RSS

Category Archives: Σαββόπουλος Διονύσης

Η πλατεία ήταν γεμάτη, στο «Παλλάς»

  • Tης Mαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/12/2009

Αφιέρωμα στα σίξτις, λοιπόν. Η δεκαετία αρχίζει με το Γκαγκάριν να εκτοξεύεται στο Διάστημα και στη δική μου περίπτωση με το πρώτο ερωτικό μου σκίρτημα και το πρώτο μου τραγουδάκι τη “Συννεφούλα”». Ο Διονύσης Σαββόπουλος στο «Παλλάς» ανασυνθέτει μια εποχή. Το κοινό στην αίθουσα μεικτό, αλλά η παρουσία των 60άρηδων είναι σαρωτική. Και η δεκαετία των 40 – 50 είχε γερή εκπροσώπηση. Σκόρπια, πρόσωπα πολύ νέων ανθρώπων.

Αφήγηση (δυνατό χαρτί του Σαββόπουλου), στίχοι οικείοι και συνοδοιπόροι, οπτικό υλικό (φωτογραφίες, βίντεο και ντοκουμέντα). Γεγονότα προσωπικά εμπλέκονται με κοινωνικές εξεγέρσεις, ιστορικές στιγμές, πολιτικές διαμαρτυρίες. Οι παρέες και ο κόσμος που τις περιβάλλει. «Βιετνάμ γιε, γιε» και ο δεσμοφύλακας από τη Γορτυνία που βαράει στην Μπουμπουλίνας («με βαράνε να ομολογήσω, δηλαδή τι να ομολογήσω ο τροβαδούρος;»), στιχάκια που σκαρώνονται στο μπουντρούμι, ο Μάης του ’68 στο Παρίσι («νιώθαμε ότι αλλάζαμε τον κόσμο, κάτι το οποίο με φόβιζε κιόλας, γιατί ανοιγόταν μπροστά σου το άγνωστο»), η ΕΔΑ και το φοιτητικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη, πορείες ειρήνης, η ίδρυση της ΕΦΕΕ το ’63, η «Επιθεώρηση Τέχνης», η λογοκρισία, τα «μεγάλα διλήμματα της εποχής»: Stones ή Beatles, Χατζιδάκις ή Θεοδωράκης, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης. Πολύ τραγούδι και πολύ χορός. Η Ελλάδα «ανάμεσα στο μυστρί του Πατακού και το συρτάκι του Δαλιανίδη».

Απ’ όλα και ανάκατα. Σκέψεις, εικόνες, συναισθήματα. Οι φίλοι που «για πάντα φύγαν», η «Ζωζώ», το «Φορτηγό», η «Θεία Μάνου» και «Είδα την Αννα κάποτε». Είναι η στιγμή που οι αναστολές λύνονται και τα μάτια αρχίζουν να τρέχουν. Παρατηρώ χέρια να ψαχουλεύουν τυφλά τσάντες, αναζητώντας χαρτομάντιλα. Η συγκίνηση -λίγες ώρες μετά, την επόμενη μέρα- διαρκεί και ομολογείται. Υπάρχει ομοθυμία και ομοψυχία στην αίθουσα.

Τόσες δεκαετίες μετά, μακριά από τη θαλπωρή της παιδικής ηλικίας ή τον οίστρο των 20άχρονων, η ελευθερία να ονειρεύεσαι έγινε νοσταλγία και η νοσταλγία κόμπος. Οχι, δεν είναι ανασταλτικό να επιστρέφεις και να θυμάσαι. Να αναδιατάσσεις ήσυχα, χωρίς τους εσωτερικούς θορύβους, που θολώνουν επιθυμίες και προθέσεις. Τα σίξτις είναι ακόμη φορτισμένα. Γιατί όσοι τα έζησαν, τα έζησαν με φόρα, ένταση και αλήθεια. «Είχες την εντύπωση ότι τα πάντα είναι δυνατά, ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν», λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Τα τραγούδια του αγνόησαν το αυτονόητο ή μπόρεσαν να το αναγνώσουν με άλλο τρόπο. Να κωδικοποιήσουν το άφατο με οικονομία, όπως η ποίηση. Να περιγράψουν σκοτάδια, θυμούς, έρωτες, την απάτη του συστήματος, τις σημαίες από νάιλον, τον πονηρό πολιτευτή. Να αποδώσουν στην εποχή τις εικόνες της με ήχους. Μπαλάντες ρυθμικές, σκαμπρόζικες, κεφάτες, αλλά και μελωδίες σπαρακτικές, ρυθμούς τρυφερούς αλλά και απογυμνωμένους από εφησυχασμούς και ωραιοποιήσεις. Τραγούδια που αφύπνιζαν, αναψηλάφιζαν τα δύσκολα εντός μας.

Στο «Παλλάς» συνυπήρξαμε διαφορετικές γενιές. Διασταυρωθήκαμε, αναπνεύσαμε μια ατμόσφαιρα που πυρακτωνόταν. Οχι γιατί ο οικοδεσπότης αναμόχλευε ή προκαλούσε. Μας κάλεσε σε μια συγκέντρωση που ήταν όλα ειρηνικά. Η απόσταση είχε λειάνει τις γωνίες, τις αντιπαραθέσεις. Και οι 20άρηδες, τι απολάμβαναν; Χωρίς αναφορές, παρά μόνον εξοικειωμένοι με συμπεριφορές; Κάτι έχουν ακούσει (ορισμένοι έχουν «μνήμες» από μωρά, με τα τραγούδια να παίζουν κατά διαστήματα στο σπίτι), άλλοι ανακαλύπτουν παλμούς και δυναμικές που συνεπαίρνουν ή απλώς ερμηνεύουν τους «μεγάλους» γύρω τους. Μέσα από τον Σαββόπουλο «διαβάζουν» κάπως τους γονείς, τους προσεγγίζουν. Είναι μια μικρή, πρόσκαιρη έστω, ανακωχή.

Τα σπίτια. Τότε και τώρα. Η δική μας γενιά, συμπιεσμένη από έλεγχο, σε διαμερίσματα του άστεως. Η σημερινή, συμπιεσμένη από έλλειψη ελέγχου (όχι του τυπικού, διαχρονικού, «που είσαι», «τι ώρα είναι αυτή που γυρνάς», του άλλου, του ενοχικού, του απροσδιόριστου, με τις αυξομειώσεις που αποσυντονίζουν).

Στο «Παλλάς» η «συνάντηση» έδωσε κάποιες απαντήσεις. Επαρκείς για ένα χάδι κατανόησης (του μικρού στον μεγάλο), για μια σύντομη, συνωμοτική, αγκαλιά.

Advertisements
 

Tags:

Κατάντημα του Πολυτεχνείου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ, Το ΒΗΜΑ, 16/11/2008

Εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσεως και εσωτερικής επικίνδυνης αστάθειας και με εκ πολλών πλευρών απαξίωση έως άρνηση του κράτους δικαίου και συνεπώς της δημοκρατίας θα λάβουν και εφέτος χώρα οι εκδηλώσεις για το Πολυτεχνείο, που έχουν προ πολλού χάσει το όραμα αναδεικνύοντας ως κύριο στόχο να μην αλλάξει τίποτα στον χώρο της παιδείας. Το ποια παιδεία υπερασπίζονται προκύπτει από τα ακόλουθα πρόσφατα σταχυολογήματά μας, που τα αφιερώνω εξαιρετικά στους υπευθύνους για αυτά πολιτικούς, κόμματα, καθηγητές και δασκάλους, γονείς και λιγότερο στους ανώριμους και συνήθως απληροφόρητους νεολαίους μας. Δηλαδή τα κυρίως θύματα, που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα, όπως τα χαϊδολογεί ο Σαββόπουλος.

* «Το δημόσιο σχολείο χειμάζεται από καταιγίδες πολλών προελεύσεων και ποικίλων κατευθύνσεων με αποτέλεσμα τα χρήματα που καταβάλλει ο ταλαίπωρος φορολογούμενος να πετιούνται στον δρόμο. Στο Επαγγελματικό Λύκειο, στο οποίο για πρώτη φορά διδάσκω, έκανα αγώνα για να πείσω τους μαθητές να φέρνουν στυλό και τετράδιο. Δεν ξέρω πόσοι μήνες θα χρειασθούν για να τους μάθω να μελετούν στο σπίτι τους και να εργάζονται για τα μαθήματα. Σύλλογοι γονέων δεν υπάρχουν ακόμα και σε σχολεία που λειτουργούν 20 χρόνια. Οι γονείς αδιαφορούν για τα παιδιά τους, αγνοούν τα παιδιά τους. Πολλά σχολεία βρίσκονται σε κατάληψη από μια ομάδα 5-10 μαθητών επί εβδομάδες και αδιαφορούν πλήρως διευθυντές σχολείων, γονείς, προϊστάμενοι γραφείων, υπουργείο» (Αντώνης Μιχαηλίδης, φιλόλογος).

* «Το ελληνικό Πανεπιστήμιο βρίσκεται σε βαθιά θεσμική και ηθική κρίση. Συναλλαγή, αναξιοκρατία, νεποτισμός, αθέμιτες πολιτικές παρεμβάσεις, χαμηλές προδιαγραφές, εσωστρέφεια, γενικευμένη αδιαφορία διδασκόντων και διδασκομένων, φαινόμενα αυταρχισμού και βίας συνθέτουν την εικόνα ενός θεσμού που απαξιώνεται ραγδαία. Αν η λογοκλοπή ήταν ολυμπιακό άθλημα, η Ελλάδα θα κέρδιζε πολλά μετάλλια. Πρύτανης δεν γίνεται ο καλύτερος, αλλά ο πιο δικτυωμένος και κυρίως αυτός που θα δώσει “γην και ύδωρ” στις κομματικές φοιτητικές παρατάξεις, που στην ουσία διοικούν το Πανεπιστήμιο. Πολλοί από τους πρυτάνεις έχουν επιστημονική παρουσία μηδενική» (Θέμης Λαζαρίδης, καθηγητής Πανεπιστημίου).

* «Το “κάθε πόλη και πανεπιστήμιο, κάθε χωριό και ΤΕΙ” είναι μια πάγια πολιτική και των δύο κομμάτων που εναλλάσσονται στην εξουσία μετά τη Μεταπολίτευση. Τα κριτήριά τους για την ίδρυση ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν έχουν καμία σχέση με εκπαίδευση και εκπαιδευτική φιλοσοφία. Είναι καθαρά κριτήρια περιφερειακής πολιτικής και κυρίως κριτήρια πελατειακά. Ισως οι πολιτικοί να μην το ομολογούν, αλλά οι τοπικές κοινωνίες περιμένουν τα πανεπιστήμια για αναπτυξιακούς λόγους, που, ας μη κοροϊδευόμαστε, ταυτίζονται με την οικοδομική δραστηριότητα (γκαρσονιέρες για νοίκιασμα) και τη μετατροπή πλατειών, πεζοδρόμων κ.λπ. σε απέραντα βασίλεια του φραπέ και της καφετέριας» (Νίκος Μπακουνάκης, καθηγητής Πανεπιστημίου, δημοσιογράφος).

* «Η εφετινή έρευνα του Πανεπιστημίου της Σανγκάης για τα καλύτερα πανεπιστήμια της υφηλίου περιλαμβάνει μόνο δύο ελληνικά πανεπιστήμια, το Καποδιστριακό στη 243η θέση και το Αριστοτέλειο στην 390ή» (Χαρ. Μουτσόπουλος, Χαρίδημος Τσούκας, καθηγητές Πανεπιστημίου).

* «Πραγματικές ή επινοημένες περγαμηνές “αντιστάσεως” στη δικτατορία, αλλά και μόνο η οργανωτική προσχώρηση στις αριστερές “προοδευτικές” δυνάμεις, έγιναν εφαλτήριο για αναρρίχηση σε θώκους πανεπιστημιακούς, σε πόστα εξουσίας στην εκπαίδευση. Η Αριστερά έγινε πρακτική καταλήψεων, απεργιών κοινωνικού κόστους, γκανγκστερικών εκβιασμών, απροκάλυπτης αλαζονικής αρνήσεως των κανόνων του κοινοβουλευτισμού. Στα πανεπιστήμια, στα σχολεία, στον πολιτισμό, στην πληροφόρηση η Αριστερά έχει επιβάλει αδυσώπητη τρομοκρατία των μειονοτήτων, που κάνουν καριέρα ως αντάλλαγμα της κομματικής τους υποταγής» (Χρήστος Γιανναράς, καθηγητής Πανεπιστημίου).

Για τη διατήρηση αυτής της αθλιότητας «αγωνίζονται» τα παραπλανημένα νιάτα μας υπό την καθοδήγηση αδίστακτων μειονοτήτων, την πανικόβλητη σιωπή των λίγων άξιων και την εγκληματική εθελοτύφλωση σχεδόν όλων των πολιτικών.

 

Tags: