RSS

Category Archives: 25 Μαρτίου 2010

Μίλησαν οι οπλαρχηγοί, σιώπησαν οι πολιτικοί…

  • Γράφει ο Δημήτρης Δημητρόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Η Επανάσταση του 1821 ευτύχησε να καταγραφεί σε πλήθος μαρτυριών προσώπων που έζησαν τα όσα συγκλονιστικά συνέβησαν κατά τη διάρκειά της, ωστόσο κατά την τελευταία δεκαετία οι επιστημονικές μελέτες μειώνονται και αλλάζει η θεματολογία τους.

Απομνημονεύματα, ιστορικές αφηγήσεις, περιγραφές άρχισαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας αμέσως μετά το τέλος του Αγώνα και στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Κείμενα γοητευτικά και αυθεντικά, με πηγαίο ύφος και τρόπο γραφής, που το καθένα φέρει τη σφραγίδα της προσωπικότητας του εκάστοτε συγγραφέα. Κείμενα που μέσα από τις γραμμές τους διέσωσαν τη μνήμη της Επανάστασης, κατέγραψαν με λεπτομέρειες τα συμβάντα και πρόσφεραν ένα ζωντανό και πλούσιο υλικό ανοικτό σε πολλαπλές αναγνώσεις και προσεγγίσεις στον κατοπινό αναγνώστη. Κείμενα ταυτόχρονα όμως αδρά, ακατέργαστα, παθιασμένα ή και εμπαθή αφού γράφτηκαν από ανθρώπους που βίωσαν με ένταση τα γεγονότα και σφραγίστηκαν από αυτά.

Μαρτυρίες για την Επανάσταση του 1821 μας έχουν χαρίσει έλληνες αγωνιστές και ξένοι φιλέλληνες που στρατεύτηκαν με τη θέλησή τους στον κοινό αγώνα. Θα σταθούμε στους πρώτους μόνο, μια και τα περισσότερα από τα κείμενά τους είναι διαθέσιμα στο σημερινό αναγνωστικό κοινό, χάρη σε νέες εκδόσεις ή επανεκδόσεις. Αξιοσημείωτη κατά τα άλλα είναι η απουσία των πολιτικών.

Στην πληθώρα όσων έγραψαν μαρτυρίες για την Επανάσταση θα μπορούσαν να επιχειρηθούν, με βάση το προφίλ των συγγραφέων, κάποιες ομαδοποιήσεις: Οι άνθρωποι των όπλων.Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς διά μέσου της γραφίδας του Γ. Τερτσέτη, ο Νικόλαος Κασομούλης, ο Μακρυγιάννης, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος) είναι μερικοί από τους διαπρεπέστερους. Εδωσαν γραπτά σημαντικά, καταστατικά κείμενα του νέου ελληνισμού, που επέδρασαν βαθιά στη νεοελληνική συνείδηση και αναγορεύτηκαν μέσα από τη σχολική εκπαίδευση και τη δημόσια ιστορία ως η φωνή του γένους.

Οι άνθρωποι της πένας.Γραμματικοί των οπλαρχηγών και συμμέτοχοι στις μάχες και οι ίδιοι, καταγράφουν με πιο συστηματικό και κατεργασμένο τρόπο τα όσα συνέβησαν στην Επανάσταση, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν αφηγούνται μόνο τις μνήμες τους αλλά γράφουν την ιστορία του Αγώνα. Στην πλειονότητά τους είναι κοντά στους στρατιωτικούς και ιδιαίτερα στο περιβάλλον του Κολοκοτρώνη. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν οι Μιχαήλ Οικονόμου και Αμβ. Φραντζής. Στην κατηγορία των συγγραφέων που είχαν αναλάβει πολιτικά αξιώματα μπορούν να ενταχθούν τα ογκώδη έργα του Νικόλαου Σπηλιάδη και του Σπ. Τρικούπη.

Οι πρόκριτοι. Πικραμένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων και από την απώλεια της εξουσίας, πελοποννήσιοι πρόκριτοι αναλαμβάνουν να υπερασπιστούν την «τάξη» τους, να αναδείξουν την προσφορά τους στον Αγώνα και να αποκαθηλώσουν τους οπλαρχηγούς από το βάθρο της δόξας. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Παναγιώτης Παπατσώνης, ο Αναγνώστης Κοντάκης είναι άνθρωποι που ανήκουν στον κύκλο αυτόν.

Οι προπαρασκευαστές του Αγώνα. Πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, προετοιμάζουν την Επανάσταση και πρωταγωνιστούν στην έναρξή της από διάφορες θέσεις. Συγγράφουν τα πιο πρώιμα έργα, με έντονη προσωπική χροιά και πρόθεση να απαντήσουν σε κατηγορίες ή συκοφαντίες που έχουν εξαπολυθεί εναντίον τους. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Χριστόφορος Περραιβός, ο Εμμανουήλ Ξάνθος είναι κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο στενά συνδεδεμένος με τους Υψηλάντηδες Ιωάννης Φιλήμων με το τετράτομο σύγγραμμά του, που αποτελεί την πρώτη δημοσιευμένη προσπάθεια αφήγησης της Επανάστασης, εντάσσεται επίσης στο ίδιο περιβάλλον.

Οι πολιτικοί απουσιάζουν. O Αλ. Μαυροκορδάτος, ο Ι. Κωλέττης, ο Θ. Νέγρης και άλλοι πολιτικοί άνδρες δεν γράφουν για τα έργα και τις ημέρες της Επανάστασης, δεν αφήνουν μαρτυ ρίες για τα πεπραγμένα τους. Το ίδιο με κάποιες εξαιρέσειςόπως τα έργα του Κ. Νικόδημου, του Α. Ορλάνδου κ.ά.- ισχύει και για τους νησιώτες ηγέτες της Επανάστασης. Με αυτόν τον τρόπο οι νικητές των εσωτερικών συγκρούσεων μένουν μάλλον σιωπηλοί, ενώ οι οπλαρχηγοί, που νιώθουν αδικημένοι στο τέλος της Επανάστασης, με τον λόγο τους διαμορφώνουν τον κοινό δημόσιο λόγο για το 1821, στοιχείο καθοριστικό για το νέο κράτος που συγκροτούσε την εθνική του μυθολογία.

Το ΄21 στον 21ο αιώνα
Τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, η σχετική με το 1821 θεματολογία δεν βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των ακαδημαϊκών ιστοριογραφικών αναζητήσεων, ενώ αντίθετα κυριάρχησε στη δημόσια ιστορία που εκφράζεται κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η υστέρηση δεν σημαίνει και απουσία μελετών, καθώς στα χρόνια αυτά εκδόθηκαν έργα όπως ο συλλογικός τόμος «Ελληνική επανάσταση του 1821:ένα ευρωπαϊκό γεγονός» που επιμελήθηκε ο Πέτρος Πιζάνιας, στον οποίο επιχειρείται μια συνθετική ανάγνωση του 1821 και η ένταξή του στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Εκδόθηκαν επίσης σημαντικές ιστορικές πηγές, όπως το τρίτομο«Αρχείο Εμμ.Ξάνθου» (Εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία, Αθήνα 1997-2002) ή το επίσης τρίτομο «Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη», σε επιμέλεια Βασιλική Πλαγιανάκου-Μπεκιάρη, Αριστείδη Π. Στεργέλλη (Εκδ. Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1996-2002).

Εντούτοις το χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η μετατόπιση από τη θεματολογία που είχε κυριαρχήσει στη μεταπολιτευτική περίοδο και αφορούσε τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, τη διάταξη των δυνάμεων στο εσωτερικό της Επανάστασης, τις εμφύλιες διαμάχες, τους θεσμούς, τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων, τη διαμόρφωση του νέου ελληνικού κράτους στα χρόνια του Καποδίστρια.

Στην αυγή του 21ου αιώνα επανακάμπτουν ορμητικά στο προσκήνιο τα πρόσωπα. Η 16τομη σειρά «Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας» που επιμελήθηκε ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος με βιογραφίες πρωταγωνιστών του 1821, εγχείρημα στο οποίο «στρατεύτηκαν» εκπρόσωποι όλων των γενεών των σημερινών ιστορικών, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα. Δεν είναι βέβαια το μόνο. Ο Ιωάννης Κωλέττης σε μελέτες του Βασίλη Κρεμμυδά («Ο Ιωάννης Κωλέτης του Σπυρομίλιου:ένας ανέκδοτος λίβελος», και«Ο πολιτικός Ιωάννης Κωλέτης,τα χρόνια στο Παρίσι 1835-1843»), ο Αδαμ. Κοράης σε αγγλόφωνο συλλογικό τόμο που επιμελήθηκε ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης ( «Αdamantios Κorais and the Εuropean enlightenment»), ο μεσολογγίτης πρόκριτος Θ. Ρατζικότσικας σε μελέτη του Κων. Σβολόπουλου («Προμαχώντας στο Μεσολόγγι:έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826»), ο Ομηρίδης Σκυλίτσης στην εκδεδομένη διδακτορική διατριβή του Γιάννη Κόκκωνα ( «Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης Ομηρίδης, 1784-1872»), ο Αλ. Μαυροκορδάτος και ο Μακρυγιάννης σε υπό έκδοση μελέτες του Χρήστου Λούκου από το Μουσείο Μπενάκη και του Νίκου Θεοτοκά από τις Εκδόσεις Βιβλιόραμα αντίστοιχα, δείχνουν επίσης ότι η μελέτη των προσώπων συνιστά προσφιλές θέμα της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας για το 1821.

Αποτελεί αυτή η επιστροφή των βιογραφιών μια εκδίκηση του ατόμου που ο ρόλος του στη διαμόρφωση της ιστορίας είχε τύχει ισχυρής κριτικής τα προηγούμενα χρόνια; Και ναι και όχι. Τα πρόσωπα και ο ρόλος τους ξαναβρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, οι βιογραφίες ως ανάγνωσμα στην Ελλάδαόπως και διεθνώς άλλωστεκερδίζουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών και γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων, όμως τα πρόσωπα κατά κανόνα μοιάζουν να έχουν κατέβει κάπως από το βάθρο που τα ήθελε η παραδοσιακή ιστοριογραφία.

Οπως στο σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα το έγκλημα είναι μια αφορμή να αναπλάσει ο συγγραφέας το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο διαπράχθηκε, έτσι και στις ιστορικές μελέτες τα βιογραφούμενα πρόσωπα πιο πολύ λειτουργούν ως αφηγηματικό όχημα που επιτρέπει στον μελετητή να μιλήσει για την κοινωνία στην οποία έδρασαν. Τα πρόσωπα επομένως επιστρεφουν, αλλά δεν είναι μόνα τους και μοναχικά, δίνουν το έναυσμα για να αναδειχθεί το περιβάλλον τους και η εποχή τους

 

Tags:

Εθνική Ιστορία ή μήπως εθνική μυθολογία;

  • Γράφει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Κάτι η τηλεοπτική διάχυση του ΄21 μέσω του ντοκυμαντέρ του ΣΚΑΪ, κάτι η δημοσιονομική κρίση της χώρας που κάνει τους ανθρώπους να αναζητούν απαντήσεις καιστο παρελθόν, τροφοδοτούν στον δημόσιο χώρο μια συζήτηση για την Ιστορία, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Ωστόσο, για άλλη μια φορά αναβιώνει μπροστά μας μια άγονη συζήτηση για την «ιστορική αλήθεια».

Τολμώ να προδικάσω, και μακάρι να διαψευστώ, ότι η συζήτηση αυτή δεν θα πάψει να επανέρχεται στην επικαιρότητα κάθε φορά που η Ιστορία θα χρησιμοποιείται εργαλειακά από τις ποικίλες ομάδες που θεσμικά ή ιδεολογικά παίρνουν μέρος στους αενάως μεταλλασσόμενους κοινωνικούς αγώνες. Αυτή τη φορά το δίλημμα είναι καθαρό: επιστημονική Ιστορία ή παιδαγωγούσα εθνική μυθολογία; Βέβαια σε ορισμένου τύπου κοινωνίες, όπως η δική μας, ακόμη και η επιστημονική Ιστορία της άρτιας τεκμηρίωσης και της αδέσμευτης διαπραγμάτευσης, δύναται να λειτουργήσει ως εθνική μυθολογία. Σήμερα θα παρακάμψω αυτόν τον σκόπελο και θα περιοριστώ να καταθέσω μερικές σκέψεις στη βάση της σημερινής μορφής του διλήμματος: ιστορία ή μυθολογία, Εθνική πάντοτε.

Τα πράγματα συνήθως δεν λέγονται με το όνομά τους. Κανένας από τους οπαδούς της εθνικής μυθολογίας δεν θα δεχτεί την κατηγορία ότι προτείνει συγκαλύψεις και αποκρύψεις ιστορικών συμβάντων. Οταν μάλιστα οι οπαδοί της μυθολογίας σκοντάφτουν μπροστά στην αδιάψευστη ιστορική πληροφορία, αρχίζουν την επαναδιαπραγμάτευση. Απαιτούν τότε την ισότιμη μεταχείριση των μαρτυριών και των ιστορικών πληροφοριών (αυτό δηλαδή που καταστατικά κάνει ακόμη και η στοιχειωδώς επιστημονική έρευνα) και κυρίως, την προσαρμογή του ιστορικού στοχασμού στις ηθικοπλαστικές ανάγκες της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το αίτημα της αλήθειας, εγγενές συστατικό της ιστοριογραφίας και κάθε πνευματικού εγχειρήματος, θαμπώνει μπροστά στο γιγαντωμένο αίτημα της ενίσχυσης του εθνικού φρονήματος, όπως το αντιλαμβάνονται, πάντοτε, οι προπαγανδιστές της εθνικής μυθολογίας. Μας καλούν δηλαδή να προσαρμοστούμε στις γνωσιακές και ψυχολογικές ικανότητες των παιδιών, τελικά να πάψουμε να είμαστε ιστορικοί και να γίνουμε παιδαγωγοί.

Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει γιατί στερείται παντελώς νοήματος. Η Ιστορία ως επιστήμη της κατανόησης των κοινωνικών μηχανισμών και ως κουλτούρα του χρόνου, έχει ασφαλώς και διδακτικές ευθύνες και παιδαγωγικές λειτουργίες. Εχει όμως μια πολύ μεγαλύτερη ευθύνη και έναν πολύ μεγαλύτερο σκοπό να επιτελέσει, σκοπό πανανθρώπινο και αμετακίνητο στη διαδρομή των αιώνων. Την αυτογνωσία των ανθρώπων και των κοινωνιών, των λαών και των εθνών, που μέσα από την ιστορικοποίηση της ύπαρξής τους προβαίνουν προς την ψυχολογική και συναισθηματική τους ολοκλήρωση, προς τη συγκρότηση της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Η επιστημονική Ιστορία δεν μπορεί να μεταμορφωθεί σε παιδαγωγική διαδικασία, γιατί τότε δεν θα επιτελούσε το κοινωνικό της έργο και γιατί η ίδια οφείλει περισσότερα στην εθνική πολιτιστική κοινότητα εντός της οποίας δραστηριοποιείται. Οφείλει να διαμορφώνει την κοινωνική συνείδηση του παρόντος, ως τη μοναδική εγγύηση για τις μορφές και την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων του μέλλοντος. Γιατί το μέλλον είναι επίπεδο και γι΄ αυτό διαθέσιμο σε μεταλλαγές και τροποποιήσεις.

Γνωστικά λοιπόν, δεν μπορούμε να φανταστούμε παρά μια μόνο Ιστορία και αυτή θα είναι η επιστημονική. Δεν είναι δυνατόν η κοινότητα των ιστορικών να υπηρετεί δύο εκδοχές της Ιστορίας: μια υπεύθυνη, έγκυρη και στοχαστική για την ικανοποίηση μιας μικρής ομάδας μυημένων (μανδαρίνων;) και μια δεύτερη εκδοχή λαϊκή, για ευρεία κατανάλωση και σχολική χρήση. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε παραλογισμό, τον οποίο δεν θα μπορούσε να υποφέρει ένας στοιχειωδώς ορθολογικός ερευνητής.

Αλλά τότε πώς θα συντελεστεί το παιδαγωγικό έργο της Ιστορίας; Αλλωστε αυτή την κοινωνική ανάγκη εκμεταλλεύονται όσοι προπαγανδίζουν τη παραγωγή μιας μυθολογικής- ηθικοπλαστικής Ιστορίας, αποκαθαρμένης από τα «στίγματα», κατ΄ αυτούς, της κριτικότητας με τα οποία βαρύνεται και ευθύνεται, κατά τους ίδιους πάντοτε, η επιστημονική Ιστορία. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι πολύ δύσκολη. Ο,τι συμβαίνει με όλες τις επιστήμες όταν συνοψίζονται και εκλαϊκεύονται για σχολική χρήση, θα γίνει και με την Ιστορία. Καμία επιστήμη δεν αυτοακυρώνεται όταν βγαίνει από το επιστημονικό εργαστήριο ή τον χώρο της πρωτογε νούς παραγωγής της, για να μεταφερθεί στο σχολείο. Η Αστρονομία στο σχολείο δεν ανοίγει διάλογο με την Παλαιά Διαθήκη για την πρώτη ημέρα της δημιουργίας, ούτε η Φιλοσοφία με τη Θεολογία. Οι παιδαγωγικές επιστήμες στο σύνολό τους και ο ειδικότερος κλάδος της Διδακτικής της Ιστορίας, καλούνται να οργανώσουν τη μετάβαση από το σπουδαστήριο της επιστημονικής Ιστορίας στη σχολική τάξη, με όρους που οι ίδιοι οι παιδαγωγοί / εκπαιδευτικοί θα ορίσουν με τη δική τους επιστημονική ευθύνη. Χωρίς καμία παραχώρηση στην αφελή ιστορική υποκουλτούρα που προτείνεται από κάποιες συντηρητικές πλευρές, αλλά και χωρίς υπερβάλλοντα ζήλο, αυτό το είδος ιστοριογραφικού πουριτανισμού (purisme), που καμιά φορά διεισδύει σε καλοπροαίρετα επιστημονικά περιβάλλοντα.

Βασικό κριτήριο της σχολικής συμπύκνωσης και της παιδαγωγικής απλούστευσης της επιστημονικής Ιστορίας δεν μπορεί να είναι άλλο από την ικανότητα του νέου ατόμου, παιδιού και εφήβου, να προσλάβει και να επεξεργαστεί την πολυπλοκότητα του ιστορικού φαινομένου, και κυρίως την πυκνότητα του ιστορικού χρόνου. Πριν τρομάξει και απωθήσει την Ιστορία σε «δευτερεύον μάθημα» ή πριν προλάβει η Πολιτεία και τη μετατρέψει σε «προαιρετικό». Τελικά δεν μπορούμε να δεχτούμε να λειτουργήσει το αίτημα (νόμιμο και παραδεκτό) της σχολικής προσαρμογής ως δούρειος ίππος για την άλωση της Ιστορίας από τη μυθολογία. Αν και ξέρουμε καλά ότι οι μύθοι είναι φτιαγμένοι από ατσάλι.

Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος είναι ιστορικός, ομότιμος διευθυντής ερευνών ΙΝΕ/ΕΙΕ

Δεν είναι δυνατόν η κοινότητα των ιστορικών να υπηρετεί δύο εκδοχές της Ιστορίας: μια υπεύθυνη, έγκυρη και στοχαστική και μια λαϊκή, για ευρεία κατανάλωση και σχολική χρήση

 

Tags:

Οι θύρες και η χρεία

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Εχει συχνά ειπωθεί πως οι μεγάλοι ποιητές των εθνών βλέπουν εκεί που δεν μπορούν ή που δεν θέλουν να δουν οι πολιτικοί αλλά και οι πολίτες που έχουν στερηθεί από την πολιτική την οξυδέρκεια να βλέπουν το μέλλον. Οι ποιητές δεν είναι προφήτες, με την έννοια που ο όρος αυτός παραπέμπει στους θεόπνευστους εκλεκτούς κάποιου θεού που τους διορίζει μεσάζοντες. Οι ποιητές απλώς έχουν πιο καθαρή την όραση, όραση λυγκός, ώστε να διαπερνούν τα τείχη της ανάγκης και να διεισδύουν στα σκοτάδια. Κι αυτό, θαρρώ, συμβαίνει γιατί οι μεγάλοι ποιητές έχουν συνείδηση της ιστορίας, άρα γνώση του παρελθόντος χρόνου που συχνά είναι εφαλτήριο για να εκτοξευτεί ο νους στο μέλλον. Οι μεγάλοι ποιητές δεν αρνούνται τη μνήμη, δεν ωραιοποιούν το παρελθόν και δεν διαστρεβλώνουν τα περασμένα γεγονότα. Ο σημαντικός, ίσως απόλυτος στις κρίσεις του, κριτικός του μέσου του 20ού αιώνα Γιάννης Αποστολάκης διέκρινε δύο κατηγορίες ποιητών. Τους ποιητές της Μνήμης και τους ποιητές της Ανάμνησης. Στην απόλυτη κρίση του, μόνος ποιητής Μνήμης ήταν ο λαός του δημοτικού τραγουδιού και ο Διονύσιος Σολωμός. Ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης ήταν ποιητές της Ανάμνησης.

Χωρίς να ακολουθήσω τον στοχασμό του, συνεχίζοντας όσα εξέθεσα παραπάνω, μπορώ να αντιληφθώ γιατί η πυρίκαυστη ζώνη της Μνήμης, μια εγκαυστική της ιστορίας πάνω στο πετσί των ποιητών μπορεί να διαπεράσει τα φίλτρα της Λήθης και αντλώντας ύδωρ αρτεσιανό από τα φρεάτια του παρελθόντος να συλλάβει τους βηματισμούς του ιστορικού χρόνου και να κάνει το άλμα προς το μέλλον. Και τότε το ποίημα να καταυγάσει το ενιαίο τοπίο παρελθόντος, παρόντος, μέλλοντος. Ετσι μόνο το παρελθόν θα γίνει μέλλον και το μέλλον προσεχές παρελθόν.

Αλλά ποιος ακούει τους ποιητές, θα πείτε. Και για να ξεκινήσει κανείς από το μέγα παρελθόν του μέλλοντός μας, τον Αισχύλο, ποιος αντελήφθη γιατί και για ποιο σκοπό έγραψε τους «Πέρσες» του. Ηθελε, τάχα, να συνετίσει ή να δημιουργήσει ενοχές στους ηττημένους μακρινούς Πέρσες; Πότε οι Πέρσες (ηγέτες και λαός) έμαθαν αν παίχτηκε στη μακρινή Αθήνα η τραγωδία «Πέρσες». Για τους νικητές μιλούσε ο ποιητής και μέσω της τραυματικής μνήμης (υπήρξε ναυμάχος στη Σαλαμίνα) ήθελε να τους μιλήσει για την αλαζονεία της εξουσίας, την τύφλα των αρχόντων και την αφέλεια των εκστασιαζόμενων μαζών.

Ο πρόλογος αυτός είναι γιατί θέλω σήμερα, ημέρα που θα έπρεπε να είναι Μνήμης γίνεται συχνά Ανάμνηση και συχνότερα αρνητικό φωτογραφίας. Ποιος ακούει τους ποιητές;

Ο Διονύσιος Σολωμός μέσα στην πυρωμένη περίοδο που η Επανάσταση, όπως οι ήρωες του Σεφέρη, προχωρεί στα σκοτεινά, σε στίχους του «Υμνου για την Ελευθερίαν» καταθέτει δύο τετράστιχα με τραγικό δραματικό περιεχόμενο. Εικόνα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος .

«Με τα ρούχα αιματωμένα/ ξέρω ότι έβγαινες κρυφά/ να γυρεύεις εις τα ξένα/ άλλα χέρια δυνατά./ Μοναχή το δρόμο επήρες/ εξανάλθες μοναχή/ δεν είν΄ εύκολες οι θύρες/ εάν η χρεία τες κουρταλεί».

Επαληθεύεται σε αυτούς τους συνταρακτικούς στη διαπιστευτική τους δύναμη στίχους η υπόθεση που διατύπωσα; Η αιμάσσουσα τότε πατρίδα και η Ελευθερία που εκαρτερούσε χτυπώντας τα χέρια της από την απελπισιά φιλελεύθερη λαλιά, αναζητεί τη σωτηρία, την αρωγή, τη συμπαράσταση και την ηθική και υλική βοήθεια σε ξένα κέντρα εξουσίας, από σιδηρές ηγεσίες και δυνατούς, θεσμικά και οικονομικά, λαούς. Ο Σολωμός χρησιμοποιεί τη σημαδιακή λέξη: «γυρεύω» απ΄ όπου γύρος, γυρολόγος. Η πατρίδα και η Ελευθερία πήραν τους δρόμους ζητιανεύοντας, εκλιπαρώντας, απλώνοντας χέρι ζήτουλα. Σαν τον Δικαιόπολι του Αριστοφάνη φόρεσαν τα κουρέλια του Τήλεφου και κλαψουρίζοντας προσπαθούν να συγκινήσουν τα αισθήματα των μαζών είτε Αχαρνείς είναι αυτοί είτε Ευρωπαίοι της Ιεράς Συμμαχίας είτε Ευρωπαϊκή Ενωση. Και οι πόρτες δεν άνοιγαν στον Ζητιάνο. Ερημος και μόνος περιφερόταν στα τρίστρατα των εξουσιών, των οικονομικών συμφερόντων. Ναι, κάποιες φιλάνθρωπες, φιλελληνικές πορτούλες άνοιξαν και ακούστηκαν και συγκινητικά λόγια παρηγοριάς και θαυμασμού για τα παλαιά μεγαλεία. Ο Σολωμός είναι καθέτως ωμός, οι θύρες δεν ανοίγουν εύκολα όταν τις κρούει η ανάγκη, η φτώχεια, η ζητιανιά, η πενία. Και τότε και τώρα. Δεν είναι εύκολες. Αρα δύσκολες, βάζουν όρους, βαρείς, συχνά απάνθρωπους, ταπεινώνουν συνειδήσεις, απαξιώνουν λαούς, όχι λίγες φορές οι θύρες εκτοξεύουν ειρωνείες και όταν δίνουν τον οβολό τους μαζί προσφέρουν και αγχόνη, σκοινί και σαπούνι. Αυτή την ερημιά, μια περιφερόμενη ρακένδυτη φιγούρα, μια ταπεινωμένη Ελευθερία, μια πατρίδα ξευτίλα με το χέρι απλωμένο γυρεύοντας και επαιτώντας και ικετεύοντας δεν την αντέχει κανείς. Πόσες φορές από την Επανάσταση έως μόλις εχθές η πατρίδα διά των αρχόντων της, που συνήθως είναι και οι αίτιοι των συμφορών της, δεν πήρε τους δρόμους της επαιτείας, δεν έκρουσε ως ζήτουλας τις θύρες των ξένων ηγεμόνων, δεν εκλιπάρησε τον οίκτο και την ευσπλαχνία των ξένων λαών και πόσες φορές οι δύσκολες θύρες άνοιξαν, χρηματοκιβώτια, διεθνή οικονομικά τραστ αποδέσμευσαν δάνεια με όρους δυσβάσταχτους, όταν διαπίστωναν πως οι ζητιάνοι θα αποδεχτούν κάθε δεσμό, αφού βρίσκονται σε έσχατη ανάγκη στο χείλος της πτώχευσης και του αφανισμού.

Ποιος ακούει τους ποιητές κι όταν ωμά προειδοποιούν. Μοναχοί πήραμε τους δρόμους και μοναχοί επιστρέψαμε μέσα στους αιώνες κρούοντας, κουρταλώντας τις θύρες των Περσών και δανειζόμενοι δαρεικούς, τις θύρες των Ρωμαίων, των Ευρωπαίων, των Αμερικανών, των Κινέζων και τώρα τώρα των Εμίρηδων. Και οι θύρες αυτές εύκολες δεν είναι, στόματα αδηφάγα είναι, θηριώδη και ανελέητα. Τρέφονται με σάρκες ανθρώπων και πίνουν το αίμα και το δάκρυ λαών.

Ρομαντικές ρητορείες, θα πείτε. Ο Σολωμός με παρέσυρε που μέσα στον θυμό του που ο λαός του δεν θεωρούσε Εθνικόν ό,τι είναι αληθές αλλά το αντίθετο, παρ΄ όλα αυτά με το σπλάχνος που πάντα διαθέτουν οι ποιητές για τους παραστρατημένους αναφωνούσε: «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε/ πάντοτ΄ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε»!

 

Tags:

1821: Διαδρομές εθνικού προσδιορισμού

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στη σειρά του Σκάι, «1821. Η γέννηση ενός έθνους-κράτους», ήταν οι πάλλευκες και καλοσιδερωμένες φουστανέλες των αγωνιστών, καθώς και η στίλβουσα περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη. Όχι τα λόγια που εκφωνούσε ο Πέτρος Τατσόπουλος, ούτε οι συζητήσεις που ακολουθούσαν την προβολή του ντοκιμαντέρ. Η τηλεόραση είναι προπάντων εικόνα, αυτή είναι η δύναμή της, αυτή θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως γόνιμο πεδίο εκλαΐκευσης, διαντίδρασης μεταξύ επαγγελματιών ιστορικών και φιλομαθούς κοινού. Όμως, οι συγκεκριμένοι αναχρονισμοί δεν οφείλονται σε αβλεψία του σκηνοθέτη ή του φροντιστή, αλλά πρόκειται μάλλον για το εμφανές αποτέλεσμα βαθιά ριζωμένων στερεοτύπων. [Η ΑΥΓΗ: 27/03/2011]

 

25 Μαρτίου 2010

  • Η ΑΥΓΗ: 25/03/2010

Στην ιστορία οι χρονολογίες έχουν βαρύνουσα συμβολική σημασία. Η γενέθλιος ημερομηνία της Επανάστασης και του νεοελληνικού κράτους έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές ως αφορμή αντίστασης και έγερσης των πολιτών για εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες. Ζουν ακόμη εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας, που, σαν σήμερα, τις μέρες της ναζιστικής κατοχής, κατέβαιναν στους δρόμους, στεφάνωναν τους ήρωες, τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο. Πολεμούσαν με τον τρόπο τους.

Η σημερινή εποχή δεν προσφέρεται για ανατάσεις ηρωισμού. Ούτε για ευθύγραμμες αναγωγές στην κορυφαία επέτειο. Ωστόσο η ίδια η κυβέρνηση προσπάθησε να ερεθίσει τα πατριωτικά αισθήματα των πολιτών, δυστυχώς με κομματικές σκπιμότητες. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε συμπολίτες, οι οποίοι του είπαν, “για την πατρίδα, κόψε μας και τον 13ο μισθό!” Επί σειρά μηνών εικονογραφείται η κατάσταση της χώρας σαν την ολόμαυρη ράχη των Ψαρρών. Και οι εχθροί προσωποποιούνται, οι αγορές “ονοματίζονται”, οι κερδοσκόποι αποκτούν “ταυτότητα”, μπαίνουμε σιγά-σιγά στο τριπ του πολέμου.

Πρόκειται για κλασική περίπτωση ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας και πλαστογράφησης εννοιών. Για χαρακτηριστική περίπτωση, κατά την οποία οι ένοχοι της κρίσης μετακυλίουν τις ευθύνες σε άλλους, επιστρατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών ως σάρκα στα κανόνια του πολέμου, διαφυλάσσοντας στο απυρόβλητο τα σαγόνια του καρχαρία.

Η σημερινή γενιά δεν θυμάται άλλη φορά κατά την οποία ελληνική κυβέρνηση σύρεται μοιραία και άβουλη στα διεθνή φόρα, αφού νωρίτερα έχει διαστρέψει βάρβαρα τη λαϊκή έντολή. Εμφανίστηκε επισπεύδουσα την υπαγωγή της Ελλάδας στο ΔΝΤ, δηλαδή την εφαρμογή ακόμη σκληρότερων μέτρων εις βάρος των πολιτών, καθώς και την ενίσχυση της αμερικανικής επιρροής στον χώρο της Ευρωζώνης.

Σε μια περίοδο που η παγκόσμια κρίση αναδιατάσσει διεθνώς τους συσχετισμούς και η Ε.Ε. παλινδρομεί στον εγωισμό των οικονομικών, και όχι μόνο, εθνικισμών, η Ελλάδα εμφανίζεται ατλαντικότερη, ικέτις, αδύναμη να κατανοήσει το μεγάλο παιχνίδι και γι’ αυτό ανίκανη να εξυπηρετήσει και το μικρό.

Οι Έλληνες πρωθυπουργοί συνηθιζόταν να επιστρέφουν από τις Συνόδους Κορυφής αυτοδαφνοστεφείς. Αυτή τη φορά, ο Γ. Παπανδρέου, όσα παπαγαλάκια κι αν επιστρατεύσει, δεν θα κατορθώσει να κρύψει το μέγεθος της ήττας.

<!–

25 Μαρτίου 2010

–>

 
Leave a comment

Posted by on March 25, 2010 in 25 Μαρτίου 2010