RSS

Category Archives: Χριστιανισμός

«Ο Χριστιανισμός νέα πατρίς διά την Ελλάδα»

  • Την 25η Μαρτίου 1838, ακολουθώντας τα πιο πρόσφατα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο Όθωνας και οι κυρίαρχες δυνάμεις, θα καλέσουν τον «ενδεδυμένον την Νεοελληνικήν στολήν του» Λαό να συνεορτάσει τη διπλή γιορτή, μαζί με τους εκπροσώπους των κρατικών μηχανισμών
  • ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Η ΑΥΓΗ, Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Το επίσημο δίγλωσσο Πρόγραμμα της «επετείου ημέρας της εθνικής εορτής» αποτυπώνει την πολιτική απόφαση της οθωνικής εξουσίας να εορτάσει την έναρξη της Επανάστασης μαζί με τη γιορτή του Ευαγγελισμού, στη βάση μιας λειτουργικής για τη μοναρχία ιδεολογικής κατασκευής. Η παραπάνω επιλογή εγκαινιάζει μια σειρά από τις γνωστές αυθαιρεσίες της εθνικής ιστοριογραφίας, τις οποίες θα επιχειρήσουν να νομιμοποιήσουν οι Σπ. Ζαμπέλιος και Κ. Παπαρρηγόπουλος.

Το Πρόγραμμα της εθνικής εορτής, ως επίσημο ντοκουμέντο, θα μας απασχολήσει εδώ ως δείγμα κρατικής πρακτικής ιδεολογίας. Ακολουθώντας δηλαδή τα πιο πρόσφατα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο Όθωνας και οι κυρίαρχες δυνάμεις, θα καλέσουν τον «ενδεδυμένον την Νεοελληνικήν στολήν του» Λαόν να συνεορτάσει τη διπλή γιορτή, μαζί με τους εκπροσώπους των κρατικών μηχανισμών, υπό τους ήχους κανονιοβολισμών και στρατιωτικής μουσικής και με δοξολογία στη μητρόπολη. Αυτή η νέα επίσημη τελετουργία μπορούσε να συνεισφέρει σε μια διττή κοινωνική λειτουργία: Να συμβάλει στη νομιμοποίηση της πρόσφατα συντεταγμένης σε εθνική βάση πολιτείας, και στη διαμόρφωση μιας πιο σφιχτά ομογενοποιημένης κοινωνίας. Ταυτόχρονα, να εμπεδώσει μια τελεολογική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον συγκροτούν φάσεις του αδιάλειπτου εθνικού βίου, του οποίου «πηγαί» αποτελούν ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός.

Οι πρακτικές του κράτους στην περίπτωσή μας προηγούνται της θεωρητικής σύνθεσης την οποία αναλαμβάνουν να επιτελέσουν κάποιοι διανοούμενοι: Ακριβώς, υποβαθμίζοντας το γεωγραφικό και κοινωνικό κατακερματισμό του αρχαίου κόσμου και αναπαριστώντας την ασυμφιλίωτη αντίθεση του αρχαίου πολίτη με τον υπήκοο του απολυταρχικού Βυζαντίου ως «φυσικήν της εθνικής ημών ιστορίας ολομέλειαν», ο θεωρητικός της ελληνικής «ιστοριονομίας» Σπ. Ζαμπέλιος έρχεται να γεφυρώσει, στο πεδίο της ιδεολογίας, την αρχαιότητα με το Βυζάντιο, ώστε να αναβαθμιστεί ο Χριστιανισμός ως «νέα πατρίς διά την Ελλάδα» και ταυτόχρονα να «επισταθή (η μέση εποχή) εις την […] περίβλεπτον θέσιν, όπου την εγκατασταίνει ο Χριστιανισμός» (Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος εκδοθέντα μετά μελέτης Ιστορικής περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού, Κέρκυρα, 1852, σ. 13-14, 64, 16). Αναζητώντας επιπλέον απάντηση στο ερώτημα «Πώς ανεφύη το αίσθημα της πολιτικής απελευθερώσεως; […] είναι προϊόν εσχάτως εισαχθέν παρ’ ημίν, ή είναι κτήμα πατροπαράδοτον;» (σ. 20-21), μεταμορφώνει ή καλύτερα ακυρώνει τις νεοτερικές αλλαγές που επιτελούνταν τότε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, εστιάζοντας στους «παλαιούς επιστήθιους φίλους», την Εκκλησία και τον, «προθύμως καθυποτασσόμενον» στον «εθνοπαράγωγον κλήρον», δήμο. Εξειδικεύοντας, τέλος, στο παρόν του γράφει: «Ο Λαός τη ώρα ταύτη παριστάνει το ενεστώς και το μέλλον της κοινωνίας απέναντι τριών διαφόρων όψεων του παρελθόντος. […]το βλέμμα εις τα πρόσω από του όπισθεν στρέφων, διασκοπεύει πέρα μεσαιώνος την γην της κληρονομίας του, οραματίζεται πόρρω νυκτός τον όρθρον του Ευαγγελισμού». (Βυζαντιναί μελέται Περί πηγών νεοελληνικής εθνότητος, Αθήνα 1857, σ.693).

Η θρησκευτική νοηματοδότηση της εθνικής εορτής, συμπίπτει με την αναβαθμισμένη συμμετοχή της Εκκλησίας ως θεσμού στο ελληνικό βασίλειο: Στο πλαίσιο της διττής -κοσμική και θρησκευτική- σημασιοδότησης του εορτασμού, ο κοσμικός χαρακτήρας της Επανάστασης χάνει την αποκλειστικότητά του και περιστέλλεται, για λόγους που σχετίζονται, όπως είναι γνωστό, κυρίως με τη δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος ή, αλλιώς, με τη δυσκολία αποκοπής του ομφάλιου λώρου από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ταυτόχρονα, το δικαίωμα της (ανα)παράστασης του κορυφαίου γεγονότος της νεοελληνικής ιστορίας εκχωρείται από το κράτος εν μέρει στο θεσμό της Εκκλησίας, με έναν επιπλέον στόχο. Η κατακύρωση των νεοτερικών πολιτικών θεσμών «υπό τους οιωνούς της θρησκείας» μπορούσε να συσπειρώσει ευρύτερα στρώματα πληθυσμού, τους αγρότες που εξακολουθούσαν να βιώνουν τη νέα κατάσταση ως υπήκοοι, δηλαδή με τους θεοκρατικούς/μοναρχικούς όρους της οθωμανικής κυριαρχίας, όπως και κάποιες κοινωνικές δυνάμεις, που ενταγμένες πριν στον οθωμανικό μηχανισμό δυσφορούσαν στην επιβολή πολιτικών νεοτερισμών. Η ιεροποίηση όμως της εθνικής ζωής αποχτούσε μια ευρύτερη κοινωνική λειτουργία, αν σκεφτούμε ότι οι κυρίαρχες ελληνικές δυνάμεις βρίσκονταν σε οικονομική ανασφάλεια και είχαν αντιφατικές και αμφιβόλου ριζοσπαστικότητας αντιλήψεις περί ισοπολιτείας και εθνικής ανεξαρτησίας απέναντι στις Μεγάλες δυνάμεις -κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις που ευνοούν την αυξημένη ιδεολογικοποίηση της ζωής του κράτους.

Αντίστροφα, μέσα από τη διττή σημασιοδότηση της γιορτής, και ο θεσμός της Εκκλησίας ενισχύεται ανάλογα. Μετά τους κοινωνικούς και ιδεολογικούς κλυδωνισμούς, πριν και κατά την Επανάσταση, η Εκκλησία, θεσμός ζυμωμένος για αιώνες μέσα στις εξουσιαστικές σχέσεις της Βυζαντινής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καταφέρνει να αναδυθεί και μέσα από το νεότευκτο εθνικό κράτος αναβαπτισμένη και ενισχυμένη. Έκτοτε, η σύμφυρση δύο φαινομενικά αντιφατικών πρακτικών ιδεολογιών -της κοσμικότητας και της θεοκρατίας- δείχνει, εκτός από την ήδη εδραιωμένη στους χρόνους της σκλαβιάς ισχύ του θεσμού της Εκκλησίας, τη νέα κοινωνική λειτουργία της Ορθοδοξίας, ως συνδετικού κρίκου ανάμεσα στους πολίτες -«ιδιοποίησις» και «συναφομοίωσις» όλων των εθνικών «συστατικών στοιχείων» και των «τελεσιουργών δυνάμεων», τα οποία «ενδεικνύουσι της μηχανής την εσωτερικήν συναρμογήν». Στη βάση, τέλος, της ιδεαλιστικής και τελεολογικής συλλογιστικής του, ο Ζαμπέλιος προβάλλει το Ευαγγέλιο και το ναό της Αγίας Σοφίας ως δείκτες για «την οροθεσίαν της Νεοελληνικής εθνότητος» (1852, σ. 66). Πρόκειται για μια, θρησκευτικά προσδιορισμένη, γεωπολιτική διατύπωση της ελληνικής ιδεατής επικράτειας, ό,τι δηλαδή έχει κιόλας διατυπωθεί στο ελληνικό κοινοβούλιο ως «μεγάλη ιδέα».

Οι παραπάνω βέβαια πτυχές αφορούν αφενός στη συγκυρία του 1838 και αφετέρου στην πρώιμη φάση της συγκρότησης της εθνικής ιδεολογίας. Τι γίνεται όμως με τη σημερινή δυνατότητά μας να κατανοήσουμε το ’21 με τους όρους των ζωντανών τότε ανθρώπων, όταν η κοινωνική λειτουργία της ιστορικής γνώσης μετασχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας, αποποιούμενη όχι απλώς το νομιμοποιητικό εθνικό της στόχο -συλλογιστική ενάντια στην οποία ασκήθηκε πειστική κριτική από τη Νέα ιστορία τον 20ό αι.- αλλά και τον κριτικό λόγο απέναντι στις πολυποίκιλες εξουσίες που αναλαμβάνουν σήμερα να τη διαχειριστούν;

Μια βαλβίδα ασφαλείας για τον εν εγρηγόρσει ιστορικό είναι η διερεύνηση των κοινωνικών και ιδιαίτερα των εξουσιαστικών σχέσεων σε κάθε ιστορικό φαινόμενο. Ειδικότερα η Επανάσταση, ως επεισόδιο της «Ευρώπης των εθνικοτήτων» και ως γενέθλια διαδικασία του ίδιου του ελληνικού κράτους, εκτός από πεδίο ιστορικής έρευνας, μπορεί να λειτουργήσει βοηθητικά, χωρίς τους συνήθεις αναχρονισμούς, και για την κριτική και των σημερινών διεθνοποιημένων διακυβευμάτων των μετασχηματιζόμενων εθνικών κρατών. Μ’ άλλα λόγια, πέρα από τα ψευδοδιλήμματα της εθνικής ιστοριογραφίας, περί αντικειμενικότητας του ιστορικού, αλλά και πέρα από το σχετικισμό που εμφιλοχωρεί σε σύγχρονες μελέτες, η γνώση για την Επανάσταση του ’21 δεν μπορεί να νοηθεί ξεκομμένη από την κριτική του παρόντος και της παραγόμενης σήμερα μνήμης. Κι αυτό γιατί η ιστορ(ιογραφ)ία, τουλάχιστον γι’ αυτούς που δεν συμφωνούν με το μετασχηματισμό της σε μια μνήμη «αυτοπροσδιοριζόμενων» ατόμων ή μιας οποιασδήποτε virtual reality, έχει νόημα μόνο ως κοινωνική και κριτική γνώση για το παρόν και το παρελθόν συνάμα.

Η Αγγελική Κωνσταντακοπούλου διδάσκει Βαλκανική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

Tags: