησκείας και γλώσσας.

Από το σύνολο των θεσμών και διατάξεων της «Νέας Πολιτικής Διοίκησης» συνάγεται ότι, κατά την αντίληψη του Ρήγα, το προγραμματιζόμενο πολυεθνικό κράτος θα θεμελιωνόταν αφ’ ενός στην ελληνική παιδεία, ως πολιτισμική συνισταμένη, και αφ’ ετέρου στην πολιτική ιδεολογία και στις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές του ευρω­παϊκού Διαφωτισμού και της γαλλικής Επανάστασης. Αυτά θα ήταν, κατά τον Ρήγα, τα «στοιχεία συνοχής» των εθνολογικά, γλωσσικά και θρησκευτικά διαφορετικών πληθυσμών που θα συνέθεταν το νέο κράτος. Για να λειτουργήσουν δε ως συνεκτικός δεσμός οι εν λόγω πολιτισμικές αξίες έπρεπε να γίνουν γνωστές και αποδεκτές, ώστε να καταστούν γνώμονες πολιτικής αρετής. Η έντονη και πολύμορφη εκδοτική δραστηριότητα του Ρήγα σε τούτο ακριβώς απέβλεπε.

Εκτός από τα προαναφερθέντα, υπήρχε και ένα άλλο σημαντικό «στοιχείο συνοχής» που ο Ρήγας δεν έλαβε όμως υπ’ όψη και δεν το αξιοποίησε: η Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκευτική παράδοση, που αποτελούσε τον κοινό ιδεολογικό παρονομαστή των πολυπληθέστερων βαλκανικών εθνοτήτων –Ελλήνων, Σέρβων, Βουλγάρων, Ρουμάνων–, άλλωστε με βάση αυτό το ενωτικό στοιχείο αντιμετώπιζε τους υπηκόους της η Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία με τον θεσμό του «μιλέτ» δεν διέκρινε αλλοεθνείς, αλλά αλλόθρησκους (απίστους, γκιαούρηδες). Πάντως στη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» δεν γίνεται καν λόγος για Ορθοδοξία ή για Εκκλησία. Φαίνεται ότι ηθελημένα απέφυγε ο Ρήγας να στηρίξει την πολιτική ενότητα της σχεδιαζόμενης πολυεθνικής δημοκρατίας στο στοιχείο της Ορθόδοξης πίστης και Εκκλησίας, ως συνεκτικό ιστό. Η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να εξηγηθεί: Πρώτον, από το γεγονός ότι επεδίωκε να περιλάβει στην κοινή επαναστατική προοπτική και τους μουσουλμάνους –Τούρκους και Αλβανούς– καθώς και τους Εβραίους, εγγυώμενος ισοτίμως την «ελευθερία κάθε είδους θρησκείας, Χριστιανισμού, Τουρκισμού, Ιουδαϊσμού» (άρθρο 7 των «Δικαίων του Ανθρώπου»). Δεύτερον, διότι ήταν σαφώς επηρεασμένος από την αντικληρική ιδεολογία του γαλλικού Διαφωτισμού. Τρίτον –το και αποφασιστικότερο, ίσως– διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως κατ’ εξοχήν θεματοφύλακας της βυζαντινής παράδοσης, ήταν συνδεδεμένη και βεβαρυμένη με την ιδεολογία του κρατικού δεσποτισμού. Την-εποχή δε του Ρήγα η ιεραρχία της Εκκλησίας είχε δεδηλωμένως ταχθεί εχθρική απέναντι στις φιλελεύθερες και δημοκρατικές ιδέες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που τις θεωρούσε ασυμβίβαστες προς τις χριστιανικές παραδόσεις της «καθ’ ημάς Ανατολής». […]

Η πολιτική ιδεολογία του Ρήγα δεν ήταν, όμως, μονοσήμαντη. Ο Διαφωτισμός τον οποίο καλλιεργούσε δεν ήταν απλή απομίμηση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Έτσι, ναι μεν δεν θεωρούσε την Ορθόδοξη Εκκλησία ως θετικό στοιχείο των πολιτικών επιδιώξεών του, γι’ αυτό και την αγνοούσε στο πλαίσιο του πολιτεύματος της «Νέας Πολιτικής Διοίκησης». Όμως τη χριστιανική θρησκεία καθ’ εαυτήν την προέβαλλε: «Η σημαία οπού βάνεται εις τα μπαϊράκια και παντιέραις της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι εν ρόπαλον του Ηρακλέους με τρεις σταυρούς επάνω» (αναγράφεται στο Παράρτημα κειμένου του Συντάγματος). Έτσι ο Ρήγας συνδυάζει ένα σύμβολο της αρχαιοελληνικής μυθολογίας με το σύμβολο της Χριστιανοσύνης εν γένει (όχι ειδικά της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης). Επίσης στον «Θούριο», απευθυνόμενος σε «Τούρκους και Ρωμιούς» ή «Χριστιανούς και Τούρκους» τους καλεί «να κάμωμεν τον όρκον επάνω στον σταυρόν» (στ. 19-22), ώστε να «να λάμψη ο σταυρός» (στ. 122-3). Η χριστιανική πίστη του Ρήγα φαίνεται εδώ να κατισχύει, μολονότι αντιφάσκουσα προς την ευρύτητα των σχεδίων του να συνεγείρει όλους τους καταπιεζόμενους από «την δυσφορωτάτην τυραννίαν του βδελυρωτάτου δεσποτισμού» της σουλτανικής εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων και των (αλλοθρήσκων) Τούρκων.

  • O έντονος δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος

Το πολυεθνικό κράτος που προγραμμάτιζε ο Ρήγας με τη «Νέα Πολιτική Διοίκηση» ήταν δημοκρατικό. Προφανής και έντονος προβάλλει ο δημοκρατικός χαρακτήρας της σχεδιαζόμενης κρατικής οργάνωσης. Η «Ελληνική Δημοκρατία», όπως ονομάζεται (άρθρο 1 του Σχ. Συντ.) βασίζεται στη λαϊκή κυριαρχία, στην «αυτοκρατορία του λαού». Η κυριαρχία (αυτοκρατορία) «είναι θεμελιωμένη εις τον λαόν. Ήγουν ο λαός μόνον ημπορεί να προστάζη… δι’ όλα χωρίς κανένα εμπόδιον» (άρθρο 25 της Διακήρυξης των «Δικαίων του ανθρώπου» [στο εξής Διακ.]). «Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου [κράτους] τούτου κ.λ.π.» (άρθρο 7 Σχ. Συντ.). Επιβεβαίωση δε της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί η εφαρμογή της αρχής της ισότητας: «να είμεθα όλοι ίσοι και όχι ο ένας ανώτερος από τον άλλον» (άρθρο 2 Διακ.), «όλοι οι άνθρωπος Χριστιανοί και Τούρκοι κατά φυσικόν λόγον είναι ίσοι. Όταν πταίση τινάς… ο νόμος είναι ο αυτός, …ήγουν δεν παιδεύεται ο πλούσιος ολιγώτερον και ο πτωχός περισσότερον διά το αυτό σφάλμα, αλλά ίσια-ίσια». Στο θεσμικό επίπεδο η αρχή της ισότητας επιβάλλει την ίση συμμετοχή όλων των πολιτών στην άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας και στην εκλογή των αξιωματούχων, των βουλευτών και αντιπροσώπων του έθνους (άρθρο 29 Διακ., άρθρα 8 επ. Σχ. Συντ.), καθώς και ίσο δικαίωμα του εκλέγεσθαι (άρθρο 28 Σχ. Συντ.) και της ανάδειξης σε αξιώματα και πρόσληψης σε δημόσιες υπηρεσίες (άρθρο 5 Διακ.).

Η θεσμική συγκρότηση και η οργανωτική δομή της κρατικής εξουσίας βασιζόταν, επίσης, σε προωθημένη εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής με την πρώιμη, για την εποχή εκείνη, καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας (των αρρένων) και με τον συνδυασμό πρω­τοβάθμιων λαϊκών συναθροίσεων και εθνικής Συνέλευσης ως Νομοθετικού Σώματος: της «Εθνικής Παραστάσεως», η οποία «παρασταίνει όλον το έθνος, το πλήθος του λαού, το οποίον είναι ως θεμέλιον της εθνικής παραστήσεως, και όχι μόνον οι πλούσιοι ή οι κοτζιαμπασήδες» (άρθρα 11 επ., 21 επ., 39 επ. Σχ. Συντ.). Σαφή δημοκρατικό χαρακτήρα είχαν επίσης η ενιαύσια θητεία των μελών του Νομοθετικού Σώματος, η εξάρτηση της ισχύος των ψηφιζόμενων –«προβαλλόμενων»– νόμων από τη «συγκατάθεση όλου του λαού» (άρθρο 4 Διακ.) και από τη λαϊκή επικύρωση (άρθρα 58-60 Σχ. Συ­ντ.) που υποδήλωνε ένα είδος λαϊκού veto, συνδυασμένου με οιονεί νομοθετικό δημο­ψήφισμα. Η δημοκρατία δεν θα ήταν, επομένως, αποκλειστικά «αντιπροσωπευτική». Προβλέπονταν άλλωστε και άλλοι θεσμοί «άμεσης δημοκρατίας», όπως μια μορφή «δημοψηφίσματος» σε ορισμένες περιπτώσεις (άρθρο 50 Σχ. Συντ.) καθώς και «λαϊκής πρωτοβουλίας» (άρθρα 115-117 Σχ. Συντ.), ενώ εξ άλλου καθιερωνόταν και το αιρετό των δικαστών (άρθρα 88,91,95,96-97).

Ο έντονος δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος του Ρήγα ολοκληρώνεται, στο επίπεδο των σχέσεων των κρατικών λειτουργιών, με την υπαγωγή της εκτελεστικής εξουσίας, δηλ. του πενταμελούς «Εκτελεστικού Διοικητηρίου» («Διευθυντηρίου», κατά το πρότυπο του Directoire του γαλλικού Συντάγματος του 1795) υπό το Νομοθετικό Σώμα (άρθρα 75 επ. Σχ. Συντ.). Έτσι, η κατά τον Μοντεσκιέ διάκριση των εξουσιών έχει σχετικό χαρακτήρα, εφ’ όσον καθιερώνεται μάλλον το κατά τη διδασκαλία του Ρουσσώ δημοκρατικότερο σύστημα της λεγόμενης «κυβερνώσας Βουλής».

Έσχατη εφαρμογή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί η αναγνώριση σε κάθε πολίτη του δικαιώματος αντίστασης «όταν τον καταθλίβουν και τον αδικούν» (άρθρο 33 Διακ.), ακόμη δε και του δικαιώματος επανάστασης «όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονα του» (άρθρο 35 Διακ.).

Άξιες ιδιαίτερης μνείας, ως δηλωτικές της δημοκρατικής ποιότητας του πολιτεύματος του Ρήγα, είναι και οι διατάξεις «περί της σχέσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας με τα ξένα έθνη», οι οποίες ορίζουν ότι «ο Ελληνικός Λαός είναι φίλος και φυσικός σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη» (άρθρο 118 Σχ. Συντ.), ότι «οι Έλληνες δεν ανακατώνονται εις την διοίκησιν των άλλων εθνών, αλλ’ ούτε είναι εις αυτούς δεκτόν να ανακατωθούν άλλοι εις την εδική των» (119) και, τέλος, «δεν κάμνουν ποτέ ειρήνην με έναν εχθρόν οπού κατακρατεί ελληνικόν τόπον» (121).

  • Ο φιλελεύθερος χα­ρακτήρας της «Νέας Πολιτικής Διοίκησης»

Ένα τρίτο συστατικό στοιχείο του πολιτεύματος του Ρήγα είναι ο φιλελεύθερος χα­ρακτήρας της «Νέας Πολιτικής Διοίκησης», ο οποίος τεκμηριώνεται από πλήθος ατομικών ελευθεριών και θεμελιωδών δικαιωμάτων που προβλέπονται και κατοχυρώνονται από τη διακήρυξη των «Δικαίων του Ανθρώπου», που προτάσσεται του Σχεδίου Συντάγματος.

Αυτά τα εξ υποκειμένου δίκαια, δηλαδή δικαιώματα, θεωρούνται «φυσικά» και είναι (άρθρο 2): «πρώτον το να είμεθα όλοι Ίσοι και όχι ο ένας ανώτερος από τον άλλον· δεύτερον να είμεθα ελεύθεροι, και όχι ο ένας σκλάβος του αλλουνού· τρίτον να είμεθα σίγουροι εις την ζωήν μας και κανένας να μην ημπορή να μας την πάρη αδίκως και κατά την φαντασίαν του· και τέταρτον τα κτήματα οπού έχομεν κανένας να μην ημπορή να μας εγγίξη» (εν προκειμένω ο Ρήγας αποφεύγει να μιλήσει για προστασία της ιδιοκτησίας εν γένει, που θα περιλάμβανε και τις μεγάλες γαιοκτησίες). Στη συνέχεια καθιερώνεται η ισότητα ενώπιον του νόμου (άρθρο 3 Διακ.), διευκρινίζεται δε ότι «η ελευθερία είναι εκείνη η δύναμις οπού έχει ο άνθρωπος εις το να κάμη όλον εκείνο οπού δεν βλάπτει εις τα δίκαια του γειτόνου του», και προστίθεται ως «ηθικόν σύνορον της ελευθερίας» το ρητό!« Μην κάμης εις τον άλλον εκείνο οπού δεν θέλεις να σου κάμουν» (άρθρο 6), με άλλες λέξεις ο Ρήγας καθιστά νομική επιταγή την ηθική επιταγή «ο συ μισείς ετέρω μη ποίησης» ή, θετικά, το ευαγγελικό «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», που θυμίζει και την καντιανή «κατηγορική προσταγή».

Ακολουθεί σειρά όλη δικαιωμάτων: «να φανερώνωμεν την γνώμην μας και τους συλ­λογισμούς μας, τόσον με την τυπογραφίαν, όσον και με άλλον τρόπον· το δίκαιον του να συναθροίζωμέθα ειρηνικώς» η ελευθερία κάθε είδους θρησκείας, Χριστιανισμού, Τουρκισμού, Ιουδαϊσμού» (άρθρο 7). Προστατεύεται επίσης η προσωπική ελευθερία και ασφά­λεια από παράνομες συλλήψεις και φυλακίσεις (άρθρο 10), θεσπίζεται η αρχή nullum crimen nulla poena sine lege και η απαγόρευση της αναδρομικότητας των ποινικών νόμων (άρθρο 14), επίσης το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, η απαγόρευση των βασανιστηρίων (13) και της δουλείας (18), η αναλογία εγκλήματος και ποινής (15), η ελευθερία του επαγγέλματος (17), το δικαίωμα του αναφέρεσθαι (32), θεσπίζονται εξ άλλου –εδώ πρόκειται για απόψεις πρωτότυπες και πρωτοποριακές για την εποχή του θέσεις του Ρήγα– ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα, όπως δικαίωμα για εργασία, για κοινωνική περίθαλψη, για εκπαίδευση. Π.χ. «Αι δημόσιαι συνδρομαί και ανταμοιβαί είναι ένα ιερόν χρέος της πατρίδος… χρεωστεί μίαν βοήθειαν εις τους δυστυχείς εγκατοίκους, τόσον εις το να τους προμηθεύση να έχουν τι να εργάζωνται, όσον και να δώση τρόπον ζωής εις εκείνους οπού δεν ημπορούν πλέον να δουλεύσουν…» (άρθρο 21 Διακ.). Επίσης θεσπίζεται η υποχρεωτική εκπαίδευση: «Όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα· η πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία διά τα αρσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποία λάμπουν τα ελεύθερα έθνη» (άρθρο 22 Διακ.). Εκτός από την εκπαίδευση η στοιχειώδης ισότητα των δύο φύλων καθιερώνεται και όσον αφορά την στρατιωτική υπηρεσία, η οποία είναι υποχρεωτική (άρθρο 109 Σχ. Συντ.), ορίζεται δε ότι «Η διαφορά των πολεμικών βαθμών… οπού έχουν οι αξιωματικοί, τα ξεχωριστά σημεία των και η υποταγή των απλών στρατιωτών, είναι μόνον εν όσω διαρκεί η δούλευσις του πολέμου, καθώς τελείωση όμως, είναι όλοι ίσοι και αδελφοί» (άρθρο 111). Χαρακτηριστική δε του φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματος, ως έκφρασης της πολιτικής ιδεολογίας του Ρήγα, είναι η διάταξη που προβλέπει την παροχή ασύλου σε «όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξωρισμένους από την πατρίδα των δι’ αιτίαν της ελευθερίας» (άρθρο 120 § 1 Σχ. Συντ.).

Τέλος, με ειδική διάταξή του το Σύνταγμα (άρθρο 122) εγγυάται «την απόλαυσιν όλων των δικαίων του ανθρώπου» για τα οποία έγινε ήδη λόγος.

  • Ο ελληνικός χαρακτήρας του κράτους

Ο ελληνικός χαρακτήρας του νέου κράτους, του οποίου το πολίτευμα σχεδίασε ο Ρήγας, είναι ένα τέταρτο συστατικό στοιχείο του που συνάγεται σαφώς τόσο από το γράμμα όσο και από το πνεύμα της « Νέας Πολιτικής Διοίκησης». Εν πρώτοις –και τούτο είναι ιδιαζόντως καίριας σημασίας– το κείμενο της είναι γραμμένο στα ελληνικά. Αρχίζει με τις λέξεις «Ο λαός απόγονος των Ελλήνων». Το σχεδιαζόμενο νέο κράτος ονομάζεται «Ελληνική Δημοκρατία» (άρθρο 1 κ.α. Σχ. Συντ.) «Ο ελληνικός λαός, τουτέστιν ο εις τούτο το βασίλειον [κράτος] κάτοικων» (άρθρο 2). «Εκείνος οπού ομιλεί την απλήν ή την Ελληνικήν γλώσσαν και βοηθεί την Ελλάδα… είναι Έλλην και πολίτης» (άρθρο 4 παρ. 7). Η ελληνική γλώσσα καθιερώνε­ται ως επίσημη γλώσσα του κράτους: «Όλοι οι νόμοι και προσταγαί γίνονται εις την απλήν των Ελλήνων γλώσσαν, ως πλέον ευκατάληπτον και εύκολον να σπουδασθή απ’ όλα τα εις το βασίλειον [κράτος] τούτο εμπεριεχόμενα γένη», ομοίως οι δικαστικές αποφάσεις και οι άλλες δημόσιες πράξεις (άρθρο 53), όλες δε εκδίδονται «εν ονόματι του Ελληνικού Λαού» (άρθρο 61). Η ελληνική γλώσσα διδάσκεται υποχρεωτικώς στα σχολεία (άρθρο 22 Διακ.). Επίσης συνεχής και επανειλημμένη είναι η χρήση του όρου «Έλλην» και «ελληνικός» στις διατάξεις της «Νέας Πολιτικής Διοίκησης»: «ελληνικός λαός» (άρθρα2,61,118), «ελληνικός τόπος» και «ελληνική γη» (άρθρα 55,121), «Έλληνες», «Ελληνίδες» (άρθρα 109,119,122 και Παράρτημα). Και πρέπει στο σημείο αυτό να εξάρω την προδρομική επιλογή και συμβολή του Ρήγα όσον αφορά το γλωσσικό ζήτημα: προώθησε τη χρήση της «απλής» ελληνικής γλώσσας ως «πλέον ευκατάληπτης» –μιας πρώτης μορφής δημοτικής, ανάμικτης με λόγια στοιχεία–, την οποία όχι μόνο χρησιμοποίησε ο ίδιος στα κείμενα του και την διέδωσε, αλλά και την καθιέρωσε ως επίσημη γλώσσα του προγραμματισμένου νέου κράτους.

Η μέριμνα του Ρήγα να προσδώσει βασικά ελληνικό χαρακτήρα στο κράτος που θα προέκυπτε μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, δεν ήταν αυθαίρετη. Απεναντίας, η διαγραφόμενη υπεροχή του ελληνικού στοιχείου ήταν θεμιτή, καθώς ανταπο­κρινόταν σε μία ιστορικά διαπιστωμένη κατάσταση που υπήρχε την εποχή εκείνη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Εκτός από τις κυρίως ελληνικές περιοχές, το ελληνικό στοιχείο ήταν διάσπαρτο σε παροικίες που υπήρχαν σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο, στην Κεντρική Ευρώπη, στη Μικρά Ασία, στον Εύξεινο Πόντο. Περί τα τέλη του 18ου αιώνα μεγάλη ήταν η οικονομική και η πολιτιστική ανάπτυξη του Ελληνισμού σ’ αυτές τις περιοχές. Μέσω ιδίως της ελληνικής εμπορομεσιτικής αστικής τάξης και μέσω της ελληνικής παιδείας, οι άλλες βαλκανικές εθνότητες έρχονταν σε επαφή με τις προοδευτικές, φιλελεύθερες και δημοκρατικές, πολιτικές ιδέες της δυτικής Ευρώπης. Στην «καθ’ ημάς Ανατολή» ελληνικά κυρίως ήταν τα σχολεία, τα τυπογραφεία και τα εκδιδόμενα βιβλία και άλλα δημοσιεύματα, μέσω των οποίων οι Έλληνες διανοούμενοι μεταλαμπάδευαν τις αρχές του Διαφωτισμού. Γνώσεις της ελληνικής γλώσσας είχαν οι αλλοεθνείς κάτοικοι των περιοχών όπου ήκμαζαν συμπαγείς ελληνικές παροικίες. Ως γλώσσα του εμπορίου είχε καθιερωθεί η ελληνική γλώσσα, ήταν δε η πιο κοινή και ευρύτερα διαδεδομένη, η lingua franca, ενώ η λέξη «Έλληνας» είχε καταστεί στη γλώσσα των άλλων εθνοτήτων συνώνυμη με το «μορφωμένος» και το «έμπορος».

Με αυτά τα δεδομένα ευλόγως ο Ρήγας θέλησε να στηρίξει τα πολιτικά του σχέδια κατά πρώτο λόγο στο ελληνικό έθνος, όχι απλώς επειδή ο ίδιος ανήκε σ’ αυτό, αλλά επειδή το θεωρούσε, εξ αντικειμένου, ως το πιο ώριμο να ασπασθεί και διαδώσει τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και, με βάση αυτές, να πρωταγωνιστήσει και θέσει σε κίνηση την επαναστατική διαδικασία, ώστε, μαζί με τις άλλες βαλκανικές εθνότητες, να αποτινάξει την οθωμανική κυριαρχία και να οργανώσει και διευθύνει το νέο κράτος μετά την απελευθέρωση.

Πρέπει συναφώς να σημειώσω ότι η διαγραφόμενη υπεροχή του ελληνικού στοιχεί­ου στο πλαίσιο του προγραμματιζόμενου πολυεθνικού κράτους θα ήταν, στην πράξη, πολιτισμικής κυρίως υφής, εμμέσως δε, εκ των πραγμάτων, και οικονομικοπολιτικής. Πάντως δεν ήταν θεσμικά οργανωμένη. Εκτός από τη διάχυτη «ελληνικότητα», με την καθιέρωση της ελληνικής ονομασίας και γλώσσας δεν προβλεπόταν, στη «Νέα Πολιτική Διοίκηση», καμία ειδική προνομιακή ρύθμιση υπέρ του ελληνικού στοιχείου είτε συλλογικώς είτε ατομικώς.

  • Αριστόβουλος Μάνεσης

Αριστόβουλος Μάνεσης, «Η πολιτική ιδεολογία του Ρήγα», στον τόμο Τιμή στον Ρήγα Βελεστινλή, επιμ. Μαρία Ευθυμίου, Δημήτρης Καραγεώργης, Αθήνα 2002 (περιλαμβάνεται και στο Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ρήγας Βελεστινλής. Ο οραματιστής της «Ελληνικής Δημοκρατίας», σειρά: Ιστορική Βιβλιοθήκη, επιμ. σειράς Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Τα Νέα, Αθήνα 2009).

 

Ο “Θούριος” του Ρήγα Βελεστινλή

Η ΑΥΓΗ: 25/03/2011

Ο Θούριος του Ρήγα Φεραίου – Ένα σάλπισμα Ελευθερίας.

Ο Ρήγας, ο συγγραφέας αυτού του ύμνου, ήταν από το Βελεστίνο της Θεσσαλίας. Πήρε φιλελεύθερη μόρφωση και στην αρχή έγινε εκπαιδευτικός· δίδαξε αρχαία ελληνικά και γαλλικά στο Βουκουρέστι. Ήταν στην ορμή της νιότης, όταν ο θόρυβος της γαλλικής επανάστασης έφτασε στην Ελλάδα, και του έκανε τέτοια εντύπωση, ώστε καθόρισε την τύχη του.

Η “ΑΥΓΗ” παρουσιάζει το κείμενο του Θούριου και κείμενα του Λέανδρου Βρανούση, του Αριστόβουλου Μάνεση, του Κλοντ Φοριέλ και του Αλέξη Πολίτη.